«Η προξενήτρα» των Θ. Ουάιλντερ και Θ. Μοσχόπουλου είναι έξυπνη, ξεκαρδιστική , τρυφερή, διαχρονική (της Όλγας Σελλά)

0
434

 

της Όλγας Σελλά

Το θεατρικό είδος της φάρσας ενέχει κάποιους κινδύνους όταν ανεβαίνει στις σκηνές του 21ου αιώνα: να είναι αδιάφορο θεματικά, να είναι προβλέψιμο σκηνοθετικά, να είναι παλιακό σκηνικά. «Η προξένητρα» του Αμερικανού Θόρντον Ουάιλντερ, που παρουσιάζεται για πρώτη φορά στο Εθνικό Θέατρο σε σκηνοθεσία Θωμά Μοσχόπουλου, απέφυγε όλους αυτούς τους κινδύνους για τους  εξής λόγους: πρώτον γιατί ο ίδιος ο συγγραφέας του έργου, το μπόλιασε –ευφυώς και ευαίσθητα- με νεωτερικά ως προς την κειμενική φόρμα, αλλά και επίκαιρα με την εποχή του, ως προς τη θεματολογία, στοιχεία (πρώτη γραφή 1938, οριστική γραφή ανανεωμένη το 1954), κρατώντας την κλασική δομή της φάρσας,  συνομιλώντας επιτυχώς με τους θεμελιωτές του είδους και ταυτοχρόνως σαρκάζοντας και καυτηριάζοντας δομές, αντιλήψεις, συμπεριφορές και ανθρωπότυπους του καιρού του (ή μήπως όχι μόνο του δικού του;) και αντιμετωπίζοντας με τρυφερότητα και με τη λύτρωση του χιούμορ τις ανάγκες, τις αγωνίες, τις φοβίες και τις αναζητήσεις που έκρυβαν οι πράξεις και οι επιλογές τους. Και δεύτερον γιατί ο σκηνοθέτης τούτης της παράστασης, στη σκηνή «Μαρίκα Κοτοπούλη» στο REX του Εθνικού Θεάτρου, ο Θωμάς Μοσχόπουλος, πείραξε κι άλλο αυτή την ήδη πειραγμένη φάρσα, επίσης με ευφυΐα, ευαισθησία και γνώση, με σύγχρονες θεατρικές όψεις, συνομίλησε με την ιστορία και τους ανθρώπους του δικού του και του δικού μας θεάτρου, χάραξε ένα γοητευτικό ταξίδι θεάτρου μέσα στο θέατρο, και έδωσε μια φρέσκια παράσταση σ’ ένα κλασικό είδος. Φρόντισε, μάλιστα, να μας προϊδεάσει εξαρχής για τους σκοπούς του, βάζοντας έναν από τους ηθοποιούς της παράστασης, τον Άλκη Μπακογιάννη, σε ρόλο αφηγητή να μας μιλήσει και για το έργο του Ουάιλντερ και για τη δική του ματιά, μ’ έναν τρόπο σαρκαστικό, θεατρικό, καυστικό, ειλικρινή.

Η ιστορία της «Προξενήτρας» είναι η εξής: Είμαστε στη Νέα Υόρκη στα τέλη του 19ου αιώνα και η δαιμόνια προξενήτρα Ντόλι Λιβάι (Γαλήνη Χατζηπασχάλη) επιχειρεί να βρει την ιδανική σύζυγο στον πλούσιο, αλλά φιλοχρήματο και δύστροπο Οράτιο Βαντεργκέλντερ (Σίμος Κακάλας). Στη διάρκεια αυτής της προσπάθειας μπερδεύονται η ανιψιά του Οράτιου, η Ερμενεγάρδη (Βιβή Φωτοπούλου), που είναι ερωτευμένη με τον ανερχόμενο καλλιτέχνη Αμβρόσιο (Άλκης Μπακογιάννης), η πιο απελευθερωμένη έξω από τους παραδοσιακούς ρόλους γυναίκα της ιστορίας, η καπελού Αϊρήν Μολλόι (Ευδοκία Ρουμελιώτη), οι δύο υπηρέτες του Οράτιου, ο Κορνήλιος (Πάνος Παπαδόπουλος) και ο Βαρνάβας (Φώτης Στρατηγός) που στενάζουν κάτω από τις σκληρές συνθήκες εργασίας που τους επιβάλλει και ονειρεύονται να πλουτίσουν, μια μακρινή θεία του Οράτιου, η Φλώρα βαν Χόυζεν (Ράνια Οικονομίδου), ένας μποέμ τύπος, ο Μαλαχίας (Θανάσης Δήμου) που προσπαθεί, μάταια, να επιβιώσει και να γίνει το δεξί χέρι του Οράτιου, και φυσικά το υπηρετικό προσωπικό όλων αυτών των προσώπων, που στο πρόσωπό τους εικονίζεται η μικροαστική τάξη που ονειρεύεται και διαρκώς επιχειρεί να ανέλθει, και ν’ ακολουθήσει το, δημοφιλές μεταπολεμικά, αμερικανικό όνειρο.

