Ιφιγένεια και Ηλέκτρα με φάλτσα (της Όλγας Σελλά)

0
1244
«Ιφιγένεια εν Αυλίδι» του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Θέμη Μουμουλίδη,

της Όλγας Σελλά

 

Το πλαίσιο, νομίζω, είναι σαφές και αναλλοίωτο και αφορά όλες τις παραστάσεις, όχι μόνο αυτές του αρχαίου δράματος:  θα πρέπει να υπάρχει αρμονία και συνέπεια όλων των στοιχείων, έμψυχων και άψυχων, που αποτελούν μια παράσταση (μετάφραση –όταν υπάρχει-, ερμηνείες, σκηνικά, κοστούμια, μουσική, φώτα, σκηνοθετική ματιά ασφαλώς). Και πιστέψτε με, η όποια δυσαρμονία, το όποιο φάλτσο, γίνεται εύκολα και γρήγορα αντιληπτά στην πλατεία.

Μ’ αυτά τα δεδομένα ξεκίνησα για το Θέατρο Βράχων να δω τη μία από τις δύο παραστάσεις που δεν είδα στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου: την «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Θέμη Μουμουλίδη, σε μετάφραση Παναγιώτας Πανταζή.

Η ιστορία γνωστή. Τα πλοία των Ελλήνων είναι καθηλωμένα στην Αυλίδα, γιατί δεν φυσά ούριος άνεμος. Ο μάντης Κάλχας στέλνει χρησμό στον Αγαμέμνονα (Λάζαρος Γεωργακόπουλος) ότι πρέπει να θυσιάσει την κόρη του, την Ιφιγένεια, για να ξεκινήσουν τα καράβια για την Τροία. Μια σκληρή πρόταση, χάριν μιας σκοπιμότητας, έχει για σκηνικό φόντο μια ψυχρή, μεταλλική όψη, σχεδόν βιομηχανικής αισθητικής (σκηνικά Γιώργος Γαβαλάς). Κι ήταν αυτά ένα πρώτο μικρό φάλτσο, παρότι ήταν ερμηνεύσιμη η οπτική του. Το δεύτερο, μεγαλύτερο φάλτσο, ήταν το τάμπλετ που είχε μπροστά του ο Αγαμέμνων στο εξίσου βιομηχανικής αισθητικής γραφείο του. Παρότι στη διάρκεια της απελπισίας του και του φρικτού του διλήμματος, τσαλακώνει ένα χαρτί στα χέρια του!!! Και μετά εμφανίζεται ο Μενέλαος (Άκης Σακελλαρίου) και εκεί γίνεται απολύτως φανερή η προσέγγιση του Θέμη Μουμουλίδη, που εστιάζει στο δίπολο πολιτικής σκοπιμότητας και αναλγησίας με το μότο «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα» να κυριαρχεί, έναντι στο συναίσθημα, στις ηθικές αναστολές, στην τρωτότητα και την ευαισθησία του ανθρώπινου ψυχισμού, στην ιερότητα των ανθρώπινων σχέσεων. Ένα debate εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια μας, ανάμεσα σε Αγαμέμνονα και Μενέλαο, με επιχειρήματα και αντεπιχειρήματα, άλλοτε με ειλικρίνεια, άλλοτε με δημαγωγικές κορώνες. Και οι δύο φορούν κοστούμια, τα οποία παραπέμπουν σε διάφορες και διαφορετικές εποχές, με έμφαση στη σκληρότητα και στο ατσαλάκωτο μιας στρατιωτικής αντίληψης, με αισθητική ανακατεμένη πάντως (κοστούμια Νίκη Ψυχογιού).

Δροσερά κοριτσόπουλα αποτελούν το χορό, που αφηγούνται την ιστορία, ονειρεύονται, συμπάσχουν. Ένας χορός με πολύ ωραίες οπερατικές φωνές, όχι με ιδιαίτερα φροντισμένη κίνηση όμως (Σεσίλ Μικρούτσικου), που δεν έφερε κάτι διαφορετικό, χωρίς όμως να είναι βασικό πρόβλημα της παράστασης.

