Η Σύρος, ο Μπόρχες και ο Χρόνος- ψηλαφώντας το μεταφυσικό (του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου)

0
1304

 

του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου (*)

Το ταξίδι αναψυχής στη Σύρο έγινε την εποχή μετά τη χαλάρωση της πανδημίας, τότε που μετά από μια πολύ μεγάλη περίοδο αυστηρού εγκλεισμού και διάχυτου κλίματος ανασφάλειας, αρχίσαμε επιφυλακτικά και αμήχανα να βγαίνουμε από τα σπίτια μας. Είχαν περάσει πολλά χρόνια από τότε που πρωτοβρέθηκα στο νησί, και δεν θυμόμουν πια τίποτα: ήταν λοιπόν, εκ των πραγμάτων μια πολύ φρέσκια συναναστροφή.

Μέναμε σε μια εξοχή κάπου δίπλα στη θάλασσα, μα το πρώτο βράδυ θελήσαμε να κάνουμε χαλαρά μια βόλτα στην Ερμούπολη. Στρίβοντας από δω κι από κει, βρεθήκαμε σε μια περιοχή που μέσα στη μισοφωτισμένη σκοτεινιά μας φάνηκε μεγάλη και γεμάτη από παλιά σπίτια, μπορεί και νάταν πιο παλιά απ’τους παππούδες μας αυτά τα σπίτια, σχετικά μικρά, με έναν ή λίγους ορόφους. Αρκετά από αυτά έδειχναν παρατημένα από καιρό, άλλα είχαν γίνει πια χαλάσματα με ρηγματωμένες τις τοιχοποιίες ή χωρίς στέγες, με τοίχους να χάσκουν. Η φθορά- μικρή ή μεγάλη, πάντως αργή- ήταν η χαρακτηριστική ιδιότητα αυτού του χτισμένου περιβάλλοντος, όχι η ξαφνική καταστροφή από πόλεμο ή από σεισμό. Μια κατάσταση φθοράς που, μαζί με την απουσία καθημερινής χρήσης και λειτουργίας, αναδείκνυε κατά κάποιο τρόπο αδιαμεσολάβητη την «αύρα» των σπιτιών: τα ίχνη της ζωής που τα είχε εγκατοικήσει, μαζί με την αρχή σχεδιασμού τους, το διάγραμμα του σπιτιού όπως το είχαν φανταστεί πριν ακόμα το χτίσουν. Οι οικοδομικές λεπτομέρειες, που όταν η περιοχή έβραζε από ζωή θα περνούσαν σχεδόν απαρατήρητες, είχαν τώρα άλλο βάρος και σημασία: η στέρεα πέτρα εδώ, η εξ ανάγκης φτιαγμένη τοιχοποιία εκεί, το σκέρτσο μιας πόρτας ή ενός παραθύρου, ο τρόπος που έβρισκε ο όροφος το ισόγειο.

Υπήρχε διάχυτο ένα είδος ζωής. Η φθορά, κυρίως αυτή των φυσικών υλικών του φέροντος οργανισμού– όπως η πέτρα και το ξύλο-, αλλά και των οικοδομικών στοιχείων, σε αντίθεση με την ολοσχερή καταστροφή ή τη βία των βανδαλισμών που είναι σαν να σκοτώνουν την ψυχή του κτιρίου, κρατάει τα κτίρια ζωντανά: το σπίτι δεν θα είναι το ίδιο αν το ξαναδείς του χρόνου ή του παραχρόνου. Με αυτή την έννοια, το παράδοξο αυτό τοπίο δεν έπασχε από ψυχική εγκατάλειψη, ίσα ίσα η φθορά έδινε χώρο στον περαστικό να το κοιτάξει στοχαστικά, κι έτσι να τον εμπεριέξει. Διέφερε από τα «περιβάλλοντα- κούτσουρα», όπως είναι κάποιες ακριβές περιοχές που αποθαρρύνουν με το τρόπο τους τους επισκέπτες-παρατηρητές, αλλά και κάποιες άλλες ανεπανόρθωτα βαλτωμένες σε μόνιμη δεινή φτώχεια χωρίς προοπτικές, που κατοικούνται από ερειπωμένους ανθρώπους.