Όλο αυτό το σύμπαν ανθρώπων και επιθυμιών, που διαρκώς μπερδεύονται, συγκρούονται ή ανατρέπονται, το έβαλε η Ευαγγελία Θεριανου να στροβιλίζεται γύρω, μέσα και έξω από ένα σκηνικό θεάτρου που περιστρέφεται, που έχει πολλές πόρτες που ανοίγουν και κλείνουν κάθε λίγο, κι ένα τεράστιο δολάριο να δεσπόζει σε κάποιες περιστροφές του. Και έξω από τον κύκλο και την κίνηση αυτού του σκηνικού ήταν παρόντες και διαρκώς επί σκηνής όλοι οι ηθοποιοί της παράστασης, σαν σε διαδικασία πρόβας που ο καθένας περιμένει να έρθει η σειρά του, μισοντυμένοι με το κοστούμι της παράστασης –ευφυή και τα κοστούμια της Κλαιρ Μπρέισγουελ-, που συνταιριάζουν με φαντασία το ύφος του χθες και τις σύγχρονες πινελιές που χαρακτηρίζουν έξυπνα και με χιούμορ το χαρακτήρα του καθενός και της καθεμιάς. Για παράδειγμα, το παντελόνι του Θανάση Δήμου: το ένα μπατζάκι του ήταν μια φθαρμένη φόρμα (αποτύπωση αμφίεσης ενός μποέμ που δεν δίνει σημασία στην εμφάνισή του) και το άλλο μπατζάκι δείγμα ενός φτηνού αλλά καθώς πρέπει κοστουμιού, που θα του άνοιγε την πόρτα για μια άλλη ζωή. Ή η στολή του Οράτιου όταν ετοιμάζεται για την τοπική παρέλαση, μια στολή που παραπέμπει στη μεγαλομανία και την έπαρση του Ναπολέοντα, και ντύνει τον αφελή Οράτιο με τον μεγαλοϊδεατισμό των ανθρώπων του είδους του, που δίνουν σημασία στην εμφάνιση και δη στην κραυγαλέα για να δηλώσουν την παρουσία τους.  Οπωσδήποτε η κίνηση που επιμελήθηκε η Σοφία Πάσχου έδωσε ρυθμό στη «μελωδία» αυτής της αέναης φαρσικής περιστροφής όλων, αυτών των διαρκών εισόδων και εξόδων, αυτών των αλλεπάλληλων καμουφλάζ και αποκαλύψεων.

 

