Ιρλανδία, Μια ιστορία φόνου και προδοσίας (του Φίλιππου Φιλίππου)

0
261

 

 

του Φίλιππου Φιλίππου

 

 

Η αντιπαλότητα ανάμεσα στα μέλη του Ιρλανδικού Δημοκρατικού Στρατού (IRA) και της Βρετανίας και οι αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσά τους είχαν αρχίσει στα μέσα του εικοστού αιώνα, προκάλεσαν πολλά θύματα και έληξαν αισίως το 2005, όταν επιτεύχθηκε ειρήνη. Σήμερα ο ΙRA έχει σταματήσει τη δράση του και τα μέλη του αγωνίζονται μέσα από τις γραμμές του κόμματος Σιν Φέιν, το οποίο επί χρόνια εθεωρείτο ως το πολιτικό του σκέλος. Το βιβλίο Μην πεις λέξη του Αμερικανού ιρλανδικής καταγωγής Πάτρικ Ράντεν Κιφ είναι μια λεπτομερής καταγραφή των γεγονότων που έλαβαν χώρα στη Βόρεια Ιρλανδία, κυρίως το Μπέλφαστ, αλά και στο εσωτερικό της Αγγλίας τα ταραγμένα χρόνια της δεκαετίας του ’70, όταν  πρωθυπουργός της Βρετανίας ήταν η σκληρή και ανελέητη Μάργκαρετ Θάτσερ.

Το βιβλίο, γραμμένο με ρυθμούς αστυνομικού θρίλερ, μια αφήγηση που σύμφωνα με την συγγραφέα Τζίλιαν Φλιν είναι ένα κράμα μυστηρίου και τραγωδίας, αρχίζει τον Δεκέμβριο του 1972, όταν εξαφανίστηκε από το σπίτι της στο Μπέλφαστ η Τζιν Μακόνβιλ, 38 ετών, η οποία είχε φέρει εις πέρας 14 εγκυμοσύνες και είχε χάσει τέσσερα από τα παιδιά της –της απέμειναν δέκα διαφόρων ηλικιών :τα νεότερα ήταν τα εξάχρονα δίδυμα Μπίλι και Τζιμ. Ήταν και χήρα.

Για να δώσει έμφαση στην αφήγησή του, ο συγγραφέας έχει βάλει έναν πρόλογο με τίτλο «Η αίθουσα θησαυρών», όπου αναφέρει ότι τον Ιούλιο του 2013 μπήκαν στη Βιβλιοθήκη Τζον Τ. Μπερνς του Κολεγίου της Βοστόνης δύο ερευνητές της αστυνομίας του Μπέλφαστ για να παραλάβουν μια σειρά από μυστικούς φακέλους που αφορούσαν ένα φόνο: αυτόν της Μακόνβιλ.

Η ζωή κι ο θάνατος της Μακόνβιλ είναι το βασικό θέμα της ιστορίας του Πάτρικ Κιφ, ωστόσο το βιβλίο μελετάει την ιστορία και τη δράση του IRA. Μια μέρα μια ομάδα ανδρών, «συμμορία» τους αποκαλεί ο συγγραφέας, από τους οποίους μερικοί φορούσαν μάσκες, μπήκαν στο σπίτι της γυναίκας και την απήγαγαν. Έκτοτε, δεν την ξαναείδε κανείς ούτε συγγενής ούτε φίλος. Στη συνέχεια, γνωρίζουμε μιαν άλλη ηρωίδα της παρούσας αφήγησης, την Ντολόρς Πράις, η οποία μεγάλωσε σε μια εργατική καθολική οικογένεια με την θρησκευτική-πολιτική παρότρυνση «Για τον Θεό και την Ιρλανδία». Οι γονείς της πίστευαν, μαζί με μυριάδες συμπατριώτες τους, πως οι Βρετανοί αποτελούσαν μια κατοχική δύναμη στο νησί της Ιρλανδίας και οι Ιρλανδοί είχαν το καθήκον να τους εκδιώξουν με κάθε μέσο. Όταν ήταν μικρή, ο πατέρας της την διηγούνταν ιστορίες από τον καιρό που ήταν μικρός, και την δεκαετία του 1930, ως έφηβος είχε ενταχθεί στον IRA και μια φορά πήγε στην Αγγλία για να πραγματοποιήσει μια βομβιστική επίθεση.

Ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια του παρελθόντος της Βόρειας Ιρλανδίας είναι η Εξέγερση του Πάσχα του 1916, όταν μια χούφτα Ιρλανδών επαναστατών κατέλαβε το ταχυδρομείο του Δουβλίνου και κήρυξε την ίδρυση μιας ανεξάρτητης Ιρλανδικής Δημοκρατίας. Όταν ο ιρλανδικός πόλεμος της ανεξαρτησίας οδήγησε στη διχοτόμηση του νησιού, το 1921, ο Νότος έγινε το Ελεύθερο Κράτος της Ιρλανδίας και ο Βορράς συνέχισε να παραμένει υπό βρετανικό ζυγό. Η Βόρεια Ιρλανδία έγινε η πατρίδα ενός εκατομμυρίου προτεσταντών και μισού εκατομμυρίου καθολικών, οι οποίοι ήταν τα θύματα σημαντικών διακρίσεων: αποκλείονταν από τις καλές δουλειές και τα καλά σπίτια, , επίσης κανένας καθολικός δεν μπορούσε ν’ αποκτήσει πολιτικό αξίωμα.

Οι διακρίσεις δημιούργησαν εντάσεις και οι εντάσεις έφεραν ξανά τον ένοπλο αγώνα, βγάζοντας από τη λήθη τον IRA, ο οποίος μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’60 είχε καταστεί σε μεγάλο βαθμό αδρανής. Άρχισαν οι διαδηλώσεις και από τις δύο πλευρές, ενώ ηγέτης τον προτεσταντών, των αγγλόφιλων, ο Ίαν Πέισλι, γιος βαπτιστή ιερέα, ίδρυσε τη δική του σκληροπυρηνική εκκλησία και αρεσκόταν να οδηγεί τις πορείες των υποστηριχτών του μέσα από τις καθολικές γειτονιές. Ήδη συμμορίες νεαρών προτεσταντών επιτίθονταν σε καθολικές γειτονιές σπάζοντας παράθυρα και βάζοντας φωτιά σε σπίτια. Το 1969 δύο χιλιάδες καθολικές οικογένειες εγκατέλειψαν τα σπίτια τους στο Μπέλφαστ.

Θύμα των διώξεων ήταν και η οικογένεια Μακόνβιλ που μετακόμισε αλλού, ενώ άρχισαν να δημιουργούνται μικρές ομάδες αντίστασης. Στις αρχές του 1970 στις τάξεις του παλιού IRA δημιουργήθηκε ρήξη:  εμφανίστηκε μια αποσχισθείσα οργάνωση με το ονομασία «Προσωρινός IRA», ενώ ο παλιός ΙRΑ ήταν πλέον γνωστός ως «Επίσημος IRA». Οι αντιδράσεις ήταν άμεσες. Το 1971 υπήρχαν 44 βρετανοί στρατιώτες που δολοφονήθηκαν από παραστρατιωτικούς, ενώ την ίδια στιγμή που οι δύο πτέρυγες του IRA κήρυξαν ανένδοτο αγώνα κατά των ένοπλων ενωτικών, της ιρλανδικής αστυνομίας και του Βρετανικού Στρατού, κήρυξαν ένα αιματηρό πόλεμο μεταξύ τους.

Τα πράγματα είχαν φθάσει σε επικίνδυνο σημείο. Για να χρηματοδοτήσουν τον αγώνα τους οι μαχητές του IRA άρχισαν να ληστεύουν τράπεζες και εικάζεται πως στις ληστείες συμμετείχε και η Ντολόρς Πράις, φανατική οπαδός του ένοπλου αγώνα. Είναι η εποχή που αυτή η σκληρή ακτιβίστρια γνωρίζει μέσα στον «Προσωρινό IRA» τον Τζέρι Άνταμς, έναν ακτιβιστή, πρώην μπάρμαν, πανέξυπνο, καλό συζητητή και άριστο αναλυτή των γεγονότων. Η Ντολόρς δεν του έδινε σημασία, τον θεωρούσε γελοίο, δεν μπορούσε να φανταστεί πως θα γινόταν υψηλόβαθμο στέλεχος του IRA και ίσως ο αρχηγός του –αυτό ποτέ δεν διευκρινίστηκε, ωστόσο ο συγγραφέας του παρόντος βιβλίου είναι βέβαιος.