Ο Αγαμέμνων έχει ήδη καλέσει την Κλυταιμνήστρα, τη γυναίκα του (Ιωάννα Παππά) να έρθει με την Ιφιγένεια (Μαρία Πετεβή) στην Αυλίδα, τάζοντάς τους γάμο με τον Αχιλλέα (Γιώργος Χρυσοστόμου). Στην πορεία το μετανιώνει, αλλά το δεύτερο μήνυμά του, το μετανιωμένο, δεν προλαβαίνει τις δύο γυναίκες. Που φτάνουν στην Αυλίδα και συναντιούνται με τον Αχιλλέα (που φοράει την πιο αλλόκοτη στολή της παράστασης, που έφερνε στο μυαλό χελονονιντζάκι), ο οποίος δεν γνωρίζει τίποτα απ’ όσα συμβαίνουν στ’ όνομά του. Ο Αχιλλέας είναι ασφαλώς ένα ακόμη θύμα των πολιτικών παιγνίων, όμως ο τρόπος που ο Γιώργος Χρυσοστόμου (με την καθοδήγηση του Θέμη Μουμουλίδη ασφαλώς) προσπάθησε να ισορροπήσει ανάμεσα στον τραχύ στρατιωτικό που δεν δείχνει συναισθήματα –ενώ έχει- και στην πλευρά του δικαίου που επιλέγει να υπηρετήσει, δεν αποτυπώθηκαν με ευκρίνεια επί σκηνής.

Και η άφιξη των δύο γυναικών στην Αυλίδα, αλλάζει αυτομάτως τη θερμοκρασία που υπήρχε ως εκείνη τη στιγμή στη σκηνή. Η στιγμή της συνάντησης Αγαμέμνονα-Ιφιγένειας ήταν από τις πιο αληθινές, ζωντανές και τρυφερές της παράστασης. Η αρχοντική και σταδιακά πληγωμένη στάση της Κλυταιμνήστρας, που κρύβει την έκπληξη και την οδύνη της στο πλαίσιο της βασιλικής αυτοσυγκράτησης έφερε, επίσης, τη δική της συγκίνηση. Όπως και η σκηνή που ανάλαφρη και απελευθερωμένη από τους φόβους της (γι’ αυτό και γυμνόστηθη) η Ιφιγένεια βαδίζει προς το βωμό (με ένα από τα ωραιότερα χορικά να ακούγονται, το «Έρως – Έρις»), παρότι δεν ήταν σαφής η διάθεσή της (έγερνε περισσότερο προς την ειρωνεία) από τη στιγμή που ο τρόμος της έγινε στωική αποδοχή της παντοδυναμίας του στρατού, του πολέμου, των συσχετισμών, αλλά και της θυσίας για την πατρίδα.

Έμπειροι και δοκιμασμένοι όλοι οι ηθοποιοί της παράστασης, παρότι δεν κατάφεραν όλοι να ισορροπήσουν στα διακυβεύματα του ρόλου τους. Ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος (συγκινητικός στο δίλημμά του, αξιολάτρευτα εύθραυστος στη σκηνή της συνάντησης με την Ιφιγένεια), η Ιωάννα Παππά (ώριμη, αριστοκρατική με κορυφαία τη συγκλονιστική σιωπή της στη σκηνή του τέλους), ο Παντελής Δεντάκης (στιβαρός και γήινος), και η νεαρότατη Μαρία Πετεβή  που απέδειξε ότι μπορεί να σταθεί θαυμάσια σε μεγάλους ρόλους και στο αρχαίο δράμα. Στον αντίποδα, ο ακατανόητα εξωστρεφής και μονοκόμματος Μενέλαος του Άκη Σακελλαρίου και ο Γιώργος Χρυσοστόμου.

 

Είχε η «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» συνέπεια και αρμονία όλων των στοιχείων της; Όχι δεν είχε σε όλες τις στιγμές της, ήταν όμως μια στρωμένη και καθαρή παράσταση, παρότι άνιση–με λαμπρές σκηνές και ερμηνείες και με άλλες σκηνές αργόσυρτες ή άλλες ερμηνείες ασαφείς που μετέφεραν απλώς τα λόγια-, με νεωτεριστικές πινελιές που δεν ήταν όμως χωνεμένες στο συνολικό πλαίσιο, γι’ αυτό και έμειναν μετέωρες. Στα μείον της παράστασης και η μετάφραση της Παναγιώτας Πανταζή με λυρισμούς και γείωση σε άνισες δόσεις (μέχρι και Διονύσιο Σολωμό  «γλυκιά η ζωή/ κι ο θάνατος μαυρίλα» ακούσαμε σε κάποια στιγμή).

Η ταυτότητα της παράστασης

Μετάφραση: Παναγιώτα Πανταζή, Σκηνοθεσία: Θέμης Μουμουλίδης, Σκηνικό: Γιώργος Γαβαλάς, Μουσική: Σταύρος Γασπαράτος, Κοστούμια: Νίκη Ψυχογιού, Κίνηση: Σεσίλ Μικρούτσικου, Φωτισμοί: Νίκος Σωτηρόπουλος, Επιστημονική Συνεργάτις: Κατερίνα Διακουμοπούλου, α’ βοηθός σκηνοθέτη: Γεωργία Πιερρουτσάκου, β’ βοηθός σκηνοθέτη: Νικολέττα Μακρυνόρη, Βοηθός συνθέτη – μουσική διδασκαλία: Αλεξάνδρα Κατερινοπούλου, Βοηθός ενδυματολόγου: Μπαμπανιώτη Σοφία, Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή, Artwork: Ιφιγένεια Βασιλείου

