Η ποινή του χρόνου (του Ηλία Κεφάλα)

0
190

 

του Ηλία Κεφάλα (*)

Η συλλογή πεζών κειμένων υπό τον τίτλο «Το αλάτι του Bad Ischl» του Κώστα Μαυρουδή περιλαμβάνει μικρές αφηγήσεις ανεξάρτητες θεματικά, που καθρεφτίζουν εκείνο το μέρος του κόσμου, που συνοψίζεται κυρίως στην αγωνία επίλυσης ή ανάλυσης δύο κυρίαρχων προβλημάτων: της ατέρμονης προσπάθειας για τελειοποίηση του λόγου και της επίμονης λάξευσης της μνήμης με σκοπό την ελαχιστοποίηση των ανακριβειών της. Ωστόσο όλες αυτές οι αφηγήσεις που είναι σχολιασμοί πάνω στην τρέχουσα επικαιρότητα με τη συγκριτική συνδρομή της ιστορίας και της λογοτεχνικής παράδοσης συνιστούν και μια ελλειπτική απόπειρα αυτοβιογραφίας, με αποτέλεσμα ένα πολύχρωμο παζλ που, κομμάτι-κομμάτι, συμπληρώνει το πρόσωπο του αφηγητή.

Ο κόσμος, λοιπόν, διασπασμένος στις λεπτομέρειες της καθημερινής προβολής του, με τις ανάλογες έλξεις από πολλαπλές κατευθύνσεις, υπεισέρχεται μέσα στο στόχαστρο του συγγραφέα και αναπλάθεται εκ νέου. Η ανάπλαση κάνει τον χρόνο να πάλλεται. Τα γεγονότα υποκύπτουν στην εκ νέου σύστασή τους μέσω του λόγου. Κι εδώ αναφύεται πάλι και πάλι το πρόβλημα της γραφής, δηλαδή του ύφους που συγκροτείται μέσα στον γραπτό λόγο και υπό τη σκέπη του οποίου εκφέρεται ο λόγος και η εικόνα του συγγραφέα. Παράλληλα μας ενδιαφέρει ο τρόπος που προβάλλεται μέσω του λόγου ο εαυτός μας στον κόσμο, καθώς και ο κόσμος που απορροφάται εντός μας.

Ο Κώστας Μαυρουδής είναι ένας παρατηρητής, ένας ωτακουστής των γεγονότων, όπως αντιλαμβάνονται καθημερινά μέσα από μια συζήτηση, από μια εκδρομή, από μια κινηματογραφική ταινία ή από ένα βιβλίο. Γνωρίζει άριστα να συμπυκνώνει σε μικροαφηγήσεις την πεμπτουσία της καθημερινότητας, καθώς ανακαλεί μνήμες και παρακείμενες επί του θέματος γνώσεις επιστήμης και ιστορίας. Διακονώντας το τρίπτυχο εν ταυτώ δοκιμίου διηγήματος και ποίησης και επιμένοντας στο αιώνιο ζήτημα της γραφής και της εν γένει προβολής του ενδόμυχου λόγου, περαιωμένου ή μη, ο συγγραφέας παρατηρεί και ανατέμνει τα καθημερινά γεγονότα ενός κόσμου διασπασμένου σε απειράριθμα περιστατικά, που συγκινούν τον αθέατο παρατηρητή και ωτακουστή των ψιθύρων τους.

Επιμένοντας, λοιπόν, στην αποκρυστάλλωση της γραφής ο συγγραφέας αποφαίνεται ορθώς ότι ένα κείμενο δεν είναι ποτέ τελειωμένο. Ανά πάσα στιγμή υπόκειται σε ποικίλες διορθώσεις στην πορεία του προς την τελείωσή του. Πάντα υπάρχει το περιθώριο για μια επέμβαση στη σύνθεσή του κι αυτό το περιθώριο θέλει τον χρόνο του για να φανεί. Ενδεχομένως να μείνει για πάντα ατελείωτο, με κρυφές ή φανερές αναπηρίες στο σώμα του και με την επώδυνη αδυναμία της αισθητικής περάτωσής του. Αυτοί οι άπειροι τρόποι αναφοράς σ’ ένα θέμα μας θυμίζουν το αριστοτελικό αξίωμα «…το ον πολλαχώς λέγεται». Ας θυμηθούμε εδώ έναν δευτερεύοντα ήρωα του Καμύ στο μυθιστόρημά του «Πανούκλα»: Είχε συλλάβει την πλοκή ενός μυθιστορήματος και σκόπευε να το γράψει, αλλά, αρχίζοντας, δεν πήγε παραπέρα από την πρώτη φράση του κειμένου, επειδή καθ’ όλη τη διάρκεια εξιστόρησης της «Πανούκλας», ο δευτερεύων αυτός ήρωας διόρθωνε και ξαναδιόρθωνε την αφετηριακή πρόταση.

