Η ποιήτρια και κριτικός Λύντια Στεφάνου (της Βαρβάρας Ρούσσου)

0
331
Η Λύντια Στεφάνου από την Νέλλη Ανδρικοπούλου

 

της Βαρβάρας Ρούσσου

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Ζήρας εκδίδει μονογραφία για ποιητή[1] και οι τίτλοι των λοιπών, αν και καταφατικοί, υπόρρητα θέτουν ένα ερώτημα γύρω από ένα εκτιμημένο ως βασικό στοιχείο του έργου των ποιητών. Έτσι, στην περίπτωση Στεφάνου, διαφαίνονται δυο βασικά ερωτήματα: «Ποια είναι τα συντρίμμια και γιατί αλληλέγγυα ποιητική;» και περαιτέρω, παράγεται ένα πλέγμα ζητημάτων: πότε και πώς αναστηλώνονται τα συντρίμμια και πώς, με ποιους κειμενικούς τρόπους μορφώνεται η αλληλέγγυα ποιητική.

Για να απαντηθούν αυτά ο Ζήρας αναπτύσσει ένα ολόκληρο δίκτυο κριτικών επισημάνσεων διαχωρισμένων σε έντεκα κεφάλαια που όμως διαπλέκονται μεταξύ τους, εξετάζοντας σε βάθος το έργο της Στεφάνου στην ειδολογική του ενότητα και εντός των ιστορικών συμφραζομένων τα οποία αυτό το έργο εγγράφει και επανεγγράφει και στα οποία εγγράφεται. Διερευνά λοιπόν το έργο της Στεφάνου σε μια σειρά ομόκεντρων κύκλων: από την περιφέρεια, το ιστορικό πλαίσιο εντός του οποίου συγκροτήθηκε η προσωπικότητά της, [αρχικά σε μια «εποχή βιασύνης και ανάγκης συμμετοχής στα κοινά» (σ. 18) και σε «διάστημα παραγωγικά πρόσφορο και δημιουργικά εύφορο» που ωστόσο κληροδότησε στους νέους της εποχής «αδιάκοπα ανεξαργύρωτο φορτίο» (σ. 19)]. Περνά κατόπιν στις λογοτεχνικές επιδράσεις της [από την εμπλοκή σε λογοτεχνικά περιοδικά μέχρι τη συναναστροφή με λογοτέχνες και την ανάγνωση ποιητών του ελληνικού μοντερνισμού και ιδίως των ξένων Έλιοτ και Τόμας]. Κατόπιν αναφέρεται στη συγκρότηση της αισθητικής της που κρυσταλλώθηκε στο θεωρητικό της έργο. Στο κέντρο του κύκλου βρίσκονται τα ίδια τα ποιήματα διότι όπως σημειώνεται: «Πρωταρχικά όμως η Λύντια Στεφάνου ήταν ποιήτρια.» (σ. 11). Εντοπίζονται τα εξέχοντα σημεία της ποιητικής της Στεφάνου «ένα μείγμα βιωμάτων, αναγνώσεων, εγκολπώσεων και αναμνήσεων της περιόδου 1940-1960» (σ. 39).  Πρόκειται επομένως για ένα είδος πολιτισμικής ανάλυσης όπου μεταφέρεται στη μελέτη ό,τι η Στεφάνου επιτυγχάνει ποιητικά: η συνένωση διαφορετικών χρονικοτήτων στο παρόν,  μια μελέτη με όρους ευρύτερης πολιτισμικής ιστορίας και όχι στενής γραμματολογικής εκτίμησης. Έτσι για παράδειγμα όταν επεκτείνεται στην παρουσία του περιοδικού Τετράδιο ή στην κριτική υποσημείωση για τις γενιές ή στους όρους και τα όρια του είδους δοκίμιο ή ακόμη και στο περιβάλλον που παρήχθησαν οι κριτικές γύρω από το έργο της Στεφάνου ο Ζήρας τοποθετεί αυτό το έργο και το κρίνει στο πολιτισμικό του πλαίσιο χωρίς όμως να διαφεύγει από το κέντρο, τα ίδια τα κείμενα. Πράγματι λοιπόν, είναι εύστοχος ο αυτοχαρακτηρισμός,  το πώς ο ίδιος ο Ζήρας χαρακτηρίζει το βιβλίο του, «κριτική μονογραφία» (δύο φορές), γιατί ακριβώς η επικέντρωση είναι στην έννοια κριτική πέρα από το προφανές  «ένα εκτενές δοκίμιο». Η διαρκής κίνηση ανάμεσα στις πτυχές του έργου της ποιήτριας και το πραγματολογικό υλικό συναρμόζονται με την κριτική που ασκεί ο Ζήρας για πλευρές του λογοτεχνικού φαινομένου που φτάνουν έως και το σήμερα. Αιτιολογείται έτσι όχι μόνο η «κριτική μονογραφία» αλλά και η πολιτισμική ανάλυση.

