Η πολύσημη μαγεία των λέξεων (της Αγάθης Γεωργιάδου)

0
497

 

της Αγάθης Γεωργιάδου (*) 

 

«Θα ξεκινήσω με μια ομολογία. Το βιβλίο αυτό γράφτηκε πάνω στα βιβλία του Αντώνη Φωστιέρη. Κυριολεκτικά. Κουβαλώντας πάντα μαζί μου τα ποιήματά του, άλλοτε τη συγκεντρωτική του έκδοση και άλλοτε τα Τοπία του Τίποτα, διάβαζα και υπογράμμιζα. Με κίτρινο οι αμφισημίες, με μωβ τα επαναληπτικά σχήματα, με πράσινο οι ομοηχίες, με μπλε οι παρηχήσεις. […] Βλέποντας την πολύχρωμη παλέτα, που χωρίς πρόθεση δημιούργησα, σκεφτόμουν ότι υπέπεσα ακούσια στο αδίκημα της ιεροσυλίας βάζοντας χρώμα σε ένα ποιητικό έργο που από τη φύση του επιλέγει να εκλύει σχεδόν αποκλειστικά την ερεβώδη μονοχρωμία του μαύρου» (σ. 9).

Με αμφίσημο λόγο, αντίστοιχα, η συγγραφέας και υποψήφια διδάκτορας της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας στο Π.Τ.Δ.Ε. του Πανεπιστημίου του Αιγαίου Παρασκευή Μακρίδου αναδεικνύει με αυτή την πρωτότυπη μελέτη της στο έργο του πολυβραβευμένου ποιητή της Γενιάς του ’70 Αντώνη Φωστιέρη την αμφίσημη ή καλύτερα πολύσημη δύναμη της ποιητικής του γλώσσας. Μέσα από τη μεθοδική της ανάλυση προκύπτει αβίαστα πώς ο βιρτουόζος ποιητής «μαγεύει» τις λέξεις, ώστε να δημιουργούν καινοφανείς συνειρμούς που παράγουν βαθύτερα νοήματα.

Το βιβλίο αυτό εκδόθηκε παράλληλα με την εκτενέστατη και εμβριθέστατη μελέτη (700 σελίδων) του Ομότιμου Καθηγητή Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Θεοδόση Πυλαρινού με τίτλο Ο ποιητής Αντώνης Φωστιέρης. Θεματικές και μορφολογικές προσεγγίσεις στο έργο του (Καστανιώτης, 2021), στο οποίο ο συγγραφέας  ασχολήθηκε όχι μόνο με τις αμφισημίες, αλλά και με ποικίλα άλλα θεματικά και μορφολογικά φαινόμενα του ποιητικού λόγου του Φωστιέρη (ομοηχίες, μετωνυμίες, επαναλήψεις, αναδιπλώσεις κ.ά.), προβάλλοντας έτσι τη δύναμη και τις δυνατότητες της τέχνης του. Σε ανάλογο αποτέλεσμα καταλήγει και η Μακρίδου μέσα από την εμβάθυνση στην τεχνική της αμφισημίας, την οποία αναδεικνύει ως σημαντικό υφολογικό και σημασιολογικό γνώρισμα του έργου του ποιητή. Σύμφωνα με τη μελέτη της, η αμφισημία, με την έννοια «της ιδιότητας των λέξεων να παράγουν διπλά νοήματα», αποτελεί «σταθερό και αποφασιστικό στοιχείο ύφους στην ποίηση του Αντώνη Φωστιέρη», καθώς εντόπισε 168 περιπτώσεις «ολικών ή νόθων» αμφισημιών στα 257 ποιήματά του και 2 παραδείγματα στους τίτλους του, με την πλειονότητά τους να εμφανίζονται κατά σειρά στις συλλογές Τοπία του Τίποτα (2013) και Η σκέψη ανήκει στο πένθος (1996).

Η αξία της μονογραφίας αυτής έγκειται στο ότι καταπιάνεται με ένα αχαρτογράφητο πεδίο του φωστιερικού έργου, την αποδελτίωση των αμφισημιών που απαντώνται σ’ αυτό, τη συνακόλουθη ανάλυσή τους μέσα στα συμφραζόμενά τους και σε συνδυασμό με όλη την ποίηση του Φωστιέρη, παρέχοντας παράλληλα και εύστοχες ερμηνείες των σχετικών ποιημάτων.  Αναδεικνύει έτσι τον απροσμέτρητο πλούτο της γλώσσας και της σκέψης του ποιητή και κάνει σαφές πως η τεχνική της αμφισημίας δεν αποτελεί ένα απλό λεκτικό εύρημά του, αλλά θέμα ποιητικής ουσίας.

