«Η Στέλλα με τα κόκκινα γάντια»: αναμέτρηση με ρίσκο (της Όλγας Σελλά)

0
442

 

της Όλγας Σελλά

 

Την εβδομάδα που μόλις τελείωσε είδα, διαδοχικά, τρεις παραστάσεις, από αυτές που θεωρούνται αναμενόμενες, οπωσδήποτε για το θεατρόφιλο κοινό. Ξεκίνησα (την Πέμπτη) με τη «Στέλλα με τα κόκκινα γάντια» του Ιάκωβου Καμπανέλλη και του Γιάννου Περλέγκα, συνέχισα (την Παρασκευή) με το «Σπιρτόκουτο the Musical» βασισμένο στην κλασική ταινία του Γιάννη Οικονομίδη, σε σκηνοθεσία Γιάννη Νιάρρου και η εβδομάδα ολοκληρώθηκε (το Σάββατο) με την παράσταση της Λένας Κιτσοπούλου «Τα νέα μου είναι σαρωτικά». Θα μοιραστώ μαζί σας τις εντυπώσεις μου από τις δύο πρώτες παραστάσεις. Με την τελευταία δεν θα ασχοληθώ, αφού χρησιμοποιεί μια «γλώσσα» που δεν γνωρίζω και άρα δεν κατανοώ.

Ξεκινώ με τη σειρά που τα είδα, με την παράσταση «Η Στέλλα με τα κόκκινα γάντια». Σε επόμενο κείμενο, το «Σπιρτόκουτο».

Στο πλαίσιο του Έτους Καμπανέλλη, ο Γιάννος Περλέγκας καταπιάνεται, για δεύτερη φορά με το πασίγνωστο όσο και εμβληματικό έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη «Η Στέλλα με τα κόκκινα γάντια». Στη σκηνή του Θεάτρου Τέχνης της οδού Φρυνίχου αυτή τη φορά, σε συμπαραγωγή με το Εθνικό Θέατρο, όπου είχε πρωτοπαρουσιάσει, μόνο διαδικτυακά το 2020, την ίδια παράσταση. Την ίδια; Όχι ακριβώς την ίδια, επειδή είχα παρακολουθήσει κι εκείνο το live streaming. Στο διάστημα αυτό ο Γιάννος Περλέγκας την ξαναδούλεψε, την ξανασχεδίασε, άλλαξε ελαφρώς τη διανομή της και επιχείρησε να απομακρυνθεί, όσο είναι δυνατόν, από μια εμβληματική ταινία που είναι ταυτισμένη με το έργο, αλλά και με τους πρωταγωνιστές της. Παρότι η παράσταση ξεκινάει με φωτογραφίες της ταινίας στο βάθος της σκηνής, κάνοντας focus στον τρόπο που ο Γιώργος Φούντας αρπάζει το μπράτσο της Μελίνας, στον τρόπο της κτητικής επιβολής του άνδρα δηλαδή.