Η μονογραφία, σχετικά σύντομη σε έκταση αλλά περιεκτική συμπληρώνεται από μια ενδεικτική και χρήσιμη επιλογή ποιημάτων της Στεφάνου (σ. 71-115)˙ να σημειωθεί ότι οι ποιητικές συλλογές της και η συγκεντρωτική έκδοση είναι εξαντλημένες), τη μεστή συνομιλία της ποιήτριας με τη Μαρία Τσάτσου (σ. 117-128), την ομολογουμένως παράξενα αρνητική κριτική του Σινόπουλου (ένα ζήτημα που επιδέχεται διάφορες εικασίες) για τα Τοπεία από την καταγωγή και την περιπλάνηση του Υκ το 1965 και την απάντηση της Στεφάνου (σ. 131-137) και τέλος τρεις επιστολές της Στεφάνου προς τον Ζήρα (σ. 141-150).

Βάσει των παραπάνω θέτω το ερώτημα σχετικά με τον τίτλο: Ποια είναι τα συντρίμμια, ποια η αναστήλωσή τους και πώς πραγματώνεται; Ο πόλεμος, η Κατοχή, τα ερείπια της Ευρώπης και το εμφυλιακό και μετεμφυλιακό κλίμα εμποτισμένο από οδύνη, βία, θάνατο, διασπάσεις, διχασμούς και πολιτικά διλήμματα. Η ήττα και η παραδοχή της από μέρος λογοτεχνών και γι’ αυτό η παρατεταμένη θρηνολογία «εθνικός θρήνος» κατά τον Ζήρα, που οδηγεί από το συλλογικό στο ατομοκεντρικό και στο κλίμα της αναδιπλωμένης στο εγώ υπαρξιακής ποίησης. Τα κάθε είδους ερείπια που ο Υκ συναντά στις περιπλανήσεις του ξεκινώντας από έναν κόσμο που αυτοορίζεται ως νέος αλλά είναι μάλλον ημιθανής εκ γενετής. Όλα είναι μια σειρά από συντρίμμια και μέσα από αυτά εκκινεί η Στεφάνου την αναστήλωση και αναλαμβάνει ο Ζήρας να καταδείξει το πώς αυτή επιτελείται. Αναστήλωση, ηθική, ιδεολογική και ποιητική. Από έναν διαλυμένο έκπτωτο κόσμο που τείνει να χαθεί στη σύγχυση και όπου η ποίηση συστρέφεται και απομακρύνεται από αυτόν τον κόσμο, η ποιήτρια καλείται να βρει άλλη οδό σε μια ποίηση που κατά το Ζήρα είναι «μη φυγόκοσμη […] που δείχνει στον κόσμο το άλλο το διαφορετικό πρόσωπο του εσωστρεφούς» (σ. 60). Ο Υκ είναι το ποίημα που θεμελιώνει αυτή την αναστήλωση του μεταπολεμικού κόσμου (θυμίζω γραμμένο μεταξύ 1956-1965). Όπως η Στεφάνου το θέτει στη σύνθεση αυτή φαίνεται «η βαθύτερη αλλαγή μου για το νόημα της ελευθερίας, του έρωτα και την ανάγκη να ανήκεις κάπου.», φράση κομβική που θα επικαλεστώ και παρακάτω. Σε αυτή τη σύνθεση κυρίως ο χειρισμός των εμπειριών, η σύζευξη μυστικιστικής/ενορατικής γραφής και βιώματος αγκιστρωμένου στο πραγματικό/ιστορικό, η διελκυστίνδα παρελθόντος-παρόντος και η ελεύθερη συναίρεση χρόνων τόπων και τρόπων είναι το ποιητικό «πώς» της αναστήλωσης.