Επί πλέον, η περιοχή δεν ήταν ομοιογενής, από την άποψη των υλικών ερεθισμάτων. Όχι μόνο επειδή συχνά το ένα κτίριο διέφερε από το άλλο, μα και επειδή κάθε τόσο παρεμβαλλόταν κι ένα φωτισμένο από εσωτερικό φως, κατοικημένο σπίτι. Αυτά τα αραιά, κατοικημένα και φωτισμένα σπίτια, δεν είχαν σχέση με τα wil- o-wisp των αγγλικών μύθων, τις παραπλανητικές φλογίτσες που τρεμοσβήνουν στις άγριες περιοχές των συνόρων παρασύροντας συχνά τους ταξιδιώτες στην καταστροφή: περισσότερο φάνταζαν σαν πυγολαμπίδες σε σκοτεινό, μα φίλιο δάσος.

Ο δρόμος είχε κάτι σαν την άσφαλτο της παιδικής μου ηλικίας, τότε που σκεπάστηκε το χώμα, χάθηκε η σκόνη και δεν χρειαζόταν πιά να φοράμε γαλότσες για να βαδίζουμε στη λάσπη. Σε κάποιες στροφές του έμοιαζε να οδηγεί στα τοτινά ηδονικά θερινά σινεμά ή στις πλατείες με το παγωτό ξυλάκι. Ή σε κάποια έκπληξη, που απρόβλεπτα λειτουργούσε ως ανάμνηση περασμένης ευτυχίας, και επομένως ως μήτρα μιας νέας επιθυμίας. Κάπου εκεί- εξαίφνης- ένας τοίχος έδειχνε πως πάει να ακουμπήσει έναν άλλο τοίχο γειτονικού σπιτιού χωρίς τελικά να τον βρίσκει. Η κατακόρυφη σχισμή μεταξύ τους έμοιαζε να ακτινοβολεί ένα αποκλειστικά δικό της φώς, δεν είχε τη γαλακτώδη χλωμάδα του φεγγαριού ούτε την κιτρινωπή χροιά του ηλεκτρικού.

Εμεινα να κοιτάζω αυτή την απλωμένη, μεστή ησυχία. Μια έκτακτη τρυφερότητα με σκέπαζε, σαν να ξαναγύριζα στη ζεστασιά και την ασφάλεια της μήτρας, και τη γαλήνια βεβαιότητα ότι ξανάβρισκα την επιθυμία να επιθυμήσω ξανά από την αρχή. Αισθανόμουν άχρονος, ψηλαφώντας αυτό που υπάρχει κάτω από τον πυθμένα της πραγματικότητας: ο χώρος είχε άλλη χροιά, κι αυτό είχε να κάνει με το ότι η διάσταση του χρόνου είχε ακυρωθεί. Όπως γράφει ο Μπόρχες στο δοκίμιό του «Νέα ανασκευή του χρόνου»: «Και μόνο το γεγονός πως δεν μπορούμε να ξεχωρίσουμε μια στιγμή του φαινομενικού παρελθόντος από μιαν άλλη που ανήκει στο φαινομενικό παρόν του, αρκεί να αποσυνθέσει τον χρόνο».

*

Την άλλη μέρα, η εμπειρία της προηγούμενης νύχτας στην Ερμούπολη λειτούργησε ως μια εισαγωγή σε μια καινούρια, ελαφρά παραλλαγμένου τροπισμού εμπειρία: αυτή τη φορά είχε κάποιο συγκεκριμένο ιστορικό υπόβαθρο, μα η κύρια διάστασή της παρέμενε ονειρική. Μια βραδινή βόλτα στα Βαπόρια, τη συνοικία πάνω στη θάλασσα που έχτισαν οι Ελληνες που έφθασαν στη Σύρο κυνηγημένοι από τους Οθωμανούς στη διάρκεια της Επανάστασης του 1821, ήταν αυτή που έφτασε σε μια κορύφωση τα πράγματα. Εκεί έδιναν τον τόνο τα μέγαρα (ή ό,τι είχε απομείνει απ’αυτά) των καραβοκύρηδων και των τραπεζιτών που έφυγαν από τους πυρπολημένους τόπους τους και συντέλεσαν σε μια ριζοσπαστική καινούρια αρχή του ελληνισμού, με την ίδρυση του ελληνικού κράτους και την Ερμούπολη της Σύρου, ως στιβαρό οικονομικό κέντρο της Μεσογείου, πρώτη πρωτεύουσά του νέου κράτους.

