Η “δύσκολη” γερμανική επανένωση (της Χρύσας Σπυροπούλου)

0
365

                           

της Χρύσας Σπυροπούλου

 

«Δεν είμαι περήφανος για τη Γερμανία. Πώς μπορώ να είμαι περήφανος για κάτι που δεν έχω επιτύχει ο ίδιος; Αλλά δεν μπορώ να φανταστώ να είμαι κάτι άλλο εκτός από Γερμανός. Είναι αρκετό αυτό;» Αυτά είναι τα λόγια με τα οποία απευθύνεται ο Κάσπαρ, ο πρωταγωνιστής του πρόσφατου μυθιστορήματος του Μπέρνχαρντ Σλινκ(1944),του σπουδαίου Γερμανού συγγραφέα, που έγινε ευρέως γνωστός όταν κυκλοφόρησε το έργο του Διαβάζοντας στη Χάννα(1995)- η γνωστή μεταφορά στον κινηματογράφο με τον τίτλο Σφραγισμένα χείλη(The Reader)-, στην κόρη της γυναίκας του. Και μ’ αυτά τα λόγια ο συγγραφέας αποκαλύπτει τη στάση του απέναντι στα ζητήματα που τον απασχολούν.

Στο μυθιστόρημα του 1995, την παγκόσμια επιτυχία, όπως και στο τελευταίο έργο του, Η εγγονή(2021), εξετάζεται μέσω παραλληλισμών, αλληγοριών, μικρών προσωπικών ιστοριών η πρόσφατη ιστορία της Γερμανίας, οι συνέπειες που είχε γι’ αυτήν και τους κατοίκους της ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, καθώς και η διαίρεσή της το 1949, με την ίδρυση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας τον Μάιο και αυτήν της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας λίγους μήνες αργότερα. Οι επιπτώσεις όμως αυτού του κατακερματισμού φτάνουν μέχρι τη χρονιά της επανένωσης, που πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 1990, αλλά και την ξεπερνούν, καθώς τα ψυχολογικά και κοινωνικά σημάδια είναι ακόμα και σήμερα εμφανή στις δύο κοινότητες, ιδιαιτέρως σε αυτήν της Ανατολικής Γερμανίας. Γιατί ο αρχικός ενθουσιασμός με το πέρασμα του χρόνου όχι μόνο μετριάστηκε λόγω των δυσκολιών, οικονομικών και κοινωνικών, αλλά όταν υποχώρησε, ήρθαν στο φως όλα τα τραύματα που προέκυψαν από τη διαίρεση και τα ανόμοια πολιτικά και κοινωνικά συστήματα.

Αυτή η μεγάλη διαφορά φαίνεται από το πώς περιγράφει η ηρωίδα την επαφή της με τον δυτικό κόσμο στο πανεπιστήμιο, μια διάσταση που ακόμα και σήμερα μπορεί να αποδοθεί με τα ίδια λόγια από κάποιον που γεννήθηκε λίγο πριν από την επανένωση των δύο χωρών: «…Στα σεμινάρια και στις επιστημονικές συζητήσεις, όμως, υπήρχαν φοιτητές(δυτικοί) που είχαν διαβάσει τα πάντα… και έθεταν τα σωστά ερωτήματα και έδιναν τις σωστές απαντήσεις και έκαναν οξυδερκείς  κριτικές παρατηρήσεις…. Εμείς οι άλλοι-δεν ήμουν η μόνη που έμενε σιωπηλή, δεν ήμουν η μόνη που χαμήλωνε το κεφάλι όταν ο καθηγητής ρωτούσε τους συμμετέχοντες, δεν ήμουν η μόνη που τραύλιζε όταν έπρεπε να μιλήσω…»

Άλλωστε, ο αγώνας, αν και μετριασμένος λόγω της χρονικής απόστασης και των πολιτικών και κοινωνικών αλλαγών, των Nachgeborenen, αυτών που γεννήθηκαν αργότερα, μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, να αντιμετωπισθεί αποτελεσματικά το παρελθόν, δεν έχει εκλείψει. Κι αυτό γιατί πολλές διαφορές παραμένουν ακόμα ζωντανές και συντηρούν άλλοτε υποδόρια και άλλοτε φανερά τα επακόλουθα των σημαντικών στιγμών του παρελθόντος.

