Ημερολόγιο: Μια DIY ποιητική και εικαστική χειρονομία (της Ανδρονίκης Τασιούλα)

0
249

της Ανδρονίκη Τασιούλα (*) 

 

Το βιβλίο της Θάλειας T., αυτοέκδοση,*** με ποιήματα και σχέδια δικά της, αποτελεί μία κατεξοχήν DIY – Do It Yourself χειρονομία. Ο όρος παραπέμπει στην κουλτούρα της κοινότητας, στο μοίρασμα ιδεών, τεχνικών, μεθόδων, αλλά και στην αυτονομία, στο low budget, στην παράκαμψη της ακαδημαϊκής εξειδίκευσης, στην αντίδραση έναντι του κατακερματισμού καθηκόντων που επιβάλλει η αγορά για να δημιουργηθεί ένα βιβλίο, στην άμεση, χέρι με χέρι, ενσώματη επικοινωνία της καλλιτέχνιδας με τους αποδέκτες του έργου της.

Ο τίτλος της συλλογής είναι «Ημερολόγιο του χρόνου που του πήρανε τις μέρες και τα λόγια που οι φίλες είπανε να τα πάρουμε πίσω». Ο τρόπος με τον οποίο η συλλογή παίρνει πίσω τις μέρες, δηλαδή τον χρόνο, είναι χωροποιώντας τον. Αντλεί από μια μεγάλη παράδοση της λειτουργίας της τέχνης τουλάχιστον από τον μοντερνισμό και μετά, σύμφωνα με την οποία ο χώρος δεν αντιμετωπίζεται πια, όπως στον 19ο αιώνα, ως, με τα λόγια του Φουκώ, το νεκρό, σταθερό, ακίνητο, μη διαλεκτικό σκηνικό μιας αφήγησης. Ο  πλούτος, η διαλεκτική, η γονιμότητα, η ζωή, που αποδίδονταν παραδοσιακά στην Ιστορία, στον χρόνο δηλαδή, αλλάζουν άξονα σε έργα όπως του Προυστ και του Τζόις μετατρέποντας τον χώρο σε αφηγηματικό χαρακτήρα. Αυτό που παράγει ποιητική στο Ημερολόγιο της Θάλειας T., παραπέμποντας στην ιδιαίτερη και οικεία σχέση της ποιήτριας με τον χώρο μέσω της αρχιτεκτονικής, είναι οι γεωγραφίες των κατευθύνσεων προς τη δουλειά, των δρομολογίων των μέσων μαζικής μεταφοράς, των τόπων, των ορίων του δήμου. Η ιστορία αλλάζει απλώς περπατώντας «πάνω κάτω τον δρόμο χίλιες φορές». Τα στενά ορίζουν τον χρόνο του έρωτα «έξι στενά πιο πίσω θα πω/ ξενοίκιασε ο έρωτας/ εφτά χρόνια θα πω». Οι δρόμοι ορίζουν ήττες και συναισθήματα «θα ηττηθούμε ξανά σε δρόμους που πήραμε ανάποδα από το αδιέξοδο και βγήκαν πάλι πίσω» και «οι εκρήξεις μας μοιάζουν/ με σκορδάκια που σκάνε τριαντάρες στην επτανήσου». Στους τοίχους των σπιτιών, στα μέσα μαζικής μεταφοράς, στα μέλη του σώματος εγγράφεται η αναγκαιότητα για την ταξική πάλη «στην υγρασία που έβγαλε ο τοίχος του μπάνιου/ κάτι εκεί μέσα έχει αρχίσει να τρέχει/ […] δυο σειρές μπροστά σου στο Α7/ στη ζωή που τρέχει απ’ τα μάτια/ απ’ τα πόδια/ απ’ τα χέρια/ των γυναικών που σκούπισαν κάθε κωλόσπιτο στην κηφισιά/ μπορείς […] να ξηλώσεις τις αμφιβολίες σου/ για το αναγκαίο της ταξικής πάλης». Με όρους χώρου, κατεύθυνσης, διαδρομής γίνεται αντιληπτή η ένταση ανάμεσα στη σταθερότητα και τη ρευστότητα των ταυτοτήτων «με τρομάζουν οι ταυτότητες/ γιατί σου κολλάνε εύκολα/ αν μου ζήταγες μια/ θα σου έλεγα πως τα τρένα της γραμμής/ κάνουν κάθε μέρα το ίδιο δρομολόγιο/ μέχρι να εκτροχιαστούν».