Κι ύστερα ήρθε η Ματωμένη Κυριακή, μια Κυριακή του Ιανουαρίου του 1972, όταν σε μια ειρηνική διαδήλωση βρετανοί αλεξιπτωτιστές άνοιξαν πυρ και σκότωσαν δεκατρείς άντρες και τραυμάτισαν δεκαπέντε. Εκείνο το γεγονός συσπείρωσε τους καθολικούς του Μπέλφαστ και οδήγησε πολλούς από αυτούς στα γραμμές του IRA.

Σε αυτή τη φάση ξαναβρίσκουμε την Τζιν Μακόνβιλ, η οποία περιθάλπει και σώζει τη ζωή ενός βρετανού στρατιώτη, πράξη που από κάποιους του IRA θεωρείται προδοτική –την κατηγορούν ως αγαπητικιά των Βρετανών. Στη συνέχεια, ο πόλεμος μεταφέρθηκε στην Αγγλία, όπου μαχητές του IRA έβαζαν βόμβες στο Λονδίνο –η ιδέα εν μέρει ήταν της Ντολόρς, αλλά και του Τζέρι. Κάποια στιγμή και η Ντολόρς, η αδελφή της Μάριαν και ο Τζέρι Άνταμς, αλλά και ο πολιτικός του φίλος, ο Μπρένταν Χιουζ, συνελήφθησαν και φυλακίστηκαν. Αργότερα αποφυλακίστηκαν και συνέχισαν τη δράση τους. Το 1994 ο IRA, ύστερα από μυστικές διαπραγματεύσεις με εκπρόσωπο τον Άνταμς, ο οποίος κατηγορήθηκε ότι πρόδωσε τους σκληροπυρηνικούς συντρόφους του, ανακοίνωσε εκεχειρία, τώρα ο αγώνας του θα γινόταν ειρηνικά, μέσω του κόμματος Σιν Φέιν.

Δεν θα αναφέρουμε άλλα στοιχεία για τη δράση των συγκεκριμένων προσώπων και του IRA. Είπαμε πως το Μην πεις λέξη είναι γραμμένο σαν αστυνομικό θρίλερ, έτσι ο συγγραφέας μας επιφυλάσσει δραματικές εξελίξεις και πολλές ανατροπές. Στέλεχος του IRA παραδέχτηκε πως η Τζιν Μακόνβιλ εκτελέστηκε επειδή ήταν «καρφί», δηλαδή πράκτορας των Βρετανών. Ειπώθηκε πως ο Τζέρι Άνταμς είχε δώσει την εντολή για την εκτέλεσή της, αν και ο ίδιος ποτέ δεν το παραδέχτηκε –και η Ντολόρς είχε παίξει ρόλο στη μεταφορά της στον τόπο της εκτέλεσης.

Το 2011 ο Άνταμς, εκλεγμένος βουλευτής στη Δημοκρατία της Ιρλανδίας, συνελήφθη. Η Ντολόρς Πράις είχε βάλει το χεράκι της και αποδείχτηκε πως τον μισούσε, επειδή πρόδωσε τον αγώνα τους, ενώ έγιναν γνωστά διάφορα σεξουαλικά σκάνδαλα μέσα στην οικογένειά του. Ωστόσο, ο Άνταμς δήλωσε αθώος σε όλες της κατηγορίες και αφέθηκε ελεύθερος. Κλείνουμε τούτο το σημείωμα για το εξαιρετικό βιβλίο του Πάτρικ Ράντεν Κιφ μ’ ένα προσωπικό του συμπέρασμα: «Φυσικά, ο Τζέρι Άνταμς παρέμενε μια απειλητική προσωπικότητα τόσο για τους συντρόφους του, όσο και για τους εχθρούς του».

Patrick Radden Keefe, Μην πεις λέξη, Μετάφραση Κωστής Πανσέληνος,Μεταίχμιο, 2021

Βρες το εδω 

Προηγούμενο άρθρο«Τι σε εμποδίζει να διαδίδεις την αλήθεια χαμογελώντας;» (της Δήμητρας Ρουμπούλα)
Επόμενο άρθροΟι γάτες της ευτυχίας (της Έφης Κατσουρού)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here