Οι ρωγμές των λέξεων

0
727

Ανθολόγηση Θανάσης Χατζόπουλος : Γ.Θ.Βαφόπουλος, Γιώργος Ιωάννου, Σπύρος Τσακνιάς, Αριστέα Παπαλεξάνδρου.

 

 

Γ. Θ. ΒΑΦΟΠΟΥΛΟΣ

(1903-1996)

 

Ο ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΞΥΛΟ

 

Το ξύλο τούτο, που στα χέρια σου ζυγιάζεται,

λέγεται σήμερα μπαστούνι. Χθες: κλωνάρι.

Αύριο θα λέγεται καυσόξυλο ή κάτι τέτοιο.

Όμως, πριν απ’ της γης τον κόλπο στον αέρα πεταχθεί,

ήτανε γη κι αέρας. Κι όταν στάχτη γίνει,

αέρας και γη πάλι θάναι. Σήμερα είναι ράβδος:

Υποκατάστατο, κατά περίπτωση, του λόγου.

 

Το ξύλο τούτο, που έχει αλλάξει τόσα ρούχα,

το κατοικεί μια μνήμη, που όλο γύρους φέρνει:

Θυμάται το ταξίδι του μες στον αέρα,

το σύρσιμο μες στα βαθιά της γης λαγούμια,

το ρίγος του κορμιού απ’ το μήνυμα της άνοιξης.

Και δεν ξεχνά κάτι νυχτερινά καμώματα

και τα σοφά χαϊδέματα της πλάτης σου.

 

Το ξύλο τούτο είναι, επί τέλους, ένα ξύλο:

Ένα μικρό καρότσι φορτωμένο μνήμες.

Όμως εσύ είσαι κάτι παραπάνω από ένα ξύλο:

Είσαι ο σωρείτης των στιγμών του παρελθόντος,

που μέσα σους όχι μονάχα οι μνήμες κατοικούνε,

μα κ’ η συνείδησή τους, που τις κάμνει να στοχάζονται.

Είσαι ο πυκνός πυρήνας, όπου κατοικεί το μέλλον:

Ένας συσσωρευτής ενδεχομένων γεγονότων,

που είναι κατάφορτα από μνήμες αδοκίμαστες.

 

Είσαι το παρελθόν. Είσαι το μέλλον.

Είσαι το σπέρμα του μέλλοντος που φύτεψε το παρελθόν

και φύτρωσε μέσα στον κήπο του παρόντος.

Είσαι ένα δέντρο φορτωμένο μνήμες: γνωστές και άγνωστες.

Είσαι, δεν είσαι. Κι όμως είσαι το παρόν:

Το άπειρα ελάχιστο άτομο, που εντός του χώρεσε

το μέγιστο: τον αδιαίρετο κι άπειρο χρόνο.

 

Έχεις συλλογιστεί του ατόμου τούτου τη διάσπαση;

 

ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑ

«Πολιτεία βυθισμένη στην νύχτα.

Κοιμητήρι μ’ επάλληλους

πολυόροφους τάφους νεκρών,

που ροχαλίζουν».

Η Πολιτεία, «Το Δάπεδο».

 

Στην πολυκατοικία μας τούτη, οι δικοί μας νεκροί

δε ροχαλίζουν μονάχα. Έχουν το προνόμιο

ν’ ανασταίνονται, ν’ αγαπούν και να πεθαίνουν πάλι.

 

Το βράδυ ανεβαίνουν με το ασανσέρ, όπως οι δίκαιοι

ανέρχονται, για να κριθούν ενώπιον του Κυρίου.

Και το πρωί κατεβαίνουν και πηγαίνουν να καούν

στο κρεματόριο το καζανιού της κεντρικής θερμάνσεως.

 

Να γιατί η πολυκατοικία μας βαριά μυρίζει:

Είναι η αποφορά από το μαγειρείο

του καθημερινού θανάτου. Όχι του άλλου.

Εκείνος αναδίνει εξαίσιον άρωμα.

 

Ο ΣΑΚΟΣ

 

Στην αρχή δεν ήταν ο λόγος, αν ο λόγος

δεν ήταν ο Θεός. Κι αληθινά δεν ήταν.

Γιατί ο λόγος ήταν το μεγάλο αμάξι,

που έφτιαξε ο άνθρωπος με τα δικά του χέρια,

για να επιχειρήσει την επίσκεψή του προς εκείνον.

Στην αρχή ο άνθρωπος ήταν: Μονάχος,

πυκνός, συνεχής, αδιάσπαστος, σκληρό διαμάντι.