Τι άλλαξε; Το πρώτο που έχει αλλάξει είναι η όψη της παράστασης, η σκηνική όψη, που απομακρύνθηκε εντελώς από τη ρεαλιστική απεικόνιση της πρώτης εκδοχής και επέλεξε μια περισσότερο σύγχρονη σκηνογραφική όψη (με περισσότερο βίντεο, με δάπεδο από πλαστικό γκαζόν, με καρέκλες και τραπέζια σύγχρονου συνοικιακού μεζεδοπωλείου που προσπαθούν να δείξουν vintage), με μια τρέχουσα pret a porte αισθητική δηλαδή. Προς την ίδια κατεύθυνση έχουν πειραχτεί και τα κοστούμια της παράστασης, κρατώντας μια vintage όψη για τα γυναικεία, τονίζοντας ιδιαιτέρως το μπούστο των φορεμάτων, και μια ρεαλιστική για τα ανδρικά. Παραλλήλως, όμως, άλλαξε και τη συμπεριφορά των χαρακτήρων, εκείνων που περιβάλλουν τη Στέλλα (Εύη Σαουλίδου). Έτσι η Μαρία, η ιδιοκτήτρια της ταβέρνας, (Σοφία Κόκκαλη), η Αννέτα, η άλλη τραγουδίστρια και αντίζηλος της Στέλλας (Κατερίνα Λυπηρίδου), ο Μήτσος το γκαρσόνι (Θοδωρής Σκυφτούλης), ο Πίπης ο πιανίστας (Γιάννος Περλέγκας) είναι ο περίγυρος, η κοινωνία, η κοινή γνώμη, λειτουργούν αρκετές φορές υπερβολικά, σουρεαλιστικά, με μεγάλη δόση γραφικότητας, τονίζοντας έτσι την κυρίαρχη προσωπικότητα του έργου: τη Στέλλα. Δεν δίνει αυτή τη διάσταση στους δύο άλλους άνδρες του έργου που διεκδικούν την καρδιά της Στέλλας: τον γόνο της πλούσιας οικογένειας, τον Αλέκο, και τον νεαρό μπογιατζή στον οποίο καταφεύγει στο τέλος (Γιάννης Παπαδόπουλος και στους δύο ρόλους), παρότι στην πρώτη του εμφάνιση στη σκηνή ως Αλέκος ο Γιάννης Παπαδόπουλος «κάθεται» μ’ έναν εντελώς σουρεαλιστικό τρόπο στην καρέκλα της ταβέρνας. Δίπλα στη Στέλλα υπάρχει ακόμα μία ισχυρή προσωπικότητα, πάλι γυναικεία, η μητέρα του Μίλτου (Ανθή Ευστρατιάδου, που έχει και τον ρόλο του αφηγητή σε βίντεο). Οι δυο γυναίκες «κονταροχτυπιούνται» και μετριούνται στη συγκλονιστική σκηνή της συνάντησης και γνωριμίας τους, σκηνή που δεν υπήρχε στην ταινία και είναι από τις σπουδαιότερες του κειμένου του Καμπανέλλη.

Ο Γιάννος Περλέγκας θέλησε να τονίσει την υπεροχή της προσωπικότητας της Στέλλας, της ανεξάρτητης και αδέσμευτης γυναίκας  που έχει πάθος, θάρρος, τσαγανό, και δεν θέλει να χορέψει σε κανενός άλλου το ρυθμό («Μη θες κι εσύ να μ’ αλλάξεις», λέει στον Μίλτο. «Γιατί είστε όλοι τόσο ιδιοκτήτες;» αναρωτιέται) κάτι που ο περίγυρος αδυνατεί να κατανοήσει, αφού η κρατούσα αντίληψη είναι «έχε για μέτρο το μπόι του αντρός σου». Το έκανε επιτυχώς, χάρη και στην ισχυρή ερμηνεία και προσωπικότητα της Εύης Σαουλίδου, που πήρε απολύτως απόσταση από την έντονη παρουσία στο συλλογικό ασυνείδητο της Στέλλας-Μελίνας, αλλά την ίδια στιγμή επέλεξε να χαμηλώσει αρκετά, σαρκάζοντας, διακωμωδώντας, έως και παρωδώντας τις συμπεριφορές των υπολοίπων –της κοινωνίας δηλαδή. Ακόμα και του άλλου πόλου -και στο έργο και στο διακύβευμά του- εκείνου της σκληρότητας, της επιβολής, της αντρικής υπεροχής και κτητικότητας: του  Μίλτου (Μιχάλης Τιτόπουλος). Επιλογή η οποία θάμπωσε αρκετά και το κοινωνικό σχόλιο του έργου του Καμπανέλλη, γραμμένου το 1954, που είναι ισχυρό και παρών, παρότι είναι υπαινικτικό. Μια μετεμφυλιακή περίοδος, δύσκολη και σκληρή, με τους ανθρώπους της εποχής να προσπαθούν να στηθούν στα πόδια τους, να δημιουργήσουν, να ξεχάσουν… Η αστικοποίηση είναι παρούσα, οι πολυκατοικίες μπαίνουν στον τρόπο συνύπαρξης των ανθρώπων, παρότι οι σχέσεις τους είναι ακόμα γήινες. Η «Στέλλα με τα κόκκινα γάντια» του Ιάκωβου Καμπανέλλη ήταν η εξιστόρηση μιας γυναικοκτονίας σε ένα διαφορετικό κοινωνικό πλαίσιο, το οποίο αποτύπωσε μοναδικά ο συγγραφέας του.

