Η σφίγγα της ποίησης

0
489

Ανθολογεί  ο  ο Θανάσης Χατζόπουλος – Γρυπάρης, Σκαρίμπας, Αλεξάκης, Βέης.

ΙΩΑΝΝΗΣ ΓΡΥΠΑΡΗΣ

(1870-1942)

 

ΣΑΛΩΜΗ

 

Σε ασφάλτου στρώματα η Μακώρ και πίσσας υψωμένη

στη Νεκρή θάλασσα βαθιά φεγγόβολη γιορτάζει (άνω τελεία)

μέσ’ άγνοιαστοοι χαροκοπούν του Αντίπα οι καλεσμένοι

κι όξω, γιαλοπερίγιαλα, χορός δαιμόνων βράζει.

 

Πλουσίου φαλέρνου ο καπνός τις κεφαλές βαραίνει

των συμποτών (άνω τελεία) μα ξύπνιο αυτί η Ηρωδιάς πλαγιάζει

στου χαρεμιού το πάτωμα κι απόγεια ν’ ανεβαίνη

του Γιοχαννάν την κατάρα γρικάει, που τη φρενιάζει.

 

Κι όπως νεροκαμένη οχιά, μεσημερνή, τη γλώσσα,

έτσι, μ’ όσα τα κάλλη της μ’ άλλα στολίδια τόσα,

μες στο συμπίσο πετά τη θραψερή Σαλώμη.

 

Ρίγ’ ηδονής ταράθυμο κύμα της σάρκας φέρνει

με το χορό (άνω τελεία) μα τρίσβαθα στη φυλακή του – ω τρόμοι!

σε χάρου μήνυμα ο Ναζίρ την κεφαλή του γέρνει.

 

Ο ΟΡΘΡΟΣ ΤΩΝ ΨΥΧΩΝ

 

Τ’ αστέρια τρεμοσβύνουνε κ’ η νύχτα είναι λίγη

με φως χλωμό και άρρωστο οι κάμποι αντιφεγγίζουν

κι ολόγυρά του, όπου στραφή το μάτι σου, ξανοίγει

εδώ κορμιά εκεί κορμιά στρωμένα να μαυρίζουν.

 

Φίλους κ’ εχθρούς ο θάνατος σ’ ένα τραπέζι σμίγει

όπου τ’ αγρίμια ακάλεστα με πείνα τριγυρίζουν (άνω τελεία)

χαρά στον όπου γλύτωσε, χαρά στον πόχει φύγη,

μα όσους το βόλι εξέσχισε, κκοράκια ξανασχίζουν.

 

Κι άξαφνα ορθός ο Σαλπιχτής πηδάει ο λαβωμένος,

στριγγή φωνή και σπαραχτήν η σάλπιγγά του βγάζει

που λές τον ίδιο της χαλκό –κι όχι αυτιά– σπαράζει.

 

Μα δεν ξυπνάει στο ορθρινό κανένας πεθαμένος,

μόν’ τα κοράκια φεύγουνε κοπαδιαστά σα νάναι

των σκοτωμένων οι ψυχές που στα ουράνια πάνε.

 

ΤΟ ΜΕΛΤΈΜΙ

 

Αδράσσει ο ήλιος ο αψύς τ’ ακόσιστο χορτάρι,

στο κάμμα το μεσημερνό αχνίζουν τα χαλίκια

και πριν την υστερνή δροσιά η λαύρα να τους πάρη

την αρμυρή τους μυρωδιά γύρω σκορπούν τα φύκια.

 

Φωλιά καμίνι αφήνοντας και της στεριάς τα ρείκια

παίρνουν τα φίδια, στο νερό, τις σμυναριές ζευγάρι

κι όπου διπλά καθρεφτιστά κοιμούνται τα καίκια

μόνοι ανεμίζουν μάρμαρο τη θάλασσα οι γλάροι.

 

Ξάφνου κρυφός παροξυσμός (άνω τελεία) το κύμα λιανοτρέμει

κι ανάρια η θάλασσα η στρωτή στο σύγκρυο μελανιάζει,

γιατί θεριό απ’ ανοιχτά πλακώνει, το Μελτέμι.