Το υψηλό φρόνημα που απέπνεαν αυτές οι κατασκευές, μαζί με την ιδιόρρυθμης (σαν τα οράματα για τη νέα εποχή) αρχιτεκτονικής εκκλησία του Αγίου Νικολάου, ζέσταινε και ενέπνεε συμβολικά το παρόν. Τα κτίρια στα μάτια μου εκείνο το βράδυ ήταν η υλική αποτύπωση μιας πεισματικής διάθεσης: να προχωράμε με το κεφάλι ψηλά παρά τις αντιξοότητες, ακόμα και τις καταστροφές, προς μια λαμπερή αναγέννηση! Υπήρχαν κι εκεί χαλάσματα- απότοκα μιας μεγάλης φάσης παρακμής των συνθηκών που γέννησαν αυτά τα κτίρια- τα οποία χαλάσματα θα αρκούσαν και από μόνα τους να μεταδώσουν την υψιπέτεια της αρχής, μα παράλληλα- ακόμα καλλίτερα- πολλά έχουν ήδη αναστηλωθεί εξαιρετικά: δεν έχουν βεβαίως πια την αρχική τους χρήση, καθώς η Σύρος εδώ και πολύ καιρό, και αμετάκλητα, δεν έχει σχέση με το μεσογειακής εμβέλειας οικονομικό κέντρο του παρελθόντος,  τα ίδια κτίρια όμως λειτουργούν πιά ως ξενοδοχεία υψηλής κλάσης, έτσι όπως ο τουρισμός είναι πια η κινητήρια δύναμη της οικονομίας του νησιού.

Ετσι όπως λαμπύριζε αυτή η περιοχή, καθρεφτιζόμενη στη νυχτερινή, σκοτεινή θάλασσα της Σύρου, ήταν σαν αυτή η εμπειρία να ξεσκεπάζει το μέλλον από τα σκούρα σεντόνια της πανδημίας: ένιωσα μια γνώριμη τρυφερή και δροσερή πνοή να με κτυπά καταπρόσωπο. Η εκστατική εμπειρία είχε φτάσει στο αποκορύφωμά της.

 

Ιστορία και Μεταφυσική

Η εκστατική εμπειρία, όπως ωραία την αποκαλεί ο Μπόρχες, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, δεν είναι άγνωστη για πολλούς, μπορεί και για όλους τους ανθρώπους στην ιστορία της ανθρωπότητας, μα συχνά τείνουμε να την αισθανόμαστε ως ξένη, μη οικεία, όχι με την έννοια της ανησυχίας ή της απειλής, αλλά της αμηχανίας μας ως προς το ποια είναι η σχέση μας μ’αυτή, επί της ουσίας. Μια ήσυχη διάθεση αναζήτησης με κάνει να θέλω να κατανοήσω επαρκέστερα αυτή την εμπειρία. Ενας δρόμος γι’αυτή την αναζήτηση είναι να καταφύγω σε παρόμοιες εμπειρίες άλλων, όπως καταγράφονται σε βιβλία.

*

Το πολύ ιδιαίτερο βιβλίο «Στο σύνορο του Ευφράτη», εκδόσεις Απάμεια, της ιστορικού και Καθηγήτριας στο ΕΚΠΑ Πολύμνιας Αθανασιάδη έχει συνάφεια με την εμπειρία της Σύρου. Γράφει χαρακτηριστικά: «Την άνοιξη του 1981 ταξίδεψα πεζή και με τοπικά μέσα συγκοινωνίας στη Βόρεια Μεσοποταμία, την ακριτική περιοχή που Ρωμαίοι και Βυζαντινοί ονόμαζαν “Σύνορο του Ευφράτη”, με τον σκοπό να μελετήσω τα υστερορωμαϊκά μνημεία της περιοχής. Αλλά η αρμονία ανάμεσα στη λιτότητα των ζωτικών ρυθμών του μεθοριακού σύμπαντος και στο μέγεθος του μέσα καταρράκτη πυροδότησε μιαν άλλου είδους γραφή: ένα θεματικό ημερολόγιο που μια συγκυρία- καταστροφή προικίζει τώρα με απρόσμενη σημασία».