Παραγωγή: 5η Εποχή Τέχνης, Εταιρεία Τέχνης Ars Aeterna, Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου, ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Αγρινίου, Φεστιβάλ Αρχαίας Ήλιδας

Παίζουν: Μαρία Πετεβή, Ιωάννα Παππά, Γιώργος Χρυσοστόμου, Λάζαρος Γεωργακόπουλος, Παντελής Δεντάκης κ.ά.
Χορός:
Ιουλία Γεωργίου, Άλκηστις Ζηρώ, Σοφία Κουλέρα, Ιωάννα Λέκκα, Λένα Μποζάκη, Αγγελική Νοέα, Δανάη Πολίτη, Σάντυ Χατζηιωάννου

 

Επόμενοι σταθμοί περιοδείας

1 & 2 Σεπτεμβρίου, Βεάκειο Θέατρο,

4 Σεπτεμβρίου, Δημοτικό θέατρο Ηλιούπολης «Δημήτρης Κιντής»,

5 Σεπτεμβρίου, Πάτρα – Θερινό Δημοτικό Θεατρο Δήμου Πατρέων,

7 Σεπτεμβρίου, Πετρούπολη – Θέατρο Πέτρας,

8 Σεπτεμβρίου, Λειβαδιά – Θέατρο Κρύας,

9 Σεπτεμβρίου, Αγρίνιο – Κτήμα Πιθάρι,

10 & 11 Σεπτεμβρίου,  Παπάγου,

13 Σεπτεμβρίου, Θήβα

16 Σεπτεμβρίου, Αιγάλεω,

17 Σεπτεμβρίου, Χαλκίδα – Θέατρο Ορέστης Μακρής,

25 Σεπτεμβρίου, Βριλήσσια,

30 Σεπτεμβρίου, Ηρώδειο

 

**************

 

«Ηλέκτρα» του Ευριπίδη: ένας μεταμοντέρνος ρεαλισμός

Πάλι έργο του Ευριπίδη, η «Ηλέκτρα» αυτή τη φορά σε σκηνοθεσία Γιώργου Λύρα, με τη Μαρία Κίτσου στον ομώνυμο ρόλο και τον Δημήτρη Γκοτσόπουλο στο ρόλο του Ορέστη. Πάλι το ίδιο πλαίσιο πριν ξεκινήσει η θέαση:  η συνέπεια και η αρμονία των συστατικών στοιχείων της παράστασης.

Και βρισκόμαστε σ’ ένα τοπίο που θα έπρεπε να είναι αγροτικό, αλλά είναι… εξωγήινο. Με σπηλιές που άνετα θύμιζαν τα «σπίτια» των ανθρώπων της Νεολιθικής Εποχής, τα οποία είχαν στην κορυφή τους κάτι ακατανόητα ψηλόλιγνα μενίρ. Εμφανίζεται ο φτωχός πλην τίμιος γεωργός (Γιώργος Δεπάστας), φορτωμένος μ’ ένα τεράστιο κοφίνι και άπειρα κουδούνια στη μέση του, σαν τους Κουδουνάτους της Σκύρου τις Απόκριες. Είναι αυτός στον οποίο δόθηκε για γυναίκα η Ηλέκτρα, για να μην κινδυνεύσει ο θρόνος που με δόλο άρπαξε ο Αίγισθος από τον δολοφονημένο ήδη Αγαμέμνονα. Ο γεωργός σέβεται τη βασιλική γενιά της γυναίκας του και δεν την αγγίζει ερωτικά. Και μετά εμφανίζεται η Ηλέκτρα (Μαρία Κίτσου), γεμάτη θυμό και απελπισία για τη μοίρα που της επέβαλε η ίδια της η μάνα, η Κλυταιμνήστρα, συνωμοτώντας με τον Αίγισθο, σε μια υπερβολική, κλασική, πάντως στέρεη ερμηνεία. Καθώς πηγαίνει να γεμίσει τη στάμνα της (που μόνο στάμνα δεν ήταν) με νερό, συναντάει δύο ξένους, χωρίς να γνωρίζει ότι είναι ο αδελφός της ο Ορέστης (Δημήτρης Γκοτσόπουλος) με τον φίλο του τον Πυλάδη (Σπύρος Κυριαζόπουλος). Η συνάντησή τους πλαισιώνεται από το χορό νεαρών γυναικών του αγρού (μάλλον ο πιο άρρυθμος χορός που έχω δει) και μετά εμφανίζεται ο Παιδαγωγός (Γιώργος Κωνσταντίνου) που στ’ αλήθεια έφερε, για λίγο μόνο, το ήθος των χρόνων του και του δικού του θεατρικού κόσμου και προκάλεσε συγκίνηση στη σκηνή της αναγνώρισης.