 

Στην πρώτη ο γλάρος ρουφαλιά από ψηλά χουγιάζει

και, σπάνοντας μ’ αφροδροσιά το κύμα το γεμάτο,

γυρνούν τα φίδια στη στεριά κ’ οι σμυναριές στον πάτο.

 

ΑΝΤΕΡΩΤΕΣ

 

Σύρτε και πάρτε τ’ άμεστα κι αθώα μαζί σας βρέφη

που ακόμα πνέουν τα χνώτα τους το χθεσινό σας γάλα

και, άγριες μαννάδες, σύρετε πεζούρα και καβάλα

εκεί όπου μ’ αίμα ο κύρης τους εχθρών τον κάμπο θρέφει.

 

Ήρθαν οι εχθροί, μα σκόρπισαν σαν της βροχής τα νέφη (άνω τελεία)

Και τώρ’ ας τρέξουν τα μωρά μες στους νεκρούς πιλάλα

Κ’ ενώ πατούν ζεστά κορμιά που θέρισεν η μπάλα,

τα τουμπελέκια οι ατσίγγανοι ας βροντούν, βροντούν το ντέφι.

 

Και μες στη σύσμιχτη βουή το αίμα, που ακόμ’ αχνίζει,

μίση με το μεθύσι του στα βρέφη σας ας μάθη

να πιάσουν ρίζες και ριζιές στων σπλάχνων τους τα βάθη.

 

Τι να τους κάμη όσο ήπιανε γάλα απ’ το ρωγοβύζι;

είναι το γάλα σας νερό κ’ αίμα η ψυχή γυρεύει –

Δράκο αν δεν φάει ο Δράκοντας, θεριεύει; δεν θεριεύει…

 

Η ΣΦΙΓΓΑ

 

Στο δρόμο, δρόμο της Zωής, που ξεκινάω διαβάτης,

μου έχει καρτέρι, πλαγιαστή καταμεσίς στη στράτα,

η Σφίγγα, η στρίγγλα, μ’ ανοιχτά τα πόδια τα νυχάτα,

να κρίνω τ’ αξεδιάλυτα παραμαντέματά της.

 

– Πρόσταξε ο Ρήγας μια φορά και βγάζει ο Ρήγας διάτα

να τρων τη μάννα τα παιδιά κ’ η μάννα τα παιδιά της…

στην άμμο εφύτεψε μηλιά ο Ρήγας της Μπαγδάτης

και μήλα τρώει στα γέρα του στάχτη στεγνή γιομάτα.

 

– Τραβάω να φάω τη μάννα μου. – Ώρες καλές κι εκείνη

ως που να πας ξενύχιασε τ’ αδέρφια σου και πίνει

το νιο τους αίμα, κόκκινη απ’ την κορφή ώς τη φτέρνα.

 

– Τραβάω να με φάη η μάννα μου. – Ώρες καλές! Μα ωστόσο

μήλο απ’ της άμμος τη μηλιά θα βρω και θα της δώσω

να ζωντανέψη τους νεκρούς. – Της ζωής διαβάτη, πέρνα!

 

(ΣΚΑΡΑΒΑΙΟΙ ΚΑΙ ΤΕΡΡΑΚΟΤΤΕΣ, 1919)

 

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ

(1893-1984)

 

ΗΛΙΑΣ Γ. ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ

(πέθανε το 1930 σε ηλικία έξη χρόνων)

 

Πάνω μου η νύχτα ήταν γερμένη

και με κυττούσε η σιωπή της

κι ήταν η θλίψη μου αφημένη

–βάρκα με κούφιο το κουπί της–

 

σ’ αμίλητων νεκρών το δ΄ρομο.

Κι εγώ νεκρή την ύπαρξή σου

την επροβόδαγα στον ώμο

για το ταξίδι της αβύσσου…

 

Κι ήμουν μονάχος μέσ’ στη νύχτα

–λυγμός ακοίμητος του κόσμου–

κι ήταν ξωπίσω μου κι αλύχτα

και σφυροκόπαε εντός μου

 

βαριά ο ρυθμός της θύμησής σου,

καθώς –τριαντάφυλλο– ανθούσε

το μαύρο ρόδο της σιγής σου

καθώς η νύχτα με κυττούσε…

 

 

ΣΠΑΣΜΕΝΟ ΚΑΡΑΒΙ

 

Σπασμένο καράβι νάμαι, πέρα βαθιά

–έτσι νάμαι–

με χώρις κατάρτια, με χώρις πανιά

να κοιμάμαι.