Όλα αυτά από μόνα τους δεν αρκούν αν δεν στηριχθούν και υποστηριχθούν από τους κατάλληλους ηθοποιούς. Και ο Θωμάς Μοσχόπουλος είχε πράγματι τους κατάλληλους, κάνοντας αυτό που κάνει πάντα: επιλέγοντας εύστοχα τους δοκιμασμένους, ακόμα και δίνοντάς τους κόντρα ρόλο (όπως στον Σίμο Κακάλα που πρώτη φορά παίζει κωμωδία), δείχνοντας ξανά την εμπιστοσύνη του σε ηθοποιούς που πρώτος μας σύστησε (όπως ο Φώτης Στρατηγός και ο Άλκης Μπακογιάννης) και συστήνοντας μας νέους. Και όλοι ανταποκρίθηκαν με τον καλύτερο τρόπο: η Γαλήνη Χατζηπασχάλη ήταν η ιδανική Ντόλυ, η Ράνια Οικονομίδου έφερε ξανά την αρχοντική και αέρινη θεατρική της αύρα, ο Σίμος Κακάλας απολαυστικός σύγχρονος Σκρουτζ, ο Πάνος Παπαδόπουλος ξεδίπλωσε και χάρισε γενναιόδωρα το σπουδαίο κωμικό του ταλέντο, η Ευδοκία Ρουμελιώτη μας γοήτευσε και σε καρατερίστικο ρόλο, ο Φώτης Στρατηγός ήταν ο φοβισμένος υπάλληλος που θέλει να έχει πάντα κάποιον να τον οδηγεί (στην προκειμένη περίπτωση έναν άλλο υπάλληλο, τον Κορνήλιο), ο Θανάσης Δήμου είναι ο  loser που προσπαθεί διαρκώς να πιάσει την καλή, και η νεαρή Βιβή Φωτοπούλου είχε τη χάρη και την ανυπομονησία της νιότης.  Αλλά και οι μικρότεροι ρόλοι ήταν απολαυστικοί: Μελίνα Βαμπούλα (με μπρίο), Ιωάννης Μυστακίδης και ως Αύγουστος και ως Γερτρούδη, Θανάσης Ραφτόπουλος και ως Ρούντολφ και ως Μαγείρισσα, Γιάννης Σαμψαλάκης και ως μπαρμπέρης και ως αμαξάς.

Και πάλι όλα αυτά –τα απαραίτητα- δεν θα αρκούσαν αν δεν υπήρχε ένα ουσιαστικό, έξυπνο, τρυφερό και πολύπλευρο κείμενο, που εξακολουθεί να αγγίζει, με χιούμορ αλλά και κατανόηση, τις μεγαλομανίες, τις εμμονές, τις καθημερινές μικρές μάχες των ανθρώπων για ν’ αγγίξουν τα μικρά ή μεγαλύτερα όνειρά τους, τις επιθυμίες τους. Που είναι πάντα αναζητήσεις και του θεάτρου. Κι ίσως πάλι δεν θα αρκούσαν, αν δεν υπήρχε μια σκηνοθετική ματιά να τα αντιληφθεί και να τα αναδείξει με τρόπο ανάλαφρο και ουσιαστικό, σύγχρονο και θεατρικό. Συγκινητικά θεατρικό για την ακρίβεια, γιατί ο Θωμάς Μοσχόπουλος μας χάρισε πολλά μικρά hommage είτε σε κλασικά θεατρικά έργα (απολαυστική η σκηνή που παρέπεμπε στις «Δούλες» του Ζενέ) είτε σε θεατρανθρώπους.

Στην παράστασή του ο Θωμάς Μοσχόπουλος μας χάρισε, άμεσα ή έμμεσα αλλά πάντα διακριτά, και το χιούμορ και τον σχολιασμό του κειμένου: για το κυνήγι του πλουτισμού και την εξιδανίκευσή του, για τι σχέσεις εργασίας και την επισφάλεια που συχνά δημιουργεί, για τα στερεότυπα της οικογένειας και του ρόλου της γυναίκας, αλλά και για το ρίσκο, πριν κάποια χρόνια, της αναζήτησης ανεξαρτησίας, για τη μοναξιά, για την ανάγκη συνεννόησης και αποδοχής του άλλου που μπορεί να είναι διαφορετικός, για τη δυνατότητα να γευτούμε τις απολαύσεις της ζωής. Το λέει άλλωστε, στον τελευταίο της μονόλογο η Ντόλυ Ληβάι (και είναι από τα σημεία που πρόσθεσε ο Ουάιλντερ στην οριστική γραφή του κειμένου): «Ναι, είμαστε όλοι μας ηλίθιοι και είμαστε και επικίνδυνοι. Ο κόσμος κινδυνεύει να καταστραφεί από την ηλιθιότητά μας. Ο πιο σίγουρος τρόπος να εξουδετερωθεί η απειλητική μας φύση είναι να χαρούμε τις τρεις, τέσσερις, έστω πέντε ανθρώπινες ηδονές που δικαιούμαστε σ’ αυτόν τον κόσμο –και για να γίνει κάτι τέτοιο χρειάζονται και μερικά λεφτουδάκια! Η διαφορά ανάμεσα στο ‘μερικά λεφτά’ και στο ‘ούτε δεκάρα’ είναι τεράστια –και μπορεί να διαλύσει ολόκληρο τον κόσμο. Η διαφορά πάλι ανάμεσα στο ‘μερικά λεφτά’ και στο ‘υπερβολικά πολλά λεφτά’ είναι μηδαμινή –και μπορεί εξίσου να διαλύσει τον κόσμο. Προσωπικά, ανέκαθεν πίστευα πως τα χρήματα είναι σαν –και να με συγχωρείτε κιόλας- σαν την κοπριά. Δεν έχει καμιά απολύτως αξία εκτός κι αν τη χρησιμοποιήσει σαν λίπασμα για να φυτρώσει κάτι καινούργιο».