Κατά την άποψη του συγγραφέα, που λαξεύει συνεχώς τις έννοιες και τις ανάγκες του ακεραιωμένου κειμένου σε όλες τις εκφάνσεις του, γράφουμε για να ανασκευάσουμε αυτά που συμβαίνουν γύρω μας κι έτσι η γραφή πηγάζει κατευθείαν από τη καρδιά των γεγονότων. Η αφήγηση είναι μια διαρκής διόρθωση της ιστορίας και για να το καταδείξει αυτό ο συγγραφέας αναφέρεται στην περίπτωση ενός φαρμακοποιού της μεσοπολεμικής Μάντοβας, ο οποίος στα χρόνια της συνταξιοδότησής του αποφάσισε να ξαναγράψει ορισμένα τμήματα αγαπημένων του μυθιστορημάτων, επειδή η εξέλιξη της μυθοπλασίας τους δεν του άρεσε στην ολότητά της. Η μυθοπλασία, λέει ο Μαυρουδής, επειδή είναι ένας κόσμος ιδεών, γίνεται λογοτεχνία όταν καθαρογράφει το πρόχειρο της εμπειρίας. Και όπως όλες οι αναπαραστάσεις των συμβαινομένων έτσι και η λογοτεχνική δεν αφήνει τίποτα στη θέση του. Παντού υπεισέρχεται η άποψη του συγγραφέα κι αργότερα του αναγνώστη και το κάθε κείμενο προκαλεί την κάθε είδους, μυστική ή φανερή, απόπειρα επέμβασης.

Στη λειτουργία της μνήμης ο συγγραφέας μας παραπέμπει στον «μυθολογικό εαυτό» μας. Η ανάσυρση του περασμένου μοιάζει με αλίευση του ευφάνταστου. Ωστόσο, ορισμένες τεχνικές, όπως η «μνησίκακη» φωτογραφία επαναφέρουν τα πραγματικά μέτρα και αναβιώνουν τις χαμένες λεπτομέρειες. Όμως οι εικόνες που αποδίδονται από μια τέχνη, όπως η λογοτεχνία ή ο κινηματογράφος ‒ κι εδώ έχουμε μιαν αναφορά στους Ξενοφώντα και Φελίνι ‒ οι οποίες με την «ηθελημένη αοριστία του νεύματος» επιζητούν μιαν «αλληγορική αντιστοιχία (μεταβάπτιση) για να φωτιστούν». Και αναλύοντας περαιτέρω την άποψή του διευκρινίζει ότι «όσο λιγότερο κυριολεκτούν, όσο αναθέτουν σε κάτι ποιητικά αόριστο την παράστασή τους, τόσο εναργέστερα αποδίδουν αυτό που δεν λέγεται».

Ωστόσο η ακέραια προβολή του λόγου, η επικοινωνία συγγραφέα και αναγνώστη, η σχέση κειμένου και αναγνώστη είναι ένα διαρκές πρόβλημα και δη εναγώνιο για τον συνειδητοποιημένο λαξευτή της έκφρασης. Ο συγγραφέας ακουμπά στην άποψη ότι το στυλ, το ύφος, είναι ο ίδιος ο άνθρωπος που το φέρει και το οποίο όμως ποτέ δεν τον βοηθά επαρκώς ώστε να προβληθεί με άρτιο τρόπο μέσα σ’ έναν πραγματωμένο λόγο κι έτσι το κείμενο μένει μονίμως ανολοκλήρωτο. Παρά το γεγονός της πεποίθησης ότι η επιτυχία ενός κειμένου επέρχεται, όταν αυτό γίνεται ο κοινός μύθος συγγραφέα και αναγνώστη, στη ροή του χρόνου ο μύθος αυτός αλλάζει και υπόκειται σε πλείστες μεταμορφώσεις, επειδή η κάθε νεότερη ανάγνωση ενδίδει σε μια διαφορετική αντίληψη του γεγονότος.