Ναν’ αφράτος ο τόπος κι η ακτή νεκρική

γύρω γύρω,

με κουφάρι γυρτό και με πλώρη εκεί

που θα γείρω.

Ναν’ η θάλασσα άψυχη και τα ψάρια νεκρά

–έτσι νάναι!–

και τα βράχια κατάπληχτα και τ’ αστέρια μακριά

να κυττάνε…

δίχως χτύπο οι ώρες, και οι μέρες θλιβές

–δίχως χάρη–

κι έτσι κούφιο κι ακίνητο μέσ’ σε νύχτες βουβές,

το φεγγάρι.

 

………….

 

Έτσι νάμαι καράβι γκρεμισμένο νεκρό

–έτσι νάμαι–

Σ’ αμμουδιά πεθαμένη και σε κούφιο νερό,

να κοιμάμαι…

 

(ΟΥΛΑΛΟΥΜ, 1936)

 

ΕΑΥΤΟΥΛΗΔΕΣ

 

Ως ωραία ήταν μου απόψε η λύπη,

ήρθαν όλα σιωπηλά χωρίς πάθη

και εμ ήβραν –χωρίς κανέν’ να μου λείπει–

τα λάθη.

 

Κι ως τα γνώρισα όλα μου γύρω – μπράφ-πάφες

όλα κράταγαν, τρουμπέτες και βιόλες

–ΕΑΥΤΟΥΛΗΔΕΣ που με βλέπαν, οι γκάφες

μου όλες.

 

ΟΥΛΑΛΟΥΜ…

 

Ήταν σα να σε πρόσμενα Κερά

απόψε που δεν έπνεε όξω ανάσα,

κι έλεγα: Θάρθει απόψε απ’ τα νερά

κι από τα δάσα.

 

Θάρθει, αφού φλετράει μου η ψυχή,

αφού σπαρά το μάτι μου σαν ψάρι

και θα μυρίζει φώτα και βροχή

και νειο φεγγάρι…

 

ΣΤΑΔΙΟΝ ΔΟΞΗΣ

 

Ως ανύποπτος κάθομαν, ήρθαν όλα μι’ αντάρα

οι ήρωές μου κι οι στίχοι μου –φιόρα μου όλα πλατύφυλλα–

κάθε μια της ζωής μου ήταν –κει– στραβομάρα

κάθε γκάφα μου ή τύφλα…

 

Κι ως αρπώντας με μ’ έβγαλαν σηκωτόν απ’ την πόλη

(με καμπούρες κι αλλήθωροι – με στραβή άλλα αρίδα)

όλα εκεί με τριγύρισαν και με δείξαν –χαχόλοι–

κει βαθιά, τη Χαλκίδα:

 

…Βλέπεις μαιτρ –μου φωνάξανε– τη Χαλκίδα την είδες

όπου συ μέσ’ στα φάλτσα σου μόνον, ήξερες νάρχεις;

Να τα έργα σου, οι πόθοι σου – όλοι εμείς – φασουλήδες,

και να συ θιασάρχης!…

 

……….

 

Τι ντεκόρ ανισόρροπο που με μύτη γελοία

μαιτρ μπεκρής το σχεδίαζε στόνα πόδι να στέκει,

ήταν κει λες και χτίστηκε με γλαρή κιμωλία

όρθιο η πόλη λελέκι…

 

Κι ω Θεέ μου, τι θίασος, τι λερή συνοδεία

ε α υ τ ο ύ λ η δ ω ν (τούτοι μου) να μοιράσουν σαν λύκοι

μεταξύ τους –για ρόλους των– κάθε μια μου αηδία

κάθε τι ρεζιλίκι…

 

Κι είμαι γω θιασάρχης τους; Αλς κουρσούμ τώρα εξώλης

και προώλης τους (τέλειος να μαθαίνω τις ρούμπες).

