Ingeborg Bachmann: «Θολό τοπίο» (μτφρ. Γιώργος Καρτάκης)

0
250

Ingeborg Bachmann, Θολό τοπίο , (μτφρ. Γιώργος Καρτάκης)

 

Τον χειμώνα η αγάπη μου

ζει με τα ζώα του δάσους.

Ξέρει καλά η αλεπού,

ότι πριν ξημερώσει πρέπει να γυρίσω και γελά.

Aχ, πώς τραντάζονται τα σύννεφα!

Τον χιονισμένο μου γιακά σκεπάζει

θρύμμα πάγου.

 

Τον χειμώνα η αγάπη μου

δέντρο είναι με τ΄ άλλα

και προσκαλεί τις άμοιρες κουρούνες

στα ωραία της κλαδιά.  Ξέρει,

πως ο αέρας του βραδιού

το ξυλιασμένο από την πάχνη

βραδινό φουστάνι της θ΄ανασηκώσει

κι εμένα πάλι πίσω θα με διώξει.

 

Τον χειμώνα η αγάπη μου

ζει  μουγκή με τα ψάρια.

Στέκω στην όχθη, μαγεμένος από τα νερά,

που το πτερύγιο στην πλάτη της χαράζει,

και βλέπω, ως να με διώξουν πάγοι,

πώς περιστρέφεται βουτώντας στα βαθιά.

 

Χτυπημένος και πάλι από την κυνηγετική

κραυγή του πουλιού, που τις φτερούγες του

από πάνω μου σαλεύει, γκρεμίζομαι

σε τόπο ανοικτό: εκείνη τα ορνίθια

μαδά και σ΄εμένα πετά ένα γυμνό

κλειδοκόκαλο. Στον λαιμό το κρεμώ

και ξεμακραίνω μέσα απ΄ τα πικρά φτερά.

 

Άπιστη είναι η αγάπη μου.

Ξέρω, πως κάποτε ισορροπώντας σε παπούτσια ψηλά

οδηγείται στην πόλη

και στα μπαρ πως ποτήρια ρουφά

δίνοντας τους στο στόμα φιλιά,

πως με όλους είχε να πει μια κουβέντα.

Όμως εγώ τη γλώσσα αυτή δεν την καταλαβαίνω.

 

Θολό τοπίο αντίκρισα,

Θολή καρδιά έχω φάει.

 

*

Nebelland

 

Im Winter ist meine Geliebte
unter den Tieren des Waldes.
Dass ich vor Morgen zurückmuss,
weiß die Füchsin und lacht.
Wie die Wolken erzittern! Und mir
auf den Schneekragen fällt
eine Lage von brüchigem Eis.

 

Im Winter ist meine Geliebte
ein Baum unter Bäumen und lädt
die glückverlassenen Krähen
ein in ihr schönes Geäst. Sie weiß,
dass der Wind, wenn es dämmert,
ihr starres, mit Reif besetztes
Abendkleid hebt und mich heimjagt.

 

Im Winter ist meine Geliebte
unter den Fischen und stumm.
Hörig den Wassern, die der Strich
ihrer Flossen von innen bewegt,
steh ich am Ufer und seh,
bis mich Schollen vertreiben,
wie sie taucht und sich wendet.

 

Und wieder vom Jagdruf des Vogels
getroffen, der seine Schwingen
über mir streift, stürz ich
auf offenem Feld: sie entfiedert
die Hühner und wirf t mir ein weißes
Schlüsselbein zu. Ich nehm’s um den Hals
und geh fort durch den bitteren Flaum.

 

Treulos ist meine Geliebte,
ich weiß, sie schwebt manchmal
auf hohen Schuh’n nach der Stadt,
sie küsst in den Bars mit dem Strohhalm
die Gläser tief auf den Mund,
und es kommen ihre Worte für alle.
Doch diese Sprache verstehe ich nicht.

 

Nebelland hab ich gesehen,
Nebelherz hab ich gegessen.

 

***

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here