Διατρέχοντας πόλεις και τοπία σημερινά μεν, μα διάσπαρτα με σπαράγματα κτισμάτων και τρόπων περασμένων πολιτισμών, η Αθανασιάδη εμβαπτίζεται στο «αισθητικό ή μεταφυσικό μήνυμα του συρομεσοποταμίτικου κόσμου», και σημειώνει: «Εκεί, εντονότερα απ’ό,τι σε άλλες παραδόσεις, πνευματικότητα και τέχνη είναι αδιαίρετα ποσά: εδώ και τέσσερις χιλιετίες η γη αυτή, μέσα στην ευημερία ή στην ένδειά της, είναι σημαδεμένη από την άρνηση των ανθρώπων της ν’αρκεστούν στα δοσμένα, την έμμονή τους αναζήτηση γι’αυτό που κείται πέρα από το ορατό».

Τα χαλάσματα και η καταστροφή συνιστούν κρίσιμες διαστάσεις, ως υπόβαθρο της συνολικής εμπειρίας. Γράφει κάπου: «Το τοπίο σκλήραινε…Στην όαση βρήκαμε ένα χωριό τρωγλοδυτών βεδουΐνων και τα εντυπωσιακά απομεινάρια μιάς αινιγματικής λατρείας…Γύρω από τον κεντρικό λατρευτικό χώρο είναι σπαρμένα γεωμετρικά κτίσματα πού’χουν μαζί την όψη ναού και τάφου. Πέτρινα στόματα χάσκουνε πού και πού μές στο γυμνό τοπίο…» Σε άλλο σημείο, η συγγραφέας αναδεικνύει τολμηρά τη σχέση μεταξύ της καταστροφής και της ποίησης, συνδέοντας την ερήμωση από τις κατακλυσμιαίες επιδρομές των Μογγόλων τον Μεσαίωνα με την παράλληλη μεγαλειώδη ανάδειξη της «ποίησης των μυστικών» από την πλευρά των κυνηγημένων, όπως το μεταφυσικό έργο του Τζελαλαντίν αλ Ρουμ, μεταξύ άλλων. Κάτι ανάλογο συνέβη με τη βαθειά εσωτερικότητα της Παλαιολόγειας αναγέννησης της βυζαντινής Τέχνης, την εποχή της οθωμανικής πλημμυρίδας.

Κατάλληλα τοποθετημένη, συνδυάζοντας την επιστήμη της Ιστορίας και τη Μεταφυσική, η Αθανασιάδη δεν παρατηρεί απλά, μα μετέχει στο βίωμα: «Συνεχίσαμε να κυλάμε μέσα στο δύσβατο οροπέδιο ανάμεσα στ’αγριολούλουδα, το λίγο χορτάρι και τις άφθονες πέτρες καθώς ο ήλιος έγερνε πια να δύσει βάφοντας τα λασπόνερα του δρόμου πορφυρά. Όταν με τη νύχτα φτάσαμε στην Εδεσσα (σημ. σημερινή Ούρφα), ήταν σαν να επέστρεφα στο ίδιο μου το σπίτι».

Κάποια στιγμή, στο Diyarbakir, σε μια πόλη ερημωμένη από την άλλοτε ανθηρή αρμένική κοινότητα, η ώσμωση με την καταστροφή κορυφώνεται: «Παρ’όλο το μπρίο της νοικοκυράς, στην ατμόσφαιρα πλανιόταν η επίγνωση του ανεπανόρθωτου…Σηκώθηκα μ’ένα κόμπο στο λαρύγγι, φίλησα τους δυο πολλαπλά άκληρους Αρμένηδες και βγήκα στο βρώμικο δρόμο. Περπατήσαμε γρήγορα και σιωπηλά για ώρα. Αυτό που είχανε δει τα μάτια μας ήταν σπαραχτικό: δυό ανθρώπους που γνώριζαν ότι στέκουν στο τέλος μιάς αρχαίας παράδοσης που τίποτα, μα τίποτα, στον κόσμο δεν μπορεί να διασώσει».