Στην Εισαγωγή της η συγγραφέας τοποθετεί τη μελέτη της σε θεωρητικό πλαίσιο, στις λογοτεχνικές σχολές δηλαδή που «επιτρέπουν» τη συγκεκριμένη μέθοδο προσέγγισης της ποιητικής γλώσσας και γραφής (ως αισθητικό αντικείμενο). Αναφέρεται κυρίως στους εκπροσώπους της «Νέας Κριτικής», που ανέπτυξαν έναν τρόπο μελέτης βασισμένο στα δεδομένα του ίδιου του κειμένου δίνοντας προτεραιότητα στην εξέταση των μορφικών χαρακτηριστικών του (το λεγόμενο «close reading»). Παρατηρεί, ωστόσο πως, σύμφωνα με τους «Νέους Κριτικούς», στη συστηματική μελέτη της αμφισημίας ελλοχεύει ο κίνδυνος της υπερανάγνωσης  (σ. 43).

Ενδιαφέρουσα είναι και η ιστορική αναδρομή στη χρήση της αμφισημίας από την αρχαιότητα ώς τη νεότερη λογοτεχνία και η επισήμανση ότι το συγκεκριμένο φαινόμενο δεν έπαψε ποτέ να χρησιμοποιείται στην ποίηση «ως ηθελημένη τεχνική, ως στοιχείο ενδογενές, σύμφυτο με την ικανότητα του ποιητικού λόγου να δηλώνει και να συνδηλώνει πολλαπλά νοήματα» (σ. 35).

Ακολουθούν τέσσερα κεφάλαια στα οποία η συγγραφέας αναλύει τις περιπτώσεις αμφισημίας που μελέτησε στο έργο του ποιητή: Στο πρώτο παρουσιάζει στοιχεία βιογραφίας και εργογραφίας του Φωστιέρη και μια σύντομη αποτίμηση του έργου του, ενώ στο δεύτερο διευκρινίζει τη σημασία της αμφισημίας. Στο τρίτο κεφάλαιο ερμηνεύει τις αμφισημίες ενταγμένες σε συγκεκριμένες θεματικές ενότητες («Αμφισημία και Φύση», «Αμφισημία και Οικονομία», «Αμφισημία και Ποίηση», «Ρητορικές και Γραμματικές αμφισημίες», «Αμφισημία και Φιλοσοφικός-Κοσμολογικός Στοχασμός», «Αμφισημία και Θάνατος», «Αμφισημία και Έρωτας», «Αμφισημία και Σώμα», «Λοιπές αμφισημίες», «Νόθες αμφισημίες»), παρέχοντας με την κατηγοριοποίηση αυτή μια πανοραμική μελέτη ολόκληρης της ποίησης του Φωστιέρη, καθώς και πολύτιμη γνώση για την πολυμορφία της, το εύρος των θεματικών της και το βάθος της στοχαστικής του σκέψης. Στο τέταρτο κεφάλαιο επιχειρεί μια συνολική αποτίμηση του μορφολογικού αυτού φαινομένου.

Στην παρουσίαση των αμφισημιών η συγγραφέας διακρίνει δύο κατηγορίες, τις «λεξικές» και τις «συντακτικές». Στις λεξικές εντάσσει όσες λέξεις έχουν δύο σημασίες, όπως λ.χ. η «πλάνη» στον στίχο «Ούτε μ’ αλήθεια ούτε με πλάνη λειαίνονται» («Κατοικίδιο δάσος», Το θα και το να του θανάτου) σημαίνει το ομώνυμο εργαλείο του μαραγκού αλλά και το αντίθετο της αλήθειας, ή η λέξη «τόκος»  στο ποίημα «Το θα και το να του θανάτου» («Γεννοβολάνε τα λεπτά κι ο τόκος βγαίνει αβάσταχτος», Το θα και το να του θανάτου), αφενός σημαίνει τη χρηματική αποζημίωση που αποδίδει ο οφειλέτης και αφετέρου τον τοκετό. Σε κάθε περίπτωση η μελετήτρια ερμηνεύει το σημασιολογικό βάθος που αποδίδουν οι αμφισημίες στο ποίημα. Πιο συχνές είναι οι συντακτικές αμφισημίες, όσες δηλαδή δημιουργούνται από τη διπλή σημασία που δημιουργείται όταν η λέξη μπορεί να συνδυαστεί είτε με την προηγούμενη είτε με την επόμενη νοηματική ενότητα, με διασκελισμό ή με το υπερβατό σχήμα, λ.χ.: «Τώρα να βλέπω στη φτηνή επιφάνεια / Πεπιεσμένο το βάθος / Της θάλασσας / σκέψης μου» («Παλινωδία», Το θα και το να του θανάτου), όπου η σημασία διαφοροποιείται ανάλογα με το αν εννοήσουμε μια τομή μετά το «βάθος» (και τότε η γενική «Της θάλασσας» γίνεται επιθετικός προσδιορισμός της «σκέψης») ή αν θεωρήσουμε τη γενική «Της θάλασσας» ως προσδιοριστική στο «βάθος» (=το βάθος της θάλασσας).