 

Αλλά έρχεται η στιγμή, που από το δαχτυλίδι

του Δευκαλίωνα ξεκολλάει η διαμαντόπετρα,

τρίβεται σε μικρά κομμάτια και σκορπάει στο χώμα.

Κι ο άνθρωπος τότε μερίζεται στους ανθρώπους.

 

Έτσι καθώς δεν είσαι πια ο ακέραιος άνθρωπος,

αλλά ένας σάκος από ανθρώπινα μέλη γεμάτος,

με τι στόμα τον ακέριο λόγο θα μπορέσεις να πεις;

Εκλογή άλλη δε σου μένει: Με την κιμωλία

χάραξε κύκλο γύρω από το σάκο σου

και κάθισε τα μέλη σου να συγκολλήσεις.

 

Κι άφησε έξω τους άλλους σάκους των ανθρώπων.

 

Η ΖΥΓΑΡΙΑ

 

Στη μια πλάστιγγα βάλε τον ήλιο ˙

βάλε τη θάλασσα ˙βάλε το τραγούδι.

Στοίβαξε όλα τα νησιά του Αιγαίου,

με τα κοχύλια των ευτυχισμένων ποιητών.

Τι άλλο μένει; Ο έρωτας. Βάλε, λοιπόν,

στην κορφή, πάνω απ’ όλα, και τον έρωτα.

 

Όμως η πυραμίδα τούτη της χαράς

κατακόρυφα θα μπορούσε να υψωθεί,

αν στην άλλη πλάστιγγα ακουμπούσαν

ένα μικρό αντικείμενο νοσοκομείου.

(Η ΜΕΓΑΛΗ ΝΥΧΤΑ ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ, 1959)

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ

(1927-1985)

 

ΔΕΝ ΔΥΝΑΜΑΙ

 

Μετά από τόσες μυστικές ματιές

κλείνομαι και καλπάζω

κι ούτε γνωρίζω πια τον εαυτό μου.

 

Όλες μου οι ώρες ας ορμήσουν

τούτη τη στιγμή σαν καταιγίδα πάνω μου.

Σπασμούς ας πάθω, κάρβουνο να γίνω,

έστω, να είμαι κάτι άλλο απ’ αυτό.

 

Αυτό δεν ήτανε για μένα.

Δε θέλω πια, δεν δύναμαι.

 

ΕΒΡΕΧΕ ΔΙΧΩΣ ΛΟΓΟ

 

Έβρεχε δίχως λόγο όλη τη νύχτα.

Έκλαψα – χόρτασε η ψυχή μου.

Σ’ έφερε πιο κοντά.

Κράτησα επιτέλους τη μορφή σου.

 

Χαράζει τώρα στις μηλιές

κείνο σου το χαμόγελο.

 

ΤΟ ΒΑΡΟΣ ΤΟΥ

 

Ζητώ τους μυστικούς Χριστούς

στα τέμπλα και τους νάρθηκες.

Αυτό που έβλεπα παιδί ξανά με συνταράζει

 

Μες στα σκοτάδια τον πατέρα μου ζητώ,

διψώ για τη στοργή του κάθε βράδυ.

Από το βάρος τους γυρίζοντας τρεκλίζω.

 

Κάθε καινούργια γνωριμία με γελά.

Ούτε ο πατέρας ήταν, ούτε ο Χριστός μου.

 

ΤΟ ΜΑΘΗΜΑ

 

Τον είδα καθώς πήγαινα σχολείο˙

ξεματωμένος πια, φλουρί, είχε τελειώσει.

Τριγύρω του γονατιστοί Εβραίοι με το άστρο.

 

Αργά όταν τον χτύπησαν, είχα ξυπνήσει ˙

η μάνα μου με χάιδεψε, ήρθε κοντά μου.

Λαχτάριζα σαν το πουλί μέσα στη χούφτα.

 

Ο διπλανός μου στο θρανίο σπαρταρούσε

τη νύχτα δεν κοιμήθηκε η γειτονιά τους.

Άλλοι πιο κει χλωμοί έφτυναν αίμα.

 

Στο μεταξύ μαθαίναμε το ρήμα της ημέρας ˙

Amo, amas, amat…

 

ΤΑ ΧΙΛΙΑ ΔΕΝΤΡΑ

 

Φωτιά απόψε πάλι στο βουνό ˙

πάνε τα χίλια Δέντρα – θα τα κάψουν.

 

Κραυγάζει κάποιος μες στο πάρκο, τους παρακαλεί,

λέει πως είναι νέος, αδερφός τους.

 

Ποτέ δε μας ξανάρθε το παιδί,

που έφερνε πρωί πρωί το γάλα.

Σαν αλογάκι ήτανε, σα ζαρκαδάκι.