Ο τρόπος αυτός εκκινεί, όπως δείχνει ο Ζήρας, από την «πεισματική προσήλωση στην άρνηση της ήττας της ελπίδας» (σ. 40) διότι «Δεμένος ο λυρισμός της με την προσδοκία της αλληλεγγυότητας, με ό,τι αποδίδει αξία στον άνθρωπο» (σ. 47). Εδώ ακριβώς αναδύεται η έννοια της αλληλεγγυότητας που τη σημασία της  εισάγει ήδη η Στεφάνου από το 1958 αλλά κυρίως αργότερα, στα Τοπεία. Αυτή, συνδυαστικά με την «ανοιχτή» ποίηση, καταφάσκουν στη ζωή. «Ν’ απλώνεις την αγάπη στις αυλές των θαλασσών/Να χτίζεις να φυτεύεις/Να φροντίζεις τον άνθρωπο/» (ΙΙΙ). Η αλληλεγγυότητα μετασχηματίζεται και σε αίσθηση κοινότητας -βιώματος και συνύπαρξης- και σε αγάπη αλλά και σε έρωτα: «Μικρή ‘ναι η γη γι’ αυτούς που κατοικούν στην αγάπη (XV)». Επανιδρύεται έτσι διαρκώς το καθεστώς των νεανικών προσδοκιών το οποίο δεν πεθαίνει οπότε ο συνεχής θρήνος περιττεύει. Δηλώνει η ίδια η Στεφάνου: «ποτέ μα ποτέ δεν κατάλαβα αυτό το αίσθημα της ήττας και της διάψευσης, πόσο μπορείς να κλαίς μια αποτυχημένη επανάσταση…» (σ. 122) και κυρίως: «Όμως το ζήτημα είναι το πώς δημιουργεί ένας διαψευσμένος, ένας ηττημένος». (σ. 122) άλλη μια κομβική φράση που θα αναφέρω ξανά.  Έτσι, παρά την αίσθηση ήττας στον περίγυρο, παρά το τέλος της ελπίδας ενός νέου κόσμου η διέξοδος από τη θρηνολογία οδηγεί στην αναστήλωση και στη δημιουργία.

Το δεύτερο ζήτημα το οποίο έθεσα εξαρχής γιατί σήμερα η επάνοδος σε μια ποιήτρια δέκα χρόνια μετά το θάνατό της και 40 μετά την τελευταία ποιητική συλλογή της.

Στα Προοιμιακά του βιβλίου ο Ζήρας καταθέτει ρητά ως βασικό κίνητρο γι’ αυτή τη μελέτη το προσωπικό του ενδιαφέρον για δημιουργούς των οποίων το έργο παραμελήθηκε, παρά την αξία του, και η συμβολή τους υποτιμήθηκε. Τις/τους παραγνωρισμένες/ους μάλιστα η φιλολογία έχει χαρακτηρίσει με το άκομψο, μάλλον ρατσιστικό, ελάσσονες και το έργο τους έχει αγνοηθεί. Αν και η Στεφάνου δεν τοποθετήθηκε στην κατηγορία minores,   δεν έτυχε της προβολής που άξιζε το δίδυμο έργο της-θεωρητικό/κριτικό και φυσικά ποιητικό, ενώ θα έπρεπε – το δεοντολογικό αποτελεί δική μου προσθήκη- να κατέχει ιδιαίτερη θέση στην ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας.  Η επικέντρωση σε συγκεκριμένους δημιουργούς που ονομάζονται μείζονες -επίσης ρατσισμός- και το δίκτυο μελετών που εξυφαίνεται γύρω τους, προϊόντος του χρόνου, διαμορφώνει μια ιστορία της λογοτεχνίας με φωτεινά, υποφωτισμένα και σκοτεινά μέρη