Ο Γιάννος Περλέγκας διαχειρίστηκε εξαιρετικά τη μουσική και την ένταξή της στην παράσταση, με τη συμβολή και την παρουσία επί σκηνής του Στράτου Γκρίντζαλη, είχε σκηνές αισθαντικές και ισχυρά θεατρικές (συνομιλώντας και με άλλες τέχνες), όπως η ευφυής «κινηματογράφηση» των ηθοποιών στον πάνινο τοίχο που υπήρχε στην πλάτη της σκηνής με την καθοριστική και έμπειρη συμβολή του Τάσου Παλαιορούτα στους φωτισμούς και είχε έναν θίασο που υποστήριξε απολύτως το εγχείρημα. Με πρώτες την Εύη Σαουλίδου και την Ανθή Ευστρατιάδου. Η Σοφία Κόκκαλη, η Κατερίνα Λυπηρίδου, ο Θοδωρής Σκυφτούλης, ο Γιάννης Παπαδόπουλος, και ο ίδιος ο Γιάννος Περλέγκας υπηρέτησαν όλες τις «αποχρώσεις» στη νέα ανάγνωση του έργου. Όπως και ο Μιχάλης Τιτόπουλος, που όμως, νομίζω, ότι δεν είχε την απαιτούμενη χημεία με τη Στέλλα της Εύης Σαουλίδου.

Ήταν ένα δύσκολο εγχείρημα, που είχε ρίσκο, είχε αναμέτρηση μ’ ένα έργο-θρύλος, είχε το μέλημα να αποστασιοποιηθεί από εκείνη την εικόνα. Ένα εγχείρημα που είχε δουλειά και κόπο, και αποτυπώθηκαν στη σκηνή, ήταν όμως και άνισο, κυρίως επειδή ο Γιάννος Περλέγκας επέλεξε να τονίσει έντονα τις δύο ισχυρές γυναικείες προσωπικότητες του έργου, αδυνατίζοντας έως υπονομεύοντας τους υπόλοιπους ήρωες-κοινωνικό και διαπροσωπικό πλαίσιο. Υπήρχαν δύο δρόμοι στην παράσταση: ο ρεαλιστικός και ο υπερρεαλιστικός. Στον πρώτο δρόμο, η παράσταση έλαμπε. Στον δεύτερο δρόμο θάμπωνε, κυρίως γιατί δεν πείστηκα από την επιλογή αυτού του δρόμου.

 

Η ταυτότητα της παράστασης

Σκηνοθεσία- μουσική επιμέλεια: Γιάννος Περλέγκας, Σκηνικά: Γιάννος Περλέγκας – Λουκία Χουλιάρα, Κοστούμια: Λουκία Χουλιάρα, Φωτισμοί : Τάσος Παλαιορούτας, Βίντεο: Μαρία Αθανασοπούλου, Μουσική διδασκαλία: Στράτος Γκρίντζαλης, Φωτογραφίες: Ελευθερία Νικολαΐδου, Εκτέλεση παραγωγής: Αλεξάνδρα Χάμπαση, Βοηθός σκηνοθέτη: Πίνα Κούλογλου.

 

Παίζουν (αλφαβητικά):

Ανθή Ευστρατιάδου, Σοφία Κόκκαλη, Κατερίνα Λυπηρίδου, Γιάννης Παπαδόπουλος, Γιάννος Περλέγκας, Εύη Σαουλίδου, Θοδωρής Σκυφτούλης, Μιχάλης Τιτόπουλος

Μουσικός επί σκηνής: Στράτος Γκρίντζαλης

 

Θέατρο Τέχνης , οδού Φρυνίχου

Παραστάσεις έως 22 Ιανουαρίου

Τετάρτη και Κυριακή 19.00, Πέμπτη 21.00, Παρασκευή και Σάββατο 20.30

 

Προηγούμενο άρθροΠεριοδικό Η Συνέχεια, Απέναντι στην επιβολή της σιωπής και στην επίφαση του διαλόγου (του Μιχ.Γ. Μπακογιάννη)
Επόμενο άρθροΜΚΧ, το παρόν ως προκαταβολή του μέλλοντος (της Βαρβάρας Ρούσσου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