Η στρατηγική του υπαινιγμού και της απόκρυψης (του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου)

0
590
Marc Martin, Το ψωνιστηρι, έκθεση στο Βερολίνο.

   

 

του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου

 

Η αφήγηση του καινούργιου μυθιστορήματος του Γιώργου Συμπάρδη ξεκινάει τον πρώτο χρόνο της δικτατορίας των συνταγματαρχών στην Πλατεία Κλαυθμώνος (εξ ου και ο τίτλος του βιβλίου). Ο κεντρικός ήρωας και ενδοδιηγητικός αφηγητής δεν έχει πάει εκεί τυχαία. Ψάχνεται ερωτικά κι επειδή έχει ακούσει πως η αστυνομία συλλαμβάνει στα δημόσια ουρητήρια της πλατείας όσους συχνάζουν τριγύρω αναζητώντας μια ομοφυλοφιλική επαφή, σπεύδει να το διαπιστώσει ιδίοις όμμασι χωρίς να υποπτεύεται πως θα βρεθεί πάραυτα στο τοπικό αστυνομικό τμήμα μαζί με ένα άγνωστο συνομήλικο με τον οποίο πρόλαβαν να μοιραστούν μόνο ένα παγκάκι. Όπως κι αν έχει, το επεισόδιο αυτό θα γίνει η αφορμή για τη μύηση του ήρωα στα ομοφυλοφιλικά αθηναϊκά στέκια, μύηση που θα συμβεί χωρίς συναισθηματικό ενθουσιασμό αλλά με σφοδρή επιθυμία, με την επιθυμία με την οποία οι νέοι πάντοτε ψηλαφούν τις πρώτες, εν πολλοίς άγνωστες ακόμη, ερωτικές τους ανάγκες. Δεν θα εκτυλίξει ο Συμπάρδης εδώ παραφουσκωμένα ψυχοδράματα, δεν θα στραφεί εναντίον της κοινωνίας που μάχεται την ετερότητα, δεν θα σκύψει καν πάνω από χαίνοντα τραύματα τα οποία θα ρημάξουν ζωές και συνειδήσεις. Περιπλανώμενος ο αφηγητής στους δρόμους και τις συνοικίες της Αθήνας θα αποδειχθεί περισσότερο ένας οργανωμένος παρατηρητής και πολύ λιγότερο ένας δέκτης με πληγωμένη ευαισθησία. Γι’ αυτό και  μοναδική ισχυρή του αντίδραση έχει να κάνει με την αυθαιρεσία της σύλληψής του για άσχετους λόγους από τις αρχές ενόσω ενεργούν στο πλαίσιο ενός δικτατορικού καθεστώτος. Ο συγγραφέας θίγει το ζήτημα της σεξουαλικής ετερότητας όχι με όρους ετερότητας αλλά επί καθαρώς πολιτικής βάσεως – ακόμα κι αν οι επόμενες εικόνες και οι συνακόλουθοι απόηχοι της δικτατορίας θα διεκδικήσουν μικρότερη, ελάχιστη έκταση μέσα στο υπόλοιπο μυθιστόρημα, μονάχα ως υπόγειες ενδείξεις ή ως παραπομπές φόντου για την ιστορική περίοδο εντός της οποίας τοποθετεί ο Συμπάρδης τα πρόσωπα και τη δράση τους.

Η απουσία διακηρυγμένου δράματος και η παράκαμψη της τραυματικής λογικής είτε ως μεθόδου εξομολόγησης, στο τεχνικό και στο αφηγηματικό επίπεδο, είτε ως τρόπου προβολής των αντιδράσεων των πρωταγωνιστών, στο πεδίο της ψυχολογίας και της διαγραφής των χαρακτήρων, οφείλεται πιθανόν στη μικρή ηλικία του ήρωα στην Πλατεία Κλαυθμώνος και στο γεγονός πως ψάχνεται γενικώς και όχι μόνο ως προς όσα αποδεσμεύει το επεισόδιο της πλατείας – ψάχνει να βρει τι σαλεύει πίσω από το παρασκήνιο της ζωντανής ιστορίας της οικογένειάς του, τι έχουν να του πουν οι γνωριμίες με άκρως συνεσταλμένα κορίτσια της εποχής του ή μέσω ποιων δρόμων οφείλει να καταλάβει τον δεσμό των γονιών του και τις σχέσεις που ανέπτυξαν κατά καιρούς με τον κοντινό τους περίγυρο. Ο ήρωας του Συμπάρδη μαθητεύει και η μαθητεία δεν θα αργήσει να δείξει πως το ζητούμενο δεν μπορεί να περιοριστεί στον εντοπισμό και στη συνειδητοποίηση των συμβάντων, χρειάζεται, πριν και πάνω απ’ όλα, να προσανατολιστεί στο πώς τα συμβάντα αντί να αποκαλύψουν την πραγματικότητα, τη διαστρέφουν, την αποσιωπούν ή και σπεύδουν να μεταθέσουν το κέντρο του βάρους της. Κι αν αυτές είναι οι καταστάσεις τις οποίες επιδιώκει να υποδείξει η μυθιστορηματική σύνθεση, τότε ο συγγραφέας δεν πρόκειται να μας πάρει από το χέρι, οδηγώντας μας σε μια κεντρική πύλη εισόδου. Είναι υπεραρκετό να μας βοηθήσει να εννοήσουμε τους υπαινιγμούς και τις αποκρύψεις του.

