Ιακ.Ανυφαντάκης: Η επινόηση του εαυτού

0
435

 

(επιμέλεια: Γιούλη Αναστασοπούλου).

 

 Tι πρέπει να γνωρίζουν οι αναγνώστες σου για σένα και τους ήρωές σου;

Tίποτα, ελπίζω. Αν το βιβλίο δεν λέει αρκετά από μόνο του, τότε ό,τι κι αν πω εγώ θα είναι περιττή φλυαρία.

Τι σε κινητοποίησε να γράψεις το Αλεπούδες στην πλαγιά;

Δύσκολο να το ορίσεις εκ των υστέρων. Η απάντηση μπορεί να προκύψει μέσα από μια ερμηνεία του βιβλίου, ψυχαναλύοντας τον εαυτό σου και ανακαλύπτοντας απαντήσεις σε ερωτήματα που αγνοούσες καν ότι είχες όσο το έγραφες. Ή, προσπαθώντας να θυμηθείς τον εαυτό σου τότε, να ανακαλέσεις τι ήταν αυτό που αναζητούσες την συγκεκριμένη περίοδο. Θα προσπαθήσω να αποφύγω την παγίδα της πρώτης περίπτωσης, δεν θέλω να δώσω μια δική μου ερμηνεία για τις Αλεπούδες, ανταγωνιστική προς αυτή των υπόλοιπων αναγνωστών. Προσπαθώντας να θυμηθώ τις προτεραιότητές μου όσο το έγραφα νομίζω ότι με γοήτευε ιδιαίτερα το ζήτημα της επινόησης του εαυτού μέσα από την αφήγηση του παρελθόντος. Είμαστε κάτι διαφορετικό για κάθε άνθρωπο που έχουμε απέναντί μας, ανάλογα με την πλευρά του παρελθόντος μας που γνωρίζει.

Τι σήμαινε για σένα η υποψηφιότητα για τα βραβεία του Αναγνώστη;

Είναι πάντα ωραίο να βλέπεις το όνομά σου ανάμεσα σε πρόσωπα που εκτιμάς. Για μένα πιο σημαντικές, όμως, ήταν ορισμένες κριτικές από ανθρώπους που θαύμαζα για πολλά χρόνια.

Με ποιο άλλο βιβλίο συνομιλεί το βιβλίο σου;

Οι δύο κεντρικοί ήρωες των Αλεπούδων στην πλαγιά υπήρξαν ερευνητές της λογοτεχνίας. Έτσι στην πορεία του βιβλίου εμφανίζονται μια σειρά από τίτλοι: Ο Κλόουν του Χάινριχ Μπελ, ο Θάνατος στη Βενετία του Τόμας Μαν, τα Άνθη της Αβύσσου του Θανάση Βαλτινού, ο Καθένας του Φίλιπ Ροθ, οι Κεκαρμένοι του Νίκου Κάσδαγλη, η Μαντάμ Μποβαρί του Γκιστάβ Φλωμπέρ. Μπορεί όλο αυτό να μοιάζει με ακατάσχετο name dropping αλλά για μένα αυτές οι παρουσίες ήταν ουσιώδεις για την ανάπτυξη και την ανάγνωση του βιβλίου.

Πώς γράφεις και πού;

Οπουδήποτε και οποιαδήποτε ώρα. Ευτυχώς δεν έχω περιορισμούς ως προς τον χώρο, την ώρα ή το περιβάλλον. Μου αρκεί να έχω ελεύθερο χρόνο, από εκεί και πέρα έχει τύχει να δουλέψω ιδιαίτερα αποδοτικά σε καφέ και εστιατόρια, στην παραλία ή αναμένοντας την πτήση μου στο αεροδρόμιο. Αγαπημένο μου μέρος υπήρξε για πολλά χρόνια το αναγνωστήριο της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Αλλά το δεύτερο βιβλίο μου γράφτηκε υπό κάπως ανορθόδοξες συνθήκες, κάνοντας υπηρεσία 02:00-04:00 το πρωί στο στρατό. Είχα απόλυτη ησυχία και άφθονες κόλλες χαρτί παρακολουθώντας τις κάμερες του στρατοπέδου.