Να, μ’ αυτούς τους παλιάτσους μου θα κινήσω στις πόλεις

με κραυγές και με τούμπες!…

 

Και ως στα πάλκα η φάτσα μου γελαστή θα προβαίνει

(αχ κι η πρόγκα –τι δόξα μου!…– σ’ ουρανούς θα με σύρει)

η Χαλκίδα εκεί πίσω μου θα φαντάζει χρισμένη

σαν από – τεμπεσίρι…

 

(ΕΑΥΤΟΥΛΗΔΕΣ, 1950)

 

 

 

ΟΡΕΣΤΗΣ ΑΛΕΞΑΚΗΣ

(1931)

 

ΑΥΤΟΣΥΣΤΑΣΗ

 

Με λένε Ορέστη μα στη λέξη

μη σταθείς

 

Παρακαλώ προσπάθησε

πίσω απ’ τη λέξη

μα δεις τη νύχτα του χιονιού

και του αγριμιού

το μάταιο μες στην ερημιά ν’ ακούσεις κλάμα

 

ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΟΣ

 

Μεγάλα μάτια του Θεού

που ξαγρυπνάτε εντός μου

 

φοβάμαι να καθρεφτιστώ

στα σκοτεινά νερά σας

 

μη γίνω αέρας και χαθώ

μη γίνω φως και σβήσω

 

ΑΠΕΙΛΗ

 

Και πάλι ρόδινοι νυγμοί

στην άδεια νύχτα

 

σταγόνες μνήμης

στην τυφλή σπηλιά μου

 

ένα πουλί από φως στο μαύρο φόντο

ρίγη κελαϊδισμού

 

φ ο β ά μ α ι  π ά λ ι.

 

(Η ΛΑΜΨΗ, 1983)

 

ΤΟ ΠΗΓΑΔΙ

 

Πώς βρέθηκα λοιπόν ανεβασμένος

πάνω σε τούτο το

κωδωνοστάσι;

Νύχτα κι αγέρας σκοτεινός φυσάει

κι όπως βαριά στενάζουν οι καμπάνες

με διαπερνά το ρίγος της αβύσσου

 

Κατρακυλώ στη σιδερένια σκάλα

Κι αν όμως είν’ η θύρα κλειδωμένη;

Κι αν ίσως δεν μπορώ να ξεκλειδώσω;

 

Νιώθω νερά στα πόδια μου

κοάζουν

τριγύρω μου βατράχια

με φωτίζει

ξάφνου ο θαμπός φανός του νεωκόρου

που σκύβει από ψηλά και μου φωνάζει

 

Ανέβα πάλι επάνω χριστιανέ μου

τι θέλεις τέτοιαν ώρα στο πηγάδι

Θα σε τραβήξουν κάτω τα τελώνια

 

Κι απορημένος κάνει το σταυρό του

 

ΚΑΙ ΜΗ ΡΩΤΑΣ ΓΙΑΤΙ ΘΛΙΜΜΕΝΟΣ ΕΙΜΑΙ

 

Είναι που πίσω απ’ τη σιωπή σου ταξιδεύουν

τα καραβάνια

των λησμονημένων

 

Είναι που μες στα μάτια σου σαλεύουν

σκιές νεκρών

μορφές αγαπημένων

 

Είναι που μοιάζεις με ταξίδι στο αχανές

Είναι που δρόμους άλλους φανερώνεις

 

Είναι που κλείνεις τις

καταπακτές

και στο καινούριο θαύμα ξημερώνεις

 

Είναι που μες στο φέγγος σου αγρυπνώ

σα να πιστεύω πως

υπάρχω ακόμα

 

Είναι που σου χρωστώ πολύ ουρανό

Κι εγώ δεν έχω παρά λίγο χώμα

 

Ο ΛΗΞΙΑΡΧΟΣ

 

Ίσως λοιπόν

πίσω από τόσους χωρισμούς

να βρεις κι εσύ το νόημα της ζωής σου

καρφώνοντας στην όχθη του αχανούς

βίγλα του ακατανόητου

τη σιωπή σου

 