Θα ομολογήσω ευθέως πως η Πλατεία Κλαυθμώνος διασταυρώνεται με παλαιότερα μυθιστορήματα του Συμπάρδη ως προς τη στρατηγική των υπαινιγμών και της απόκρυψης δεν συνέχεται, όμως, από την εστίαση της προσοχής σε έναν άξονα προς τον οποίο να κατατείνουν η αφήγηση και η οργάνωση της πλοκής με όλες τους τις δυνάμεις. Στον Άχρηστο Δημήτρη (1998) ένας τέτοιος άξονας είναι το πλέγμα αισθήσεων, εντυπώσεων και εικόνων που αποτυπώνουν τη ζωή εν τω γεννάσθαι: όπως ένα κύμα το οποίο κανένας δεν ξέρει πώς θα είναι την επόμενη φορά που θα έρθει να σπάσει στα βράχια. Ένα κύμα το οποίο δεν πηγάζει από τον ψυχισμό και τη συνείδηση, που είναι σαν να έχει καταφτάσει από το πουθενά, απλώς για να ταράξει με τα φουσκωμένα νερά του. Το τυχαίο και η προχωρημένη φθορά με προοπτική έναν κενό περίγυρο, σκιασμένο τώρα από μια φανερή σεξουαλική παραδοξότητα, που δεν έχει την παραμικρή ομοφυλοφιλική χροιά, είναι ο άξονας στην Υπόσχεση γάμου (2011).  Όσο για τα Αδέλφια (2018), η αντίθεση μεταξύ των δύο αδελφών συμπυκνώνει τον ανηλεή ανταγωνισμό τους ως προς τη διασφάλιση πρωτείων κυριαρχίας.

Η απουσία που προσπάθησα να περιγράψω δεν έχει αξιολογική τιμή. Σε ένα μυθιστόρημα μαθητείας ή διάπλασης, η μια εμπειρία διαδέχεται με ταχύτητα την άλλη και τα δεδομένα της προσωπικότητας του πρωταγωνιστή διαμορφώνονται από μια δέσμη πολλαπλών παραγόντων (συχνά σε άτακτη, συνειρμική διαδοχή). Η αποσπασματικότητα και ο επιμερισμός προκύπτουν εν προκειμένω ως αναγκαία περίπου συνθήκη. Και από αυτή την ηθελημένα τεμαχισμένη γραμμή του κύκλου μικρών συνόλων ο οποίος κυριαρχεί στην Πλατεία Κλαυθμώνος, κρατώ τη μελαγχολική σιωπή και τη σοφία ενηλικίωσης του κεντρικού ήρωα, την ατμόσφαιρα επιβαρυμένης ελαφρότητας της μητέρας του, τις σκοτεινά αδιέξοδες επιλογές του πατέρα του μα και το ηθικολογικό ερείπιο στο οποίο θα καταλήξει το παρ’ ολίγον κορίτσι του. Υπάρχουν πλήθος μέσα για να χτιστεί μια στέρεη οικοδομή και αυτό ακριβώς υπερασπίζεται, αποδεικνύει και κερδίζει στο ακέραιο ο Συμπάρδης στην Πλατεία Κλαυθμώνος.

 

Γιώργος Συμπάρδης, Πλατεία Κλαυθμώνος, Μεταίχμιο

Προηγούμενο άρθρο«Αληθολογώντας τα μυθοπλαστικά» σε «ατέρμονα κοχλία» (του Γιάννη Στρούμπα)
Επόμενο άρθροΗ θνητότητα του χώρου μέσα από τον φακό τού Φώτη Θαλασσινού (γράφει ο Luis Lopes)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