Οι ποιητικές διακορυφώσεις μέσα στη ρύμη της αφήγησης του Κώστα Μαυρουδή  είναι απειράριθμες, ενώ κάποιες ξεχωρίζουν ευκρινώς, εξ αιτίας του έντονου απαυγάσματος της έμπνευσης και της άμεσης διαδικασίας του έλλογου στοχασμού: «κάθε ρολόι είναι επιβεβαίωση της ποινής του χρόνου… το μέσον με το οποίο ένας πτωχευμένος από αιωνιότητα υπολογίζει και το τελευταίο λεπτό». Αλλά και η ανάπτυξη ενός σχολίου, που γίνεται κάποτε και εκτενές διήγημα, επισφραγίζει τη δυνατότητα του συγγραφέα να διαστέλλει και να συρράπτει συγκινησιακές καταστάσεις πάνω σε διαφορετικά μοτίβα αισθητικών επιλογών και αναζητήσεων. Θα μπορούσαμε να ανασύρουμε πληθώρα παραδειγμάτων μέσα από το βιβλίο αυτό.

Σταματάω, εδώ, στο σημείο όπου το θάμβος της αφομοιωμένης ανάγνωσης, που συντελείται μέχρι και το προσωπικό όριο του καθενός, αναδίνεται από συγκεκριμένες ιστορίες υπεραθλητών της ανάγνωσης: του, γνωστού ως άνω, φαρμακοποιού που άλλαζε την πλοκή ή το τέλος ορισμένων γνωστών μυθιστορημάτων, του θηρευτή λαθών μέσα σε κείμενα ή ζωγραφικούς πίνακες, του εστέτ που κατέγραφε τις ιστορίες των υποδηματοποιών ανά τον χρόνο, επισημαίνοντας τις μεταμορφώσεις των παπουτσιών, άρα και του πολιτισμού, και τη συναφή ιστορία των δύο αδελφών της Καράρας, που η ζωή τους ήταν ο απόλυτος συνδυασμός δύο παπουτσιών σαν «ένας συνεταιρισμός μοναξιάς» κλπ. Τέτοιοι, συχνά αθέατοι και απρόσωποι ήρωες,  εμψυχώνουν τα περισσότερα κείμενα και δανείζουν στον αφηγητή την ιδιομορφία της ύπαρξής τους και το έναυσμα των αισθητικών ή ποιητικών καταφυγών, ενώ πλανώνται ταυτόχρονα σαν σκιές μέσα στον λόγο και αποσύρουν την παρουσία τους διακριτικά, όταν η αφήγηση παίρνει άλλη τροπή, καθώς το κείμενο μεταμορφώνεται σε παρακείμενο ή συγκείμενο.

Ξαναγυρίζοντας πάλι και πάλι στην αρχιτεκτονική του λόγου, η «επιλογική φράση» (τι ωραίο εύρημα) λέει ο Μαυρουδής ενός κειμένου είναι η αιτία για την οποία γράφτηκε το διήγημα εξαρχής. Εδώ η περίπτωση μας θυμίζει κατ’ αντίστροφο τρόπο τον ομόλογο στίχο του Γιάννη Ρίτσου «Γεύση βαθιά του τέλους προηγείται του ποιήματος».

Ο τρόπος του γεύματος, ο τρόπος καταπολέμησης της αμνησίας, η σπατάλη του χρόνου μέσω του ύπνου, χίλια δυο πράγματα της βιοτής γίνονται οι θεματικές αφορμές για υψηλού επιπέδου σχόλια, αφού ο πολιτισμός είναι πάντα «μια σειρά διευθετήσεων των λειτουργιών μας». Αλλά το κάθε θέμα δεν σταματά μόνο να στεγάζεται σ’ ένα συγκεκριμένο κείμενο, που διέπεται από μια ακινδυνότητα, αφού «στις γραμμές του δεν διακυβεύεται τίποτα», αλλά και στις αόρατες προεκτάσεις του, γεγονός που αντιλαμβάνεται ο συγγραφέας, διατυπώνοντας την αφοριστική του πεποίθηση ότι « χιλιάδες φορές καταλάβαμε αυτό που δεν μας είπαν ή ασπαστήκαμε μιαν άποψη που ποτέ δεν διατυπώθηκε».