Η ποίηση της Θάλειας T. είναι πολιτική – κοινωνική. Διακειμενικά θα μπορούσε να συνομιλεί με τον Μανώλη Αναγνωστάκη, τον Τίτο Πατρίκιο, την Κατερίνα Γώγου, τόσο θεματικά όσο και μορφικά, όπως για παράδειγμα με την προφορικότητα και την απευθυντικότητα του λόγου. Ενδεικτικά στο ποίημα του Μ. Αναγνωστάκη «Οι σωσίες»: «Τώρα που γίναμε πλούσιοι – ή “βρήκαμε τον τρόπο μας” που λένε –/ (Πέρασαν τόσα και τόσα για να ‘βρει τον τρόπο του ο καθένας)/ Τώρα στο πόδι μας θα βρείτε πάντα κάποιον άλλον﮲/ […] Πώς να φορμάρεις ένα τυχόν ξένο πρόσωπο σαν το δικό σου/ Να πάρεις δασκάλους, να διδάξεις την κάθε σου κίνηση, κάθε λυγμό. […] Αυτούς θα δείτε τώρα στα κέντρα, στις συναναστροφές, να υπογράφουν γραμμάτια/ Να υποφέρουν, να χαίρονται, να σας εξαπατούν τελοσπάντων» θα μπορούσαμε να αντιπαραβάλουμε τους στίχους της Θάλειας Τ. που φέρουν την ιδέα ενός σεναρίου στο οποίο ήδη από πάντα συμμετέχουμε και στο οποίο αντιστεκόμαστε: «εμείς παίζουμε ότι ζούμε/ κι εκεί που τσουλάει/ πετάγεται ένας από την πίσω σειρά/ και φωνάζει/ “είναι ηθοποιοί”» και «καμία φορά/  περιμένοντας/  συνεχίζω να καταπίνω το αδύνατο/ φωνάζοντας στο σκηνοθέτη πως έχει τρύπα το σενάριο».