Η ιστορία του μυθιστορήματος αν και διαδραματίζεται στο Βερολίνο του σήμερα,  σύντομα μεταφέρεται μέσω των αναδρομών στη δεκαετία του ’60. Ο Κάσπαρ, ένας εβδομηντάχρονος ιδιοκτήτης βιβλιοπωλείου, επιστρέφοντας ένα βράδυ στο σπίτι του βρίσκει τη γυναίκα του νεκρή. Οι δυο τους, όταν ακόμα ήταν φοιτητές, είχαν γνωριστεί στο Ανατολικό Βερολίνο, όπου ζούσε εκείνη, ερωτεύτηκαν και αποφάσισαν να παντρευτούν αφού ο Κάσπαρ θα την βοηθούσε να δραπετεύσει από την Ανατολική Γερμανία μέσω Τσεχοσλοβακίας.

Όταν, μετά τον θάνατό της, ανακαλύπτει τις προσωπικές σημειώσεις της, ένα «μυθιστόρημα» που αφηγείται περιστατικά από τη ζωή της, ένα μυθιστόρημα μέσα στο μυθιστόρημα, ο Κάσπαρ αντιμετωπίζει μια καινούρια πραγματικότητα μέσω της αποκάλυψης ενός μυστικού, που δεν είναι άλλο από την ύπαρξη της κόρης της, την οποία άφησε στην Ανατολική Γερμανία, όταν η ίδια διέφυγε στη Δύση. Στην αναζήτησή του να συναντήσει την οικογένειά της γυναίκας του, θα σταθεί τυχερός και θα βρει όχι μόνο την κόρη της, που κουρασμένη από τις «ψεύτικες μεγαλοστομίες του σοσιαλισμού» εντάσσεται στην κοινότητα των σκίνχεντς και  των νεοναζί, αλλά και την εγγονή, ένα έξυπνο κορίτσι το οποίο μεγαλώνει μέσα σε ένα τοξικό περιβάλλον, γεμάτο μίσος για τους άλλους, τους διαφορετικούς, θυμωμένο για την ήττα, για αυτούς που δεν  πιστεύουν στα σύμβολα και τις ιδέες τους, προσκολλημένο σε όσα τους απομονώνουν και τους κρατούν επιθετικούς, ανίσχυρους να συνθέσουν και να δημιουργήσουν.

Οι περιγραφές του Σλινκ, που παρουσιάζουν δύο εντελώς ξεχωριστούς και ανόμοιους κόσμους, είναι ευθύβολες, ενώ η ψυχολογική απεικόνιση των ηρώων του διακρίνεται για την ακρίβεια και την αληθοφάνεια. Η επιλογή της εγγονής να απομακρυνθεί από το νοσηρό και εχθρικό περιβάλλον αφήνει σημάδια αισιοδοξίας για το μέλλον και την πρόοδο μιας καινούριας γενιάς που αναζητεί τον βηματισμό της μακριά από τα τραύματα του παρελθόντος, τα οποία  δεν τα αγνοεί, αλλά τα εξετάζει, δεν τα  προσπερνά και δεν τα φοβάται, αλλά τα αντιμετωπίζει.

Η σύγχρονη Γερμανική ιστορία αποδίδεται με ευαισθησία και ειλικρίνεια από έναν συγγραφέα που δεν καταφεύγει σε απλουστεύσεις και σε εύκολα συμπεράσματα, αντίθετα παρουσιάζει όλες τις πλευρές και τις αντιθέσεις των θεμάτων του με λόγο στιβαρό και αυθεντικό.

Η μετάφραση είναι στρωτή.

 

 

Bernhard Schlink, Η εγγονή, μετάφραση Απόστολος Στραγαλινός, Κριτική 2023

Προηγούμενο άρθρο«Βατράχια» – Ένας γλυκόπικρος Αριστοφάνης (της Όλγας Σελλά)
Επόμενο άρθρο«Οι μεταφορές του Βασιλιά» του Τζόσουα Κόεν (γράφει η Δήμητρα Ρουμπούλα)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