Γιατί κι ο χρόνος γέρων είναι και κυφός

κι όση σοφία θησαύρισες καπνός και σκόνη

Δε μένει παρά λίγο γκρίζο φως

Κι ο σκοτεινός Ληξίαρχος που ζυγώνει

 

(Ο ΛΗΞΙΑΡΧΟΣ, 1989)

 

ΨΑΡΑΔΕΣ

 

Σούρουπο μαζεύτηκαν στα μουράγια

και σιωπηλοί κοιτούσαν

από κει – κεριά στα χέρια τους κρατώντας αναμμένα

– τις βάρκες που ξεκίνησαν αθόρυβα η κάθε μια την

άλλη ακολουθώντας

και μπρος απ’ όλες τη μεγάλη βάρκα

μ’ ένα μικρό φανάρι μωβ στην πρύμνη

με τους σωρούς των λουλουδιών με το σταυρό

με τον παπά φορώντας άμφια

με το φέρετρο

 

(ΘΙΑΣΟΣ ΣΤΗΝ ΕΞΈΔΡΑ, 2006)

 

Η ΕΚΦΟΡΑ

 

Τέλειωσε πια η ακολουθία

Γιατί να πάμε μέχρι εκεί;

– Πόσο βαραίνει νη Κυριακή

πίσω από μια μουντή κηδεία

 

Βήμα νωθρό και κουρασμένο

Πρόσωπα γύρω μας θολά

– κάποιος ξεχνιέται και γελά

κάποιος μιλά για πεπρωμένο

 

Αύριο πάλι στο γραφείο

Χειμώνας Νύχτωσε νωρίς

Προς τι λοιπόν ν’ αργοπορείς

στο σκυθρωπό νεκροταφείο;

 

Πάνω απ’ τον λάκκο μαζεμένοι

Ζηλεύω αυτούς που βλέπουν ματς

μασούν φιστίκια πίνουν σκατς

Τι αργά που η κάσα κατεβαίνει

 

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ

 

Άνοιξη βέβαια    πάμφωτος καιρός

Σαν πρόκληση στη μοίρα και στον Άδη

Παντού τριγύρω κήπος θαλερός

– οργιαστικός της βλάστησης χορός –

κι εκεί στη μέση πέτρινο πηγάδι

Στο φιλιατρό η μητέρα καθισμένη

κοιτά το πρόσωπό της στο νερό

Σαν λίγο μακρινή   λίγο θλιμμένη

Δίπλα της πάντα χαμογελαστός

με το λευκό κοστούμι του ο πατέρας

 

Μου γνέφει να πλησιάσω και να μπω

 

Στο φως μιας αβασίλευτης ημέρας

 

Η ΤΡΙΤΗ ΦΑΣΗ

 

Στην πρώτη φάση ανύποπτοι προσέρχονται

Απολαμβάνουν τη ζωή

τη μουσική τον έρωτα τη φύση

Αυτή την άπεφθη ηδονή του υπάρχειν

 

Στη δεύτερη όμως φάση κάτι αλλάζει

Θαμπώνουν κάπως γύρω τους οι εικόνες

Γεύση φθοράς στα χείλη τους πικρίζει

Ένα περίεργο ρίγος διατρέχει

σαν κάτι να τους απειλεί

Νιώθουν λιγότερο οικείο τον κόσμο

 

Τέλος στην τρίτη φάση επισυμβαίνει

το μαγικό αναπότρεπτο Αναβλύζει

μια μουσική απ’ τα βάθη της ψυχής τους

Νιώθουν να χάνουν το υλικό τους βάρος

Η σκέψη τους αφειάζει η βούλησή τους

ακινητεί σαν παγωμένη λίμνη

Τους έλκει το απροσδιόριστο

Τους προσκαλεί “το πέραν πάσης μνήμης

Ακουλουθούν μιας μυστική βοή

Και κατεβαίνουν σιωπηλοί

τη σκάλα

 

(ΤΟ ΑΛΜΠΟΥΜ ΤΩΝ ΑΠΟΚΟΜΜΑΤΩΝ, 2009)

 

 

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ

(1955)

 

ΙΧΝΗ ΣΤΟ ΧΙΟΝΙ

 

Δεν τρέμει, δεν ονειρεύεται πως είναι τάξη

δεν ξέρει από φαντασμαγορίες

ούτε αποθέωση γνωρίζει

 

ο ασβός στο χιόνι

είναι το πεπρωμένο.