Ο δεσπόζων τόνος των ποιημάτων είναι ελεγειακός, θρηνητικός, αλλά απο-δραματοποιημένος, προσγειωμένος, με φως που περνά μέσα από υδάτινες, ημιδιαφανείς επιφάνειες και σχισμές, όπως συχνά βλέπουμε και στα σχέδια του βιβλίου «κοίτα να δεις/ που πάνω από τη νύχτα/ ο ορίζοντας παραμένει φωτεινός τελικά». Οι ήττες έχουν ραφτεί σε παλτό, έχουν φορεθεί, το βάρος τους είναι υλικό, νιώθεται. Το τραύμα είναι συνειδητοποιημένο. Η επιστροφή σε αυτό γίνεται με τρόπο ενήλικο «δεν ξέρω αν θα με γυρίσουν πίσω/ ξέρω όμως πως πίσω δε γυρνάω» και «φέρε ως εδώ τα πόδια σου/ είπε η απόφαση». Οι μνήμες δεν είναι άτονες «και αναμετριόμαστε κάθε φορά/ έξι δεκέμβρη στην ίδια διαδρομή». Οι επιθυμίες δεν είναι θαμμένες «θέλω τα χέρια στα σωστά σημεία» και «θέλω με ένα πάταγο και ένα λυγμό/ να σκάσουμε πάνω στο μέτριο/ το νέο καλό» και «[θέλω] του χρόνου/ να του φορέσουμε βρεγμένες κάλτσες/ να αφήνει στο παρκέ/ τα σημάδια μας» και «κάθε φορά μια ερώτηση/ περιμένει να τη σώσουν/ περιμένει να της πουν/ καλά τα λες// κι εγώ/ θέλω ασπρίζοντας να γίνω απάντηση/  να γίνω χέρι/ που να ξέρει να απλωθεί». Οι συνειδήσεις δεν είναι ληθαργικές, αλλά αφυπνισμένες. Οι λέξεις δεν είναι αβαρείς. Έχουν σημασία οι καταλήξεις όπως στις φίλ-ες του τίτλου, ή οι αντωνυμίες όπως στον στίχο «…η ζωή μου/ μοιάζει με τη ζωή σου/ μοιάζει με τη ζωή της/ κοίτα όμως πόσο λίγο μοιάζει με ζωή». Οι λέξεις είναι σημαντικές. Φέρουν φορτίο ειδικό. Δεν είναι οικουμενικές, δεν είναι πανανθρώπινες. Δεν είναι αποφλοιωμένες από βιώματα ούτε από οπτική γωνία. Η ποιήτρια δεν είναι παντεπόπτρια. Είναι γεμάτη εαυτό. Είναι γεμάτη εαυτή. Δεν υπάρχει διάσταση ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη διανοητική σύλληψή της. Η πραγματικότητα εγγράφεται πάνω στο πετσί,  η ποίηση γίνεται σπλαχνική «γείρε πάνω στο σώμα μου/ το σώμα σου/ για κάθε σώμα/ που περίσσεψε/ στην άσφαλτο/ έχω μια βόμβα στο στομάχι» και «που ξανασκάσανε καούρες/ είναι γιατί κρατάμε στα στομάχια μας τον ήλιο/ […] που κρατάμε/ στα στομάχια μας τον ήλιο/ είναι γιατί κάπου πρέπει να φυλάξουμε τα όπλα μας». Οι λέξεις ανακτούν τον πρωτογενή τους ρόλο: αυτόν της επικοινωνίας και της απεύθυνσης «κοίτα λοιπόν να ξέρεις πώς τα τακτοποίησες τα κουτιά/ γιατί θα τα κάνουμε μπάχαλο» και «γι’ αυτό σου λέω πρέπει να οργανωθούμε».

Η συνθήκη της καραντίνας χωρίς να κατονομάζεται ακριβώς λειτουργεί ως υπόβαθρο αυτού που ζήσαμε και ζούμε τόσο πριν, όσο και μετά το πέρας της. Τα ποιήματα αποκόπτουν την καραντίνα  από τα πραγματολογικά της δεδομένα – τον κόβιντ – και τη μετατρέπουν στο παρόν που βιώνουμε καθημερινά, κάνοντας την ιστορική σύνδεση του παρόντος αυτού με τις απαρχές του, τη συνθήκη της νεωτερικότητας: «δεν ξέρω αν δεν αντισταθήκαμε αρκετά/ αλλά οι πόλεις μας γίνανε φυλακές/ και δεν έχει τίποτα το μοντέρνο αυτό μέσα// είναι παλιό/ όσο παλιός είναι ο χρόνος διαλυμένος σε οχτάωρα/ είναι παλιό/ όσο παλιά είναι τα σπίτια μας/ είναι παλιό/ όσο οι ειδήσεις των οχτώ».