*

Συνοψίζοντας κατά το δυνατόν την πολυκύμαντη αυτή εμπειρία, ξεχωρίζουμε ως στοιχεία της την φθορά, την επίγνωση της φθοράς και τη συνείδηση του αμετάκλητού της, μα όχι ως μελαγχολική και παθητική θέαση μιας παρακμής: αντίθετα, η ενέργεια της εμπειρίας σχετίζεται κατά πολύ στην ανάδειξη αυτού που ακόμα λαμπυρίζει ακόμα μεταξύ των χαλασμάτων πρότερων φάσεων του πολιτισμού.

Μα η εμπειρία συνεχίζεται, κορυφώνεται και μεταλάσσεται. Γράφει η Πολύμνια Αθανασιάδη: « Γύρισα στα Αδανα με οξυμμένη την αίσθηση της ματαιότητας κάθε ανθρώπινης προσπάθειας…Μαζί μ’όλους τους αντιδραστικούς διανοούμενους της ύστερης αρχαιότητας, είχα γονατίσει μπρος στα ερείπια ενός χρεωκοπημένου ανθρωποκεντρικού παρελθόντος κι είχα κλάψει τόσο σπαραχτικά και παρατεταμένα, που στο τέλος κάτι σαν κάθαρση ανάβλυσε από μέσα μου. Κι όπως κανείς γονιός δεν θρηνεί για τον καθημερινό θάνατο του παιδιού του, καθώς εκείνο χάνει το οικείο σχήμα της παιδικότητας μέσα στις όμοια εφήμερες μορφές της νιότης, έτσι κι εγώ έπαψα να θρηνώ για την ανεπανόρθωτη αλλοίωση των χαρακτηριστικών του οικείου μου κόσμου. Ανεπαίσθητα, οι παρωπίδες, που τόσο στοργικά είχε τοποθετήσει πλάϊ στα μάτια μου η ανθρωπιστική μου παιδεία, άρχισαν να παραμερίζουν…Κάποια στιγμή, ένιωσα μια γνώριμη πνοή να με κτυπά καταπρόσωπο…»

 

Η φύση της εμπειρίας

Μια εμπειρία αυτού του είδους είναι μια έξοδος από τον τόπο όπου συνήθως εξελίσσεται η ζωή, προς ένα ασυνήθιστο και μη τυπικό τοπίο, οπότε συνιστά μια μετέωρη κατάσταση, όπου ο χώρος και ο χρόνος χάνουν τις διαστάσεις και τη διάρκειά τους, Με αυτή την έννοια, μια τέτοια εμπειρία είναι ά-τοπη, με την ίδια έννοια που ο Πλάτων βάζει τον Σωκράτη στο «Συμπόσιο» να λέει ότι ο έρωτας είναι ά-τοπος.

Ενας πειρασμός για όποιους μετείχαν μιας τέτοιας εμπειρίας- αν μάλιστα βιώνουν σε μια φάση της ζωής τους κάποιον εγκλωβισμό, ακόμα περισσότερο- είναι να τη γενικεύσουν, θεωρώντας ότι «η ζωή είναι ένα όνειρο»- όπως είναι ο τίτλος του κλασικού θεατρικού έργου του ισπανικού 17ου αιώνα του Pedro Calderòn de la Barca. Στο έργο, ένας νεαρός πρίγκηπας καταδικασμένος να ζει σε όλη την αιωνιότητα σε έναν μυστικό κόσμο, αποκομμένος ακόμα και από τον ήλιο, προκειμένου να σώσει τη χώρα του από μια τρομακτική μοίρα, μπορεί μόνο να ονειρεύεται μια ανεστραμμένη ζωή, να ζει τα παλάτια, τις αυτοκρατορίες και την ελευθερία στα όνειρά του, σαν να είναι αληθινά. Η μονιμότητα αυτής της κατάστασης την καθιστά ασφυκτική, αυτή είναι η φυλακή του: «Αν κοιμάμαι, μη με αφήνετε να ξυπνήσω» λέει κάπου ο πρωταγωνιστής εγκλωβισμένος.