 

(ΧΡΥΣΑΛΛΙΔΑ ΣΤΟΝ ΠΑΓΟ, 1999)

 

ΤΙΜΑΛΦΗ ΧΡΩΜΑΤΑ

 

Στο κλίμα αυτής της παραθαλάσσιας μέρας

κατοικώ μόνιμα, ένας πιστός

 

με τα χρόνια έμαθα να ξεχωρίζω

το πράσινο του νεφρίτη

από το χρώμα που παίρνει ξαφνικά το νερό

στην άκρη του ονείρου

δεύτερο λιμανάκι, στη Βουλιαγμένη

 

διαυγές όσο το απόγευμα ενός σονέτου

του Πετράρχη.

 

ΤΟ ΘΥΜΑΡΙ

 

Το θυμάρι ακούγεται

 

θυρεός ιερός

ζωηρεύει μέσα στη νύχτα

σαν θεός των ανιμιστών να σε πάρει μαζί του

να σε προστατεύσει

 

να σε προλάβει από την αυριανή μέρα.

 

ΤΩΝ ΝΟΜΑΔΩΝ

 

Ίσως η νοσταλγία να είναι η απόδειξη

της αδυναμίας μας να συμφιλιωθούμε

με τις αδιάψευστες μαρτυρίες των χρονικογράφων.

Είναι προφανώς το έλλειμμά μας

η δυσκολία μας να αγαπήσουμε το ιστορικό

τα ομιλητικά ευρήματα των αρχαιολόγων

 

η ανάγκη να μεγαλώσουμε μόνοι μας.

 

(ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΚΟΣΜΟΥ, 2006)

 

ARS POETICA

 

Διαβήματα γρύλων, διαλόγους περιστεριών

τα σχόλια της ντάλιας καθώς την προσπερνάς αργά

την ώρα που δύει ο ήλιος μέσα σοτυς ψιθύρους

της άνοιξης, στις ομιλίες ενός θολού θέρους

 

ασφαλώς τ’ ακούς όλα αυτά τώρα πιο καθαρά,

ίδια πάντα, η συντεταγμένη στην υπερβολή –

σου μένει μόνο να μάθεις, ει δυνατόν, απόψε

για τη δόξα, όχι την εφήμερη ίσκιων και παθών

 

των ανθρώπων, αλλά για εκείνη της πανσελήνου,

ιδίως του Σεπτέμβρη στα κλαδιά της καμφοράς

μπλεγμένη κι απελεύθερη, ακίνητη, άφαντη

 

ξαφνικά μέσα στην κόμη του χρόνου, ένα παιχνίδι

ομορφιάς, είδωλο κι αλήθεια μαζί, καλειδοσκό-

πιο δέους των πρωτόγονων φυλών, ένα βλέμμα μου.

 

ΑΡΧΗ ΣΟΦΙΑΣ

 

Δύσκολο, βαρύ πρωινό

ξεδιψάει όμως με τα πέταλα της βροχής

ο κοκκινολαίμης

 

αμέριμνος (άνω τελεία)

ή μάλλον όχι

 

ένα κλαδί είναι ο κόσμος

και θα σπάσει

γι’ αυτό και σε λίγο θα πετάξει

 

μήπως και σωθεί.

(Ν ΟΠΩΣ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ, 2008)

 

ΑΣΠΡΕΣ ΠΙΚΡΟΔΑΦΝΕΣ

 

Στα δάχτυλά μου το χνούδι τους

θέλω να τις μυρίσω κι άλλο

εκείνες τόσο διακριτικές

τόσο νηφάλιες

λες κι έροχνται εδώ

από ένα τελείως διαφορετικό όνειρο

εκεί όπου οι σκιές μας

είναι προφανώς σκηνώματα του αγαθού.