Αισθάνεσαι ότι ανήκεις σε μια συγκεκριμένη γενιά δημιουργών;

Νιώθω ότι αυτό που γράφω συνομιλεί με το έργο συγγραφέων που εκτιμώ και πιστεύω ότι έχουμε συγγενείς αναζητήσεις. Κάποιοι από αυτούς είναι καλοί μου φίλοι στους οποίους στέλνω πάντα τα κείμενά μου για να ακούσω τη γνώμη τους, άλλους δεν τους έχω συναντήσει ποτέ αλλά εκτιμώ το έργο τους. Μάλλον είναι πρόωρο να μιλήσουμε για γενιά όταν ακόμα δεν έχουμε κάποιο πολύ σημαντικό βιβλίο ωστόσο παρακολουθώ με μεγάλο ενδιαφέρον το έργο συγγραφέων όπως ο Χρίστος Κυθρεώτης, ο Άκης Παπαντώνης, ο Γιάννης Τσίρμπας, ο Πάνος Τσίρος, ο Λευτέρης Καλοσπύρος, η Μαρία Ξυλούρη, ο Γιάννης Παλαβός, ο Δημοσθένης Παπαμάρκος, ο Αλέξανδρος Κυπριώτης.

Γράφεις κάτι τώρα;

Όπως ανέφερα λίγο νωρίτερα έχω γράψει μια νουβέλα. Αλλά όπως το πρώτο κεφάλαιο από τις Αλεπούδες είχε γραφτεί ως αυτόνομο διήγημα και μετά πέρασαν τρία χρόνια πριν αποφασίσω ότι θα ήταν η αρχή μιας νουβέλας, έτσι και για αυτό το βιβλίο δεν είμαι ακόμα σίγουρος αν είναι ο καιρός του να πάει στα βιβλιοπωλεία.

Τι σου λείπει από το Λογοτεχνικό τοπίο;

Μου λείπουν βιβλία τα οποία να καταφέρνουν να ισορροπήσουν ανάμεσα στο πολιτικό και το λογοτεχνικό. Και ειδικά στις σημερινές συνθήκες είναι απαραίτητο. Είναι κάτι εξαιρετικά δύσκολο αφού στην προσπάθεια αυτή ο συγγραφέας ενίοτε ξεφεύγει και καταλήγει στην κομματική μπροσούρα ή στον μελοδραματισμό. Από την άλλη σκέφτομαι σπουδαίες στιγμές της μεταπολεμικής πεζογραφίας όπως τις Ακυβέρνητες πολιτείες του Στρατή Τσίρκα, το Κιβώτιο του Άρη Αλεξάνδρου, την Κάθοδο των εννιά του Θανάση Βαλτινού, τον Ιαγουάρο του Αλέξανδρου Κοτζιά, την Καγκελοπορτα και το Λοιμό του Αντρέα Φραγκιά, βιβλία άρτια πεζογραφικά, πολύ συχνά καινοτόμα εκφραστικά για την εποχή τους, τα οποία ταυτόχρονα ήταν στον πυρήνα τους πολιτικά χωρίς να καταφεύγουν σε ευκολίες.

Ποιον νέο συγγραφέα θα μας πρότεινες να φιλοξενήσουμε στις  Συστατικές Επιστολές;

Τη Μαρία Ξυλούρη. Θεωρώ τα δύο πρώτα βιβλία της πολύ σημαντικά βήματα στην καταγραφή του τρόπου σκέψης όσων γεννηθήκαμε τη δεκαετία του ’80 και εκτιμώ ιδιαίτερα τις αρετές στη δομή τους.

Μικρό Βιογραφικό 

Ο Ιάκωβος Ανυφαντάκης γεννήθηκε στο Ηράκλειο το 1983 και σπούδασε Κοινωνική Θεολογία στην Αθήνα. Είναι υποψήφιος διδάκτορας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο με αντικείμενο τη μνήμη του ελληνικού Εμφυλίου και γράφει κριτική βιβλίου στην «Εφημερίδα των Συντακτών». Διηγήματά του έχουν διακριθεί σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς (Hotel Μετανάστευση, Β΄Διαγωνισμός Δημήτρης Βικέλας), έχουν δημοσιευθεί σε περιοδικά (Εντευκτήριο, Πλανόδιον, The Books’ Journal) καθώς και στον συλλογικό τόμο «Είμαστε όλοι μετανάστες» (εκδόσεις Πατάκη, 2007).Το 2013  με το πρώτο του μυθιστόρημα «Αλεπούδες στην πλαγιά» (Πατάκης) ήταν υποψήφιος για το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα στα Βραβεία του Αναγνώστη

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here