ΥΓ. «Η προξενήτρα» είναι η τελευταία παράσταση που φιλοξενείται στο REX για φέτος. Στο τέλος των παραστάσεων, και για τα δύο επόμενα χρόνια, το REX θα παραμείνει κλειστό για να πραγματοποιηθεί μια εκ βάθρων ανακαίνιση. 

 

Η ταυτότητα της παράστασης

Μετάφραση-Σκηνοθεσία: Θωμάς Μοσχόπουλος, Σκηνικά: Ευαγγελία Θεριανού, Κοστούμια: Κλαιρ Μπρέισγουελ, Επεξεργασία-διασκευή μουσικών κομματιών παράστασης: Γιάννης Μαραμαθάς, Κίνηση: Σοφία Πάσχου, Φωτισμοί: Νίκος Βλασόπουλος, Δραματολόγος παράστασης: Εύα Σαραγά, Βοηθός σκηνοθέτη: Γιώργος Παύλου, Βοηθός σκηνογράφου: Ζενεβιέβ Αθανασοπούλου, Βοηθός ενδυματολόγου: Αλέξανδρος Γαρνάβος

 

 

Διανομή (αλφαβητικά)

Μελίνα Βαμπούλα           Μίνυ Φαίη

Θανάσης Δήμου              Μαλαχίας Στακ

Σίμος Κακάλας                  Οράτιος Βαντεργκέλντερ

Άλκης Μπακογιάννης      Αμβρόσιος Κέμπερ

Ιωάννης Μυστακίδης      Αύγουστος, Γερτρούδη

Ράνια Οικονομίδου         Φλώρα Βαν Χόυζεν

Πάνος Παπαδόπουλος    Κορνήλιος Χακλ

Θανάσης Ραφτόπουλος Ροδόλφος,  Μαγείρισσα

Ευδοκία Ρουμελιώτη      Αϊρήν Μολόυ

Γιάννης Σαμψαλάκης      Τζόου (μπαρμπέρης), Αμαξάς

Φώτης Στρατηγός            Βαρνάβας Τάκερ

Βιβή Φωτοπούλου          Ερμενεγάρδη

Γαλήνη Χατζηπασχάλη  Ντόλυ Γκάλαχερ Λιβάι

 

Μουσικός επί σκηνής

Γιάννης Μαραμαθάς (πιάνο)

 

Φωτογραφίες παράστασης:  Πάτροκλος Σκαφίδας

 

Θέατρο REX, Σκηνή «Μαρίκα Κοτοπούλη» (Πανεπιστημίου 48)

Ημέρες και ώρες παραστάσεων:

Τετάρτη στις 19:00, Πέμπτη, Παρασκευή στις 20:30, Σάββατο στις 17:30 και 20:30,

Κυριακή στις 19:00

 

 

Προηγούμενο άρθροΗμερολόγιο: Μια DIY ποιητική και εικαστική χειρονομία (της Ανδρονίκης Τασιούλα)
Επόμενο άρθροΠολίτης Τόμας Μαν (του Θανάση Μήνα)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