Και φεύγει ο Ορέστης με τον Πυλάδη να τιμωρήσουν τον Αίγισθο. Και γυρνούν. Σέρνοντας ένα ακέφαλο πτώμα ο Πυλάδης και κραδαίνοντας το κομμένο (πλαστικό φυσικά) κεφάλι του Αίγισθου ο Ορέστης. Με το οποίο έπαιξαν «τα μήλα» ο Ορέστης με τα κορίτσια του χορού (κίνηση Θανάσης Ακοκκαλίδης). Όλα αυτά με υποτυπώδη μουσική (Αντώνης Παπακωνσταντίνου) που κάποιες φορές θύμιζε μουσική υπόκρουση σε σειρά του Φώσκολου! Όσο για τους φωτισμούς (Αλέξανδρος Αλεξάνδρου) απλώς ασχολίαστοι.

Ο Αγγελιαφόρος του Νίκου Λεκάκη αφέθηκε στην τύχη του χωρίς καθοδήγηση η δε εμπειρία και στιβαρότητα της Ιωάννας Μαυρέα (Κλυταιμνήστρα) δεν έσωσε την κατάσταση. Διέσωσε απλώς την ίδια.  Το αποκορύφωμα ήταν η εμφάνιση των από μηχανής θεών Διόσκουρων (δίδυμων αδελφών της Κλυταιμνήστρας και της Ελένης) που εμφανίστηκαν με κάτι αλλόκοτες εξωγήινες μάσκες για να δώσουν τη λύση!!!

Ήταν μια παράσταση, (παρά την καλή μετάφραση του Στρατή Πασχάλη, που ομολογουμένως χάθηκε σ’ αυτό το σκηνικό πλαίσιο), χωρίς άξονα, χωρίς καθοδήγηση, χωρίς συνέπεια, που έμεινε στο ρεαλισμό βάζοντας ακατανόητα μεταμοντέρνα στοιχεία που απλώς δεν έβγαζαν νόημα. Δεν μπορείς να πεις καν ότι ήταν μια κλασική παράσταση. Ούτε καν αυτό δεν ήταν. Δεν θα κάνω δίκην προθέσεων της παραγωγής (ότι πόνταραν στη δημοφιλία των δύο πρωταγωνιστών) και στην ερμηνευτική εμπειρία της Μαρίας Κίτσου. Μένω μόνο σε ό,τι υπήρξε, σε ό,τι είδα επί σκηνής. Που δεν είχε συνοχή, δεν είχε ρυθμό, δεν είχε συναίσθημα, δεν είχε αποχρώσεις, δεν είχε κάποια σκηνοθετική άποψη που απλώς δεν βγήκε… Και ασφαλώς δεν είχε ούτε αρμονία, ούτε συνέπεια.

Η ταυτότητα της παράστασης

Μετάφραση: Στρατής Πασχάλης, Σκηνοθεσία: Γιώργος Λύρας, Δραματουργική συνεργασία: Ειρήνη Μουντράκη, Σκηνικά – Κοστούμια: Απόλλων Παπαθεοχάρης, Κίνηση: Θανάσης Ακοκκαλίδης, Μουσική: Αντώνης Παπακωνσταντίνου, Φωτισμοί: Αλέξανδρος Αλεξάνδρου, Βοηθός Σκηνοθέτη: Αναστασία Πανοπούλου, Οργάνωση παραγωγής: Ντόρα Βαλσαμάκη, Φωτογραφίες παράστασης: Νίκος Ζήκος, Trailer παράστασης: Άλεξ Κωνσταντινίδης,

Πρωταγωνιστούν (με σειρά εμφάνισης):

Γεωργός: Γιώργος Δεπάστας
Ηλέκτρα: Μαρία Κίτσου
Ορέστης: Δημήτρης Γκοτσόπουλος
Πυλάδης: Σπύρος Κυριαζόπουλος
Γέροντας: Γιώργος Κωνσταντίνου
Άγγελος: Νίκος Λεκάκης
Κλυταιμνήστρα: Ιώαννα Μαυρέα
Διόσκουροι: Ιάσονας Παπαματθαίου – Αντώνης Σταμόπουλος

Χορός ​(αλφαβητικά): Φανή Αποστολίδου, Κορίνα Θεοδωρίδου, Πίνα Κούλογλου, Άννα Κωνσταντίνου, Γωγώ Παπαϊωάννου, Βάσια Χρήστου
Παραγωγή: Θεατρικές Επιχειρήσεις Τάγαρη

 

Προηγούμενο άρθρο10 χρόνια “Α” : 1984 – Σκόρπιες εικόνες (του Πολυχρόνη Κουτσάκη)
Επόμενο άρθροΓκούρι σημαίνει πέτρα   (της Σίσσυς Τσιφλίδου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