Πολύ σημαντικές είναι οι επισημάνσεις της μελετήτριας σχετικά με τη συμπόρευση της αμφισημίας με άλλα σχήματα λόγου και εκφραστικούς τρόπους του ποιητή (μεταφορές, προσωποποιήσεις, εικόνες, συνειρμούς, ομοηχίες, μετωνυμίες κ.ά.), όπως λ.χ. στο ποίημα «Γράφω» («Γράφω. / Έγραψα. / Έχω γράψει. // Καλά ώς εδώ. // Όμως του λείπει ο μέλλοντας. / Αδόκιμη η προστακτική. Κι η οριστική του, ευφημισμός / Της ευκτικής. // Ανώμαλο ρήμα, εντέλει. / Περίπλοκο. // Ποιος μπορεί να το μάθει», Τοπία του Τίποτα), στο οποίο το «γράφω» λειτουργεί με διπλή σημασία, ως ρήμα που σημαίνει τη γραφή γενικά, αλλά και ειδικότερα την ποιητική πράξη.

Στη μελέτη της η Μακρίδου αναφέρεται και σε άλλες περιπτώσεις αμφισημίας που εντοπίζει και οι οποίες δεν εντάσσονται σε συγκεκριμένες θεματικές, όπως σε κάποιους τίτλους ποιημάτων και ποιητικών συλλογών (λ.χ. Πολύτιμη Λήθη, που ομοηχεί με το «πολύτιμοι λίθοι»), αμφισημίες που στηρίζονται σε ετερόγραφες ομοηχίες, τις οποίες αποκαλεί «νόθες», λ.χ. «Ο πολυέλαιος» στον τίτλο του ποιήματος και «πολυέλεος» μέσα στο ποίημα (Το θα και το να του θανάτου) ή το «σκοινί τρόμου», που ακούγεται ομόηχα με τη «σκηνή τρόμου» («Τα λόγια μένουν», Πολύτιμη Λήθη) ή «Σάκος απορημάτων», που παραπέμπει στον «Σάκο απορριμμάτων» (Η σκέψη ανήκει στο πένθος) κ.ά.

Στο τελευταίο κεφάλαιό της, με τον αμφίσημο τίτλο σε καρκινική γραφή «Μη μόναν όψιν ή αντί επιλόγου», η συγγραφέας προβαίνει σε χρήσιμες παρατηρήσεις σε σχέση με τη συχνότητα των ευρημάτων και συνοψίζει τη συνεισφορά τους στις ποικίλες θεματικές του φωστιερικού έργου (τη φύση, τον έρωτα, τον θάνατο, την ποιητική κ.λπ.), υπογραμμίζοντας  μάλιστα την αξία της αμφισημίας ως ερμηνευτικού εργαλείου και τη συμβολή της στην προθετικότητα του ποιητή. Παραθέτει, μάλιστα, την άποψη του ποιητή σχετικά με τη σκοπιμότητα της χρήσης της αμφισημίας ως πνευματικής άσκησης για τον αναγνώστη, «ο οποίος όχι μόνο καλείται ν’ ανακαλύψει και ν’ αξιοποιήσει κρυμμένα μυστικά, θαμμένα στο υπέδαφος των λέξεων, αλλά να εμπλουτίσει το περιεχόμενο του ποιήματος με δικές του προβολές και προεκτάσεις».

Συμπερασματικά, το βιβλίο αποτελεί προϊόν σοβαρής και υπεύθυνης φιλολογικής εργασίας που αντιμετωπίζει με σεβασμό το έργο του ποιητή, αποφεύγοντας τη «χειρουργική» του ανατομία. Η προσφορά του είναι ότι δεν αποτελεί μια απλή καταγραφή των παραδειγμάτων αμφισημίας που εντοπίζονται στο έργο του ποιητή, αλλά μια διείσδυση στη διπλή τους σημασία με βάση την αναγνωστική οπτική της μελετήτριας. Εκείνο που επίσης αποκομίζει ο αναγνώστης από αυτό είναι ότι οι αμφισημίες αποτελούν μια ευφυή τεχνική  και ένα ακόμα όπλο με το οποίο ο ποιητής αποτυπώνει το βάθος των στοχασμών του. Φωτίζοντας αυτή την πλευρά  του εργαστηρίου του, η Μακρίδου αποκαλύπτει την πολυδύναμη γλώσσα του, καθώς και τη δεξιοτεχνία του να συνθέτει τον πλούτο των νοημάτων του με όχημα την πολυσημία των λέξεων.

Παρασκευή Μακρίδου, Όψεις αμφίσημου λόγου στην ποίηση του Αντώνη Φωστιέρη
Μανδραγόρας, 2021.

 

 

 

 

 

 

(*) Η Αγάθη Γεωργιάδου είναι είναι διδάκτωρ Φιλολογίας

Προηγούμενο άρθροΟι εβραίοι της Κρήτης (της Κατερίνας Αναγνωστάκη)
Επόμενο άρθρο“θέλω να τα πω χωρίς να με ρωτήσετε” (του Σταύρου Χατζηθεοδώρου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