 

ΜΕ ΤΟ ΤΡΕΝΟ

 

Όλη τη νύχτα λέγανε ψαλμούς

– τους παίρνουν όπου να ’ναι τους Εβραίους.

Τα ξημερώματα ήρθαν και μας φίλησαν,

ξυπνήσαν το μικρό τους, έβρασαν αυγό ˙

φεύγανε, λέει, ταξίδι με το τρένο…

 

Τώρα στο πάτωμά τους μπαινοβγαίνουν άλλοι.

Οι ίδιες πόρτες κλείνουν και γι’ αυτούς,

σ’ αυτά τα ίδια τα δωμάτια πλαγιάζουν.

 

Κι εγώ ακόμα αμφιβάλλω αν τους πήρανε ˙

Και τα βραδάκια σιγοτραγουδώ στη σκάλα.

(ΤΑ ΧΙΛΙΑ ΔΕΝΤΡΑ, 1963)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΣΠΥΡΟΣ ΤΣΑΚΝΙΑΣ

(1929-1999)

 

ΦΩΝΕΣ

 

Μιλώ συχνά για τις ρωγμές των λέξεων.

Για τη φτερούγα του πουλιού που σκιάζει

το μισό μου πρόσωπο. Γι τις φωνές

που πέφτουνε τη νύχτα

μαζί με τη βροχή.

 

Λένε πως τέλειωσε η αιματοχυσία

όμως ο έρωτας

είναι μια δύσκολη υπόθεση.

 

Με τέτοιες συνθήκες

καλύτερα να θάβεις το πουλί

και να βαλσαμώνεις τη σκιά του.

 

ΙΣΚΙΟΣ ΜΙΑΣ ΣΚΙΑΣ

 

Αυτή η μοναξιά των κήπων

μ’ εμποδίζει να σκεφτώ. Μετέωρος

στην πλοκή του ονείρου σχεδιάζω σπίτια

αδιαπέραστα στο φως. Τότε κρυώνω.

Κι εφευρίσκω την αγάπη. Σχεδιάζω μια φιγούρα

κλεισμένη στο δικό της όνειρο

με τις ανοξείδωτες τύψεις της.

Η μοναξιά της με παγώνει. Την απελευθερώνω

και γίνομαι

ισόβιος ίσκιος της.

(ΟΝΕΙΡΟΣΚΟΠΙΟ, 1984)

 

ΤΟ ΧΟΡΤΟ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΚΙΤΡΙΝΙΖΕΙ

 

Τα σύννεφα που προμηνούσαν καταιγίδα

διελύθησαν ησύχως. Ήμερες συμφορές βόσκουν

στα μαραμένα λιβάδια μας.

 

ΣΚΗΝΟΘΕΤΙΚΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ

 

Τελευταία λάμψη δειλινού. Και

να μυρίζει γιασεμί. Μια φωνή μακρινή

να μιλάει σαν βροχερή μέρα. Μετά

ο ηχολήπτης χαμηλώνει τον τόνο.

Ακούγεται μόνο ο θόρυβος της βρύσης

που στάζει. Στην αρχή

αμυδρά. Ύστερα

πιο δυνατά. Στα διαστήματα της σιωπής

η μυρωδιά του γιασεμιού εντείνεται. Όταν

αρχίζεις να μιλάς

ο ήχος σβήνει εντελώς. Οι θεατές

βλέπουν τα χείλη σου σφιγμένα.

 

Εγώ μονάχα σ’ ακούω.

(ΧΑΜΗΛΟ ΒΑΡΟΜΕΤΡΙΚΟ, 1987)

 

ΑΝΑΚΕΦΑΛΑΙΩΣΗ

 

Λίγο πριν βυθιστεί

στη γεροντική μελαγχολία

πριν προσηλωθεί

στον γκρίζο τοίχο ή στον άσπρο τοίχο

το πεπρωμένο συλλογίζεται

της Αυτοκρατορίας

 

τότε φυσάει ένας άνεμος στεγνός

αέρας που φυτρώνει στα νεκροταφεία

ξυρίζει τη χλόη της μνήμης

χάνεται στα καντούνια της παλιάς πόλης

ο έφηβος άνεμος ο αγέρωχος

θα καταλήξει στο μιαρό κρεβάτι της άμμου

με βλέφαρα βαριά θα αφεθεί στον ύπνο

καθώς θα εκσπερματώνει στον κόλπο της νύχτας

 

τ’ άλλο πρωί

ο στρατηγός με τα εξογκωμένα ζυγωματικά

θ’ ανοίξει το παράθυρο

να ’ρθουν τα ξύλινα πουλιά

να πάρουν απ’ το χέρι του

σπόρους της λήθης.