Σημαντική επίσης είναι η παρατήρηση και ο σχολιασμός του Κώστα Μαυρουδή για τους ανώνυμους ήρωες, που παρελαύνουν, όπως ήδη προείπαμε, μέσα σε κάθε πεζογράφημα, αυτούς τους κομπάρσους που συμπληρώνουν με την παρουσία τους τη δράση και τον διάκοσμο κάθε πλοκής και που δεν ονομάζονται από τον συγγραφέα τους. Ενώ, δηλαδή, οι κεντρικοί ήρωες έχουν όνομα και μια ικανή σκιαγράφηση του προσώπου τους, οι ανώνυμοι απλώς υπάρχουν μέσα στην αναγκαιότητα της παρουσίας τους. Δεν ονομάζονται για παράδειγμα οι κάθε λογής φρουροί, οι υπηρέτες, οι πωλητές, οι διερχόμενοι. Πόσο αγαλλιαστική και ποιητική είναι η περιγραφή της φωτογραφίας από την έξοδο του πλαισιωμένου από χωροφύλακες Νίκου Πλουμπίδη κατά την πρώτη μέρα της δίκης του. Πρόκειται για την εισχώρηση της ιστορίας μέσα στο ποιητικό όνειρο: «Εξήντα πέντε χρόνια βρίσκονται (οι χωροφύλακες) δίπλα του. Κι εκείνος ‒με λινό, λευκό κουστούμι κι αποφασιστική μοίρα‒, πρωθύστερος πορθμέας, τους έχει περάσει δωρεάν, αλλά χωρίς όνομα, στην αντίπερα όχθη».

Θα σταματήσουμε εδώ το σύντομο αυτό σημείωμά μας με μία ακόμα παρατήρηση από τις αναρίθμητες που θα μπορούσαμε να επιχειρήσουμε και που πλουτίζουν εποικοδομητικά το βιβλίο. Είναι ακραιφνώς ποιητική και αφορά τις ρίζες ή τις καταβολές ενός ποιήματος, τις οποίες πρέπει ο ποιητής να έχει τη δύναμη να εξαφανίσει. Όταν δεν επιτυγχάνεται αυτό σημαίνει ότι μέσα στο ποίημα υπάρχει ένα ξένο υπόλοιπο, που δεν έχει αφομοιωθεί. Το αναφομοίωτο «μοιάζει έκθετο», αποφαίνεται αφοριστικά ο Μαυρουδής. Μοιάζει με το φαινόμενο της μη έγκαιρης απόκρυψης των πειστηρίων ενός εγκλήματος.

Θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε και με παραθέσεις πολλών σχολίων πάνω σε ανατομές της πολιτισμικής επικαιρότητας που καλύπτουν τις σελίδες του βιβλίου αυτού και χαρίζουν ολοκληρωτικά μια ευφρόσυνη ανάγνωση. Όμως θα καταχραστούμε τον χώρο και τον χρόνο του μελλοντικού αναγνώστη. Διατυπώνω εν κατακλείδι την ευχή: Μακάρι κάποτε να ευτυχήσουμε και να χαρούμε στη ζωή μας την ύπαρξη ενός  πακέτου παρόμοιου με εκείνο του αλατιού του Μπαντ Ισλ, για να διαφυλάξει μέσα στα προσωπικά μας ερείπια το απομεινάρι της ιστορίας μας, αυτήν την «αδράνεια του παλιού εαυτού με τον χαρακτήρα της οπισθοφυλακής», αυτό το τυχαίο γεγονός που μπορεί να διασώσει μια μικρή λάμψη από τους ερειπιώνες της μνήμης μας.

(*) Ο Ηλίας Κεφάλας είναι ποιητής

 

 

Κώστας Μαυρουδής, Το αλάτι του Bad Ischl, (Πεζά κείμενα, σελ. 230, Κίχλη 2022)

Προηγούμενο άρθρο«Το Μαγικό Βουνό» του Νίκου Α. Μάντη (της Εύας Μ. Μαθιουδάκη)
Επόμενο άρθροΝεκρολογία για την Άλκη Ζέη   (της Μαρίζας Ντεκάστρο)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