Παρά τις δυσκολίες υποστήριξης στο πεδίο μιας τέτοιας θεώρησης, στη διαχρονία της ανθρωπότητας δεν είναι λίγοι αυτοί που την επικαλέστηκαν («η ζωή είναι μια ψευδαίσθηση», «ο άνθρωπος είναι μια ψευδαίσθηση»): από τα θρησκευτικά συστήματα εξουσίας μέχρι τους σημερινούς γκουρού κάθε λογής, και από την αρχαία Ανατολή μέχρι στιβαρούς φιλοσόφους της δυτικής σκέψης. Το θέμα είναι τεράστιο και κομβικό στις κατά καιρούς ανθρώπινες θεωρήσεις (με πολλούς τρόπους: ένας από αυτούς είναι μια μετωπική σύγκρουση μεταξύ της vita activa και της vita contemplativa, μεταξύ της ενεργού ζωής και της ζωής του πνεύματος), μα είναι αδιανόητη μια συνολική διαπραγμάτευση του στα πλαίσια της παρούσας προσέγγισης.

Ψηλαφώντας το θέμα-ώστε κατ’αρχάς να το αναδείξουμε-θα εμπιστευτούμε τον Μπόρχες, ο οποίος ασχολείται κατ’εξοχήν με τα ζητήματα αυτά, και γράφει χαρακτηριστικά στο κείμενό του «Νέα ανασκευή του χρόνου», στον τόμο «Δοκίμια», εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, σε μετάφραση Αχιλλέα Κυριακίδη: «Στη διάρκεια μιας ζωής αφιερωμένης στα γράμματα και (κατά καιρούς) στη μεταφυσική σύγχυση, διείδα ή προαισθάνθηκα μια ανασκευή του χρόνου, στην οποία δυσπιστώ κι εγώ ο ίδιος, αλλά η οποία μ’επισκέπτεται συχνά τις νύχτες και μες στο κουρασμένο σύθαμπο, με την απατηλή ισχύ του αξιώματος».

Στον πρόλογο της πρώτης έκδοσης του έργου του « Το βιβλίο των φανταστικών όντων» (Εγχειρίδιο φανταστικής ζωολογίας), μετάφραση: Γιώργος Βέης, εκδόσεις Πατάκη, ο Χόρχε Λουΐς Μπόρχες, μας προϊδεάζει για τη θέση του αναφορικά με τη σχέση του κόσμου του νου και του πραγματικού: «Ο Φλωμπέρ, στις τελευταίες σελίδες του “Πειρασμού του Αγίου Αντωνίου”, συγκέντρωσε ένα πλήθος μεσαιωνικών και κλασικών τεράτων, και προσπάθησε να επινοήσει μερικά καινούρια. Το αποτέλεσμα δεν είναι και πολύ εντυπωσιακό, και ελάχιστα απ’αυτά τα τέρατα διεγείρουν πραγματικά τη φαντασία μας. Όποιος ρίξει μια ματιά στις σελίδες αυτού του εγχειριδίου δε θ’αργήσει να καταλάβει ότι η μυθική ζωολογία είναι πολύ φτωχότερη από τη ζωολογία του Δημιουργού».

Η κατάληξή του στο εμπεριστατωμένο του δοκίμιο «Νέα ανασκευή του χρόνου» είναι: «And yet, and yet…Άρνηση της χρονικής διαδοχής, άρνηση του «εγώ», άρνηση του αστρονομικού σύμπαντος- όλα αυτά είναι φανερές απελπισίες και κρυφές παρηγοριές. Η μοίρα μας (αντίθετα από την Κόλαση του Σβέντερμποργκ και την Κόλαση της θιβετιανής μυθολογίας) δεν είναι φοβερή επειδή είναι εξωπραγματική. Είναι φοβερή επειδή είναι αμετάκλητη και σιδηρά. Ο χρόνος είναι η ουσία απ’την οποία είμαι φτιαγμένος. Ο χρόνος είναι ένα ποτάμι που με παρασέρνει, αλλά εγώ είμαι το ποτάμι. Είναι ένας τίγρης που με κατασπαράζει, αλλά εγώ είμαι ο τίγρης. Είναι μια φωτιά που με αναλώνει, αλλά εγώ είμαι η φωτιά. Ο κόσμος, δυστυχώς, είναι πραγματικός. Εγώ, δυστυχώς, είμαι ο Μπόρχες».

*

Σύμφωνα με την αντίληψή μου, όπως αυτή προκύπτει σε συνάφεια με τις εμπειρίες μου, δεν θα χρωμάτιζα την τελική διαπίστωση με «δυστυχώς» ή «ευτυχώς», μα θα έδινα την έμφαση σ’αυτό που έχει σημασία: ο κόσμος είναι πραγματικός, μα παράλληλα είναι και κάτι παραπάνω από αυτό που φαίνεται και μπορεί να ψηλαφηθεί.

