Η υπερρεαλιστική δυστοπία του Βαγγέλη Αλεξόπουλου (της Κούλας Αδαλόγλου)

0
208

της Κούλας Αδαλόγλου

 

 Εικόνες που εκπλήσσουν στη νέα συλλογή του Βαγγέλη Αλεξόπουλου. Ένα σύμπαν σε ανατροπή, με την ποιητική γραφή του.

Σε δύο πράξεις διαρθρώνεται η συλλογή, η δεύτερη πράξη σε δύο σκηνές. Δομή θεατρικού έργου, σαν να ’ναι ο κόσμος όλος ένα θέατρο, του παραλόγου.

Πρώτη πράξη: Θάνατος, αλλά και ουρανός, όπου ίπτανται τα πιο απροσδόκητα αντικείμενα. Πτήσεις ανατρεπτικές, τις πιο πολλές φορές θανατηφόρες. Κάποτε, επιστροφή στη γη, όπου συμβαίνουν πιο καθημερινά πράγματα. Που ανατρέπονται κι αυτά την τελευταία στιγμή.

Η δεύτερη πράξη φέρει τον χαρακτηριστικό τίτλο «Η Ποιητοπαγίδα». Και διακρίνεται σε δύο σκηνές, την πρώτη με το όνομα «Επίγειες παγίδες» και τη δεύτερη «Ουράνιες παγίδες».

Στην πρώτη σκηνή, σκηνοθέτης, σκηνοθεσία, αφηγητής εναλλάσσονται και αλληλοκαταργούνται. Μια γυμνή σκηνή. Και τραγικές υπάρξεις-σκιές.

Στη δεύτερη σκηνή, αναπάντεχα συναπαντήματα. Ο Αχιλλέας «στο πίσω λιμανάκι της Νάουσας βουτάει τις φτέρνες του στη θάλασσα», τίτλος του ποιήματος. Ο  Χέμινγουεϊ στης Πηνελόπης στην Ιθάκη προσπαθεί, μάταια, να αποφύγει το ποτό. Ο Μινώταυρος στη μεζονέτα του ανεβαίνει τα σκαλοπάτια της εσωτερικής σκάλας αγκομαχώντας, φορτωμένος σφάγια.

Και οι Άγγελοι στα επείγοντα, των δημόσιων νοσοκομείων.

Είναι εμφανείς οι συνδέσεις με τον μύθο: η φτέρνα του Αχιλλέα, η θάλασσα και η Νηρηίδα. Η Πηνελόπη, η Ιθάκη και οι μνηστήρες – αλλά και ο αλκοολισμός του Χέμινγουεϋ. Ο Μινώταυρος, τα σφάγια, ένα κλειστός χώρος, ο λαβύρινθος. Από εκεί και πέρα, ο μύθος μεταπλάθεται σε μια σύγχρονη εκδοχή.  Οι ήρωες λειτουργούν μέσα σε ένα άλλο πλαίσιο.  Μου αρέσει αυτή η λογοτεχνική διαχείριση. Ο μύθος μένει εκεί, αλλά ο συγγραφέας παίρνει φέτες, στοιχεία του, και δημιουργεί εικόνες σύγχρονες και τα συμφραζόμενά τους.

Όσο για τους αγγέλους, που αγρυπνούν για τις ανθρώπινες ψυχές, εδώ βρίσκονται στα επείγοντα των δημόσιων νοσοκομείων. Στην αρχή «χαμογελούν στους ασθενείς αισιόδοξα». Όσο περνάει  η ώρα όμως, και αδυνατούν να συχνά να παρέμβουν υπέρ της ζωής, τότε αλλάζουν τακτική:

Στα επείγοντα/ των δημόσιων νοσοκομείων/ οι Άγγελοι χασμουριούνται/ στρώνουν την τσόχα/ στο τραπέζι του χειρουργείου/ και παίζουν τις ψυχές στην πόκα («Οι Άγγελοι στα επείγοντα», σ. 70)

Ο Αλεξόπουλος παίζει και με τις ονομασίες των τμημάτων της συλλογής. Όπως εγώ τουλάχιστον διαβάζω τα ποιήματα, οι τίτλοι θα μπορούσαν να εναλλάσσονται από τη δεύτερη στην πρώτη σκηνή και τούμπαλιν. Με άλλα λόγια, δεν υπάρχουν στεγανά ανάμεσα στις ενότητες, εισχωρεί και ρέει ο ποιητικός λόγος από τις ρωγμές που επίτηδες αφήνουν οι εικόνες και οι συμβολισμοί.

Όλη τη συλλογή διατρέχουν ποιήματα για τους ποιητές και τα ποιήματα, ποιήματα ποιητικής πολύ ιδιαίτερα, στο κλίμα της γραφής του Αλεξόπουλου. Τα ποιήματα γίνονται βορά σε εφιαλτικές σκιές, σ. 38. Κόβουν τις φλέβες τους μέσα στο αυτοκίνητο με τα αναμμένα αλάρμ, 52. Απλά, σύντομα ποιήματα δίνουν λύση σε καθημερινά προβλήματα, 47. Και «κάποια μελαγχολικά απογεύματα»

με την ηλεκτρική σκούπα αγκαλιά/ που κάθεσαι στον καναπέ και/ λούζεις με αλκοόλ τα ποιήματα/ πριν τα πετάξεις στη φωτιά. («Ποια βάση, ποιο ύψος, ποιο δια δύο, τι εμβαδόν και ποιανού τριγώνου», σ. 46)

Οι ποιητές είναι οι μόνοι που δεν έχουν σπίτι, όλα τα άλλα βολεύονται κάτω από τον ουρανό, σ. 45. Τα κυριακάτικα ποιήματα «τα παίρνει ο άνεμος και τα σηκώνει», 61.