Η Θάλεια Τ. επιμένει στην επουλωτική δύναμη της συλλογικότητας, στο πρώτο πληθυντικό, στον κυκλικό χρόνο που φέρνει το ίδιο αλλά διαφορετικό: «αλλά ξανά/ θα ‘ρθούμε ξανά/ με παλτό φορεμένες όλες τις ήττες στην πλάτη/ θα ‘ρθούμε ξανά/ με τα μάτια, τα χείλια, τα άκρα  βαμμένα με όλα τα ερωτήματα/ θα ‘ρθούμε ξανά/ ερωτευμένες κι εξεγερμένες με τη ζωή/ θα ‘ρθούμε/ ξανά». Οι φίλες είπαν να πάρουμε πίσω τις μέρες και τα λόγια. Μια μέρα που πήραμε πίσω ήταν εκείνο το Σάββατο, που συμπράξαμε, η λογοτεχνική μας ομάδα, γύρω από ένα τραπέζι για την προετοιμασία της παρουσίασης του βιβλίου της Θάλειας. Η Ν. έφερε τα υλικά και έκανε τα πιο μικρά ευκρινή γράμματα που έχω δει ποτέ, το Μ. έκανε προκλητικές ερωτήσεις, η Έ. έδινε εύκολα απαντήσεις, η Τ. έπαθε εμμονή με τα κεράσια, η Ν. ζωγράφιζε «μοναχικά άδεια κουτάλια», η μ. μας μίλησε και μας κοίταξε στοργικά μέσα από μια μικρή οθόνη κι ένας ακανόνιστος διάλογος με σιωπές και διάσπαρτα λόγια, γέλια, ερωτήσεις, πειράγματα, απαντήσεις, διαμειβόταν μεταξύ μας καθώς τα μάτια ξεκουράζονταν για λίγο από τη βλεμματική επαφή, ακολουθώντας τα χέρια που αντάλλασσαν χρωματιστές κόλλες, ψαλίδια, αυτοκόλλητα με γάτες και γιρλάντες, ένα αρχιτεκτονικό σχέδιο που το πετσοκόψαμε, φωτοτυπίες με τα σχέδια και τα ποιήματα της Θάλειας, που τα κόβαμε και ράβαμε φτιάχνοντας καινούργια. Πρόκειται για τα αυτοσχέδια ζινάκια που εκτέθηκαν σε μια γωνιά στο Συνεργατικό Καφενείο Περιβολάκι την ημέρα της παρουσίασης του βιβλίου. Ένα από αυτά ήταν το παιχνίδι που παίζαμε στα διαλείμματα στο σχολείο, που διπλώναμε και ξαναδιπλώναμε ένα τετράγωνο χαρτί, βάζαμε χρώματα και αριθμούς στο κάθε τετραγωνάκι και ανάλογα με τις συλλαβές του χρώματος ή του αριθμού που διάλεγες έπαιρνες μια απάντηση. Στο ζινάκι αυτό η απάντηση ό,τι κι αν διάλεγες ήταν το μότο του βιβλίου: «το ότι αντέχουμε, δεν βγάζει νόημα». Κι όμως. Το μότο παραλλάχθηκε τη μέρα της παρουσίασης του βιβλίου, μια μέρα συλλογικής θαλπωρής, στην κάρτα που μας χάρισε η Θάλεια: «το ότι παρέα αντέχουμε, βγάζει σίγουρα νόημα».

 

Σημειώσεις

* Η Ανδρονίκη Τασιούλα είναι απόφοιτος του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών ΕΚΠΑ και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος Νεοελληνικής Φιλολογίας ΕΚΠΑ.

** Το κείμενο βασίζεται στο αντίστοιχο που διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου στο Συνεργατικό Καφενείο Περιβολάκι την 12-11-2023.

*** Το βιβλίο της Θάλειας Τ., Ημερολόγιο του χρόνου που του πήρανε τις μέρες και τα λόγια που οι φίλες είπανε να τα πάρουμε πίσω, Αθήνα 2023 είναι διαθέσιμο στο βιβλιοπωλείο Κομπραί, Διδότου 34 Αθήνα, στην Φάμπρικα Υφανέτ, Ομήρου και Περδίκα, Κάτω Τούμπα, Θεσσαλονίκη και μέσω του λογαριασμού instagram της Θάλειας Τ. @thaleiatrakake.

 

 

 

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΟ κύριος Χιραγιάμα και το ανάριο θρόισμα των φύλλων, στις Υπέροχες Μέρες του Βιμ Βέντερς (του Μανώλη Γαλιάτσου)
Επόμενο άρθρο«Η προξενήτρα» των Θ. Ουάιλντερ και Θ. Μοσχόπουλου είναι έξυπνη, ξεκαρδιστική , τρυφερή, διαχρονική (της Όλγας Σελλά)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