Το δικό μου σχήμα προσομοίωσης- μέχρι να πειστώ για κάποιο άλλο αποδοτικότερο-  συνδυάζει το απτό με το μη απτό ως εξής: η πραγματικότητα εξελίσσεται ως μια βαθειά, σκληρή οριζόντια γραμμή, η οποία είναι η κύρια, η βασική γραμμή. Η γραμμή αυτή φέρει κάθε τόσο και άλλες γραμμές, κάθετες προς την κύρια. Αυτές οι κάθετες γραμμές είναι κάποιου είδους εκστατικές ή και στοχαστικές εμπειρίες, μικρές ή μεγάλες. Στη μεγάλη διάρκεια δεν είναι κύριες, δεν αφορούν ευθέως τον πυρήνα των εξελίξεων στη ζωή μας, μα είναι πολύτιμες, καθώς μεγαλώνουν τον ζωτικό μας χώρο και αυτή η έκτακτη ψυχοδιανοητική ευρυχωρία συχνά αποκαθαίρει, βοηθάει και ενδεχομένως εμπνέει τους ελιγμούς μας στο πεδίο της πραγματικότητας.

Πάντως, οι ποιοτικές, εκστατικές, κάθετες στην οριζόντια γραμμή, ψυχοδιανοητικές γραμμές, εκτός από ευεργετικές, εμπεριέχουν εν δυνάμει και μια αντίθετη, καταπτωτική ενέργεια. Σε όλη τη διαχρονία της ανθρωπότητας, έχουν χρησιμοποιηθεί από μικρές ή μεγάλες θρησκευτικού τύπου εξουσίες για τον εγκλωβισμό ανθρώπων, μεμονωμένων ή συλλογικοτήτων, αλλά και από τους ίδιους τους ανθρώπους που τις χρησιμοποιούν παθητικά ως καταφύγια (γράφει χαρακτηριστικά ο Έρμαν Έσσε: «σαν κάποιον που γεύτηκε μια φορά τις ηδονές του αλκοόλ, και μετά έγινε αλκοολικός»), προκειμένου να αποφύγουν την ενεργητική συμμετοχή τους στην πραγματικότητα. Σε τέτοιες περιστάσεις, τείνω να φέρνω στο μυαλό μου το ξέσπασμα του Φάουστ, στην έναρξη της ομώνυμης τραγωδίας του Γκαίτε, όταν στο υγρό υπόγειο που ήταν το σπουδαστήριό του, δεν υποφέρει πια τη ζωή όπως την πέρασε με τα διαβάσματα και τη φιλοσοφία, και αποζητά τη βοήθεια του Μεφιστοφελή για να ζήσει επί τέλους τη ζωή της σάρκας. Έτσι ή αλλιώς, δεν υπάρχει διάβαση «του κουτιού» στη ζωή.

*

Βεβαίως, οι κόσμοι του απτού και του μη απτού δεν λειτουργούν αυτόνομα, μα πλέκονται ποικιλοτρόπως μεταξύ τους. Προκειμένου να φωτίσουμε λίγο περισσότερο τον τρόπο που πλέκονται οι κάθετες και οριζόντιες γραμμές της προσομοίωσής μας, αντλούμε από τον σύγχρονο Ιταλό ψυχίατρο και φιλόσοφο Umberto Galimberti, ο οποίος στο βιβλίο του «Παρερμηνείες της ψυχής»,  μετάφραση του Μελή Μελετιάδη, εκδόσεις University Studio Press, γράφει: « Η φύση, όπως είχε κατανοήσει ο Ηράκλειτος, ^κρύπτεσθαι φιλέει^, της αρέσει να κρύβεται. Η απόκρυψή της δεν έχει τίποτα το κοινό με την πλάνη και πολύ λιγότερο με την απάτη. Η φύση κρύβεται, διότι σ’αυτήν τα σημεία υπεραφθονούν σε σχέση με την ικανότητα της λογικής να τα βάζει σε τάξη, διότι η πληθώρα νοημάτων της φύσης υπερισχύει της κατασκευής τους από τη λογική θεμελιωμένων σημασιών».