Κι άλλοτε «Ο ποιητής είναι εργάτης της γης»

Σκάβει το χώμα/ Βαθιά το σκάβει/ Τρεις η ώρα το πρωί/ Σκουπίζει τον ιδρώτα/ Ο λάκκος είναι έτοιμος/ Μπαίνει μέσα  και κοιμάται (σ. 58) 

Οι τίτλοι αποτελούν σημαντική ιδιαιτερότητα της συλλογής. Σε αρκετές περιπτώσεις συνιστούν τον κύριο σώμα του ποιήματος και το ποίημα στη συνέχεια λειτουργεί ως σχόλιο στον τίτλο. Όπως, για παράδειγμα, ο τίτλος «Ο σκηνοθέτης που κρεμάστηκε από έναν πολυέλαιο που κάποτε είχε γυαλίσει η προγιαγιά του στα ανάκτορα του Μπάκιγχαμ όπου υπηρέτησε ως καθαρίστρια μέσω πολυεθνικής εταιρείας ενοικίασης προσωπικού», σ. 40. Το ποίημα, που διαδραματίζεται σε ένα θέατρο, μαζί με τη σκηνοθετικά οδηγία, είναι ένα υπερρεαλιστικό συμβάν, συνέχεια του τίτλου. Τον τίτλο «Το πικρό χαμόγελο του Ηλία Λάγιου στο Διεθνές Γραφείο Μέτρων και Σταθμών στην Pavillon των Σεβρών» ακολουθεί το ποίημα

Στο θλιμμένα μεθυσμένο χαμόγελο του Ηλία Λάγιου ζυγίζω τα πλούτη του κόσμου όλου (σ. 69)

Στο ιδιαίτερο ποίημα με τον τίτλο «Ποιος άραγε να αναγνώρισε στο νεκροτομείο το διαμελισμένο πτώμα του Φρανκ Ο’ Χάρα;», γίνονται σαφείς αναφορές στον υπερρεαλισμό (σ. 47). Ο τίτλος αναφέρεται στον συγγραφέα Φρανκ Ο’ Χάρα που σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Το ποίημα λίγη σχέση έχει με τον τίτλο, περιέχει όμως δύο αναφορές: η πρώτη σε έναν στίχο του Νικόλαου Κάλας «η μουσική πρέπει να είναι σκληρή σαν κόκκαλο». Η δεύτερη αναφορά γίνεται στον «υπερρεαλισμό αφομοιωμένο» – υπάρχουν επεξηγηματικές υποσημειώσεις στο ποίημα.  Σύμφωνα λοιπόν με τη δεύτερη υποσημείωση, η Σχολή του αφομοιωμένου υπερρεαλισμού «χρησιμοποιεί υπερρεαλιστικά στοιχεία και τεχνικές προκειμένου να ερμηνεύσει ή να περιγράψει ρεαλιστικές καταστάσεις που δεν μπορούν να περιγραφούν αλλιώς. Όπως ο θάνατος των παιδιών ή οι αυτοκτονίες πιλότων επιβατικών αεροσκαφών εν ώρα υπηρεσίας». Πιστεύω πως στο σημείο αυτό βρίσκεται ένα σημαντικό κλειδί για την ποίηση του Αλεξόπουλου. Έτσι λειτούργησε για μένα τουλάχιστον, καθώς ξαναδιάβασα τη συλλογή μέσα από αυτή την οπτική. Οι ασφυκτικές καταστάσεις που υπαινίσσεται ο Αλεξόπουλος θα ήταν πολύ περισσότερο φρικιαστικές, φορτισμένες με περιγραφές δύσκολες, μελοδραματικές κάποτε. Και πιθανότατα λιγότερο ποιητικά αποτελεσματικές.

Έτσι οι πτήσεις που βουτούν στη θάλασσα, οι πιλότοι, οι έλικες, η ιπτάμενη ραπτομηχανή, αλλά και τα πνιγμένα ποιήματα, αποτελούν ένα ιδιαίτερο σύμπαν θλίψης και οδύνης. Το μικρό κορίτσι που κάνει χημειοθεραπεία και τελικά «τώρα ξέρει/γιατί οι γιατροί φοράνε άσπρα ρούχα», μαζί με τα παιδιά-σφάγια που κουβαλά στην πλάτη του ο Μινώταυρος, είναι η απόγνωση. Ο Βαγγέλης Αλεξόπουλος βρήκε έναν τρόπο ποιητικό να μιλήσει γι’ αυτά που φθάνουν να είναι άρρητα. Με δυνατές εικόνες, με αναλογίες, με θεατρικές συσχετίσεις. Με το συναίσθημα να ελέγχεται στην επιφάνεια, να το μαντεύεις όμως υπόκωφο, σαν μαύρο κύμα. Με δύναμη της ποιητικής έκφρασης και με έλεγχο των τεχνικών μέσων, έτσι ώστε η ποίηση να αποκτά ουσία.

 

info: Βαγγέλης Αλεξόπουλος, Οδηγίες χρήσης ιπτάμενης ραπτομηχανής, εκδ. Οδός Πανός, 2020

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here