(ΟΡΑΤΟΤΗΣ ΜΗΔΕΝ, 1992)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΑΡΙΣΤΕΑ ΠΑΠΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ

(1970)

 

ΕΣΤΙΑΣΗ ΜΗΔΕΝΙΚΗ ΑΠΟ ΦΕΡΕΤΡΟΥ

                                Μνήμη Ελπινίκης Τεντζεράκη

Λοιπόν καλήν αντάμωση

Δεν σου φυλάγω ενδύματα

Για τότε δεν θα χρειάζονται

Κενό εσύ αέρινο

Κενό εγώ τρεμάμενο

Η τέλεια αφή ανυπαρξίας

Το τέλος μιας ακλόνητης φιλίας

Λοιπόν καλήν αντάμωση

Δεν σου συνθέτω ποιήματα

Εκεί που πας δεν χρειάζονται

Εδώ μας λείπουν λέξεις

Το νιώθω, θεία, έρχομαι

Ελάττωσα τις βλέψεις μου

Στης μοίρας τις προβλέψεις

(ΑΛΛΟΤΕ ΑΛΛΟΥ, 2004)

 

ΥΠΟΓΕΙΩΣ

 

Κάτι παράξενο έλαβε δράση

κάτω απ’ τη γη

Δεν εμπιστεύομαι την σιωπή

Το σκυθρωπό που με κοιτά

φεγγάρι

Το νιώθω πως η νέα μου ζωή

τη ρότα της παλιάς μου

έχει πάρει

 

ΠΑΡΑΒΑΝ

 

Φυλάγεται απ’ την γύμνια

των καλών στιγμών

που στοίχειωσαν το σώμα της

απ’ τον καιρό των Εσπερίδων

 

Τώρα κλειστά παράθυρα

κι αυτή της σιωπής η ευπρέπεια

μαρμάρωσε το παραβάν

σε χρόνων αχρηστία

Σάρκινος κάτοικος κανείς

Καθρέφτης καθρεφτίζεται

μόνο σ’ άλλον καθρέφτη

Το πίσω από το παραβάν

ξανοίγεται στο εμπρός του

 

Κι αργεί να ξημερώσει

στον κόσμο

(ΥΠΟΓΕΙΩΣ, 2012)

 

ΑΝΤΙΔΑΝΕΙΑ

Ένας Θεός γεννιέται. Άλλοι πεθαίνουν. Η Αλήθεια

ούτε έφυγε ούτε ήρθε: το Λάθος άλλαξε.

ΦΕΡΝΑΝΤΟ ΠΕΣΣΟΑ

Κι όμως το παραδέχομαι

δεν είναι τωρινό κακό.

Δεκαετίες έπλεκα ατέλειωτα

μνημόσυνα εν μέσω

μνημονίων ˙τι τo καινούργιο;

Το λάθος μου δεν άλλαξε.

Με τρέφει ληξιπρόθεσμο

μα εγώ ούτε λέξη άσχετη

 

δεν του αποταμιεύω.

 

Η προθεσμία έληξε.

Το ξέρουν και το ξέρω.

Επίορκη από καιρό

εξαργυρώνω κάθιδρη

ως και τη σιωπή μου:

λυγμό ασυνάρτητον ηχώ

πριν απ’ τον δύσκολο καιρό

πριν απ’ τη γέννησή μου.

 

Η προθεσμία έληξε.

Μαζί κι εγώ.

 

Το λάθος μου δεν άλλαξε

δανείστηκε αυτουργό.

Κι εγώ στου κόσμου το κακό

ένταλμα ανεξόφλητο

πετώ την ενοχή μου.

 

ΑΝΑΙΣΘΗΣΙΟΓΟΝΟ

 

Παραθυρόφυλλα ανοιχτά

κανένα όμως παράθυρο

στο βάθος.

Κοιμήθηκαν πολύ βαριά

τα σύντομα όνειρά μου

και ξύπνησαν γιγάντιες

Άρπυιες εφιάλτες.

 

Εκεί στο αόρατο κενό

μου γνέφουν να παραιτηθώ.

Μα εγώ θα βρω την

έξοδο.

Κι όχι, δεν θα ’μαι

μοναχή. Θ’ ακούω τη

φωνή μου.

Σωστά σε ηχογράφησαν ηχώ

της σιωπής μου.

(ΜΑΣ ΠΡΟΣΠΕΡΝΑ, 2015)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΤο μαύρο εκλεκτό του Γ.Ευσταθιάδη
Επόμενο άρθροΜαρία Φίλη: “δεν μπορείς να σώσεις κανέναν”

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