Σε σχέση με αυτά, συνεχίζει ο Galimberti: «Εάν ο πλατωνισμός είναι μια απάντηση υπέρ της συνέχειας της ζωής, ο τρόπος σκέψης που εγκαινιάζει ο Πλάτων, χωρίζοντας το αληθινό από το ψευδές και το καλό από το κακό, δεν είναι ο τύπος της αλήθειας, αλλά μια ιστορική μορφή σωτηρίας, ή, πιο μετριόφρονα, υγείας. Αυτό υπαινίσσεται ο Νίτσε», συνεχίζει ο Ιταλός ψυχίατρος, «όταν υποψιάζεται ότι σε κάθε φιλοσοφία το θέμα καθόλου δεν αφορούσε μέχρι τώρα την ^αλήθεια^, αλλά κάτι άλλο όπως υγεία, ανάπτυξη, δύναμη, ζωή». Με αυτή την έννοια, έτσι γεννιέται κάθε φορά ένας χάρτης του κόσμου στο εσωτερικό του οποίου ο άνθρωπος μπορεί να προσανατολιστεί με τρόπο σταθερό και βέβαιο, διότι τα πράγματα έχουν αποσπαστεί οριστικά από την πολυσημία τους». Με άλλα λόγια, η λογική παρουσιάζει την πραγματικότητα μέσω των ορισμών της, βοηθώντας μ’αυτή την απλοποίηση την οργάνωση της προσωπικής και συλλογικής ζωής των ανθρώπων. «Με αυτή την προοπτική, η λογική του Πλάτωνα και η δυτική ψυχή, που είναι εγγεγραμένη σ’αυτή τη λογική, είναι το αποτέλεσμα ενός μεγάλου έργου τέχνης, ενός μεγάλου τεχνάσματος, και ως τέτοιες πρέπει να ερμηνεύονται».

Βεβαίως, συνεχίζει ο Ιταλός ψυχίατρος, «Ο Πλάτων, οικοδομώντας τον κόσμο της λογικής, τον μόνο που οι άνθρωποι μπορούν να οικήσουν, δεν κλείνει την άβυσσο του χάους της πολυσημίας, αλλά τη θεωρεί ως μια απειλή και ως δώρο, ως χώρο ανέλεγκτων λέξεων, ως κατοικία των θεών».

Οπότε, αναδεικνύοντας ο Galimberti, με τη συνδρομή του Νίτσε, τα όρια της λογικής παράστασης, τη διαλύει στο πλήθος των εννοιών που τα σημεία παράγουν, επιστρέφοντας την ψυχή στο απλησίαστο των ορίων της: «ψυχής πείρατα ιών ουκ αν εξεύρειο, πάσαν επιπορευόμενος οδόν, Ούτω βαθύν λόγον έχει», δηλαδή: «Της ψυχής τα πέρατα δεν θα τα βρεις, όλους τους δρόμους κι αν βαδίσεις, Τόσο βαθύ λόγο έχει».

Εκεί ψηλαφώ στην ουσία της τη φύση της εμπειρίας στη Σύρο ή στο σύνορο του Ευφράτη.

 

Επίμετρο

Εννοείται ότι ο κόσμος των «κάθετων γραμμών» είναι, μεταξύ άλλων, το κατ’εξοχήν βασίλειο της Τέχνης. Κλείνουμε λοιπόν χαρακτηριστικά με ένα ποίημα της Εφης Κατσουρού, από τη συλλογή «Γεωγραφία προσώπου», εκδόσεις Κέδρος:

«Με την καμπύλη του κύματος ορίζω τον χρόνο. Βουτάω και συγχρονίζομαι».

 

 

(*) Ο Γιώργος Μ. Χατζηστεργίου είναι συγγραφέας και πολιτικός μηχανικός. Τα πιο πρόσφατα βιβλία του είναι «Ο πολιτισμός των φαντασμάτων» και «Ηδονική Γεωγραφία», και τα δύο, όπως και το σύνολο των βιβλίων του, από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια.

 

 

 

 

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΟι πρεμιέρες που έρχονται (της Όλγας Σελλά)
Επόμενο άρθρο«Βλάβη»: New Kid in Town (του Σπύρου Κακουριώτη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