 

 

ΤΟ ΚΟΜΨΟ ΔΙΑΔΗΜΑ

 

Ξόβεργες σπασμένες,

μικρά κοτσύφια απελεύθερα

παρ’ ολίγον μπουκιές του μηδενός

τώρα υψώνονται χωρίς μέτρο και φραγμούς

πάνω από τους κάμπυς, τις πατρίδες και τα χρώματα

χάρτες των θανάτων

 

έτσι ακριβώς κι εγώ θα σας πάρω

μαζί μου όσες μπορέσω

λέξεις ταπεινές και λερωμένες των ασύλων

να σας κάνω έμβλημα και προστασία

 

κι αντί για στήθος βλασφημίας

άθλους.

 

ΓΡΑΦΕΙΟ ΑΠΟΔΗΜΩΝ

 

Έστω γι’ αυτό λοιπόν,

για ένα απόγευμα από χαλκό

και λίγη χρυσόσκονη

κολυμπήσαμε ώς εδώ

στις επαρχίες του “θέλω”,

στις ακτές του Νότου,

στις βιομηχανίες και στα μεταλλεία του Βορρά,

χωρίς να ξέρουμε ακριβώς που πάνε τα τέσσερα

ωρομίσθιοι, μονόγλωσσοι

ήρωες της παρανόησης,

αλλά προικισμένοι ναυπηγοί του τυχαίου.

 

ΥΣΤΕΡΟΦΗΜΙΑ

 

Δεν σεβάστηκε ποτέ τα κυκλάμινα

ποδοπάτησε τις ντάλιες

κι αδίκησε όσο λίγοι τα γιασεμιά,

μιλώντας συνεχώς για τη ματαιότητά τους

ξέσκισε τις τριανταφυλλιές για να κτίσει το καμάρι του

κάμαρα φθόνου και υπερβολής.

Κάποια στιγμή μάλιστα καθώς τα πεύκα

προσπαθούσαν να συλλάβουν το ανείπωτο

επινόησε την προσευχή

νομίζοντας ότι θα βγει ασπροπρόσωπος στο μηδέν.

 

ΝΑ ΠΩΣ ΔΗΛΗΤΗΡΙΑΣΤΗΚΕ Η ΜΕΡΑ

 

Πέρασαν κι αυτά τα χέρια πάνω από τα στήθη μου

άγγιξαν το μέσα μέρος των ωρών μου

έσκυψε να πιει νερό ο κορυδαλλός

έδωσα όλα τα χρώματα των ρόδων στους ζωγράφους

το χρυσάφι μου στους αμπελουργούς

άδειασα να σας θρέψω

κι εγώ κυνήγησα πρώτη τα σκυλιά της νύχτας.

 

Τώρα πίνω από το ποτήρι σας

πεθαίνω βαθύ απόγευμα

γλώσσα στο στόμα του χειμώνα.

 

ΙΜΕΡΟΣ

 

Σχεδόν ήχος

μια νότα πιο χαμηλά από τον ψίθυρο

του σχεδόν νεκρού

 

λίγο προτού αποχωριστεί, εννοώ, το ξερό φύλλο

από το κλαδάκι του

αυτή η τέλεια υπόκρουση

το θρόισμα ενός γράμματος

ενός μορίου Γνώσης.

 

Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΩΝ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΝ

 

Δώσε στα πετεινά κάτι να φάνε

το χιόνι έχει σκεπάσει για τα καλά αποβραδίς όλη τη Βοιωτία

ό,τι σου βρίσκεται δώσε, τα λίγα που περίσσεψαν

από το μεσημεριάτικο τραπέζι

ψίχουλα, ιστορίες από την παιδική ηλικία,

δώσε κυρίως ζωγραφική

να τα κρατήσεις έστω για λίγο εδώ, στο πλάι σου

μέσα σ’ αυτόν τον πίνακα

μήπως και ζωντανέψεις

και ξυπνήσεις κι εσύ μέσα στο όνειρο του Ενός.

(ΒΛΕΠΩ, 2013)

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΟ συγγραφέας ως διασκεδαστής
Επόμενο άρθροΟδύσσεια και τζαζ παραλλαγές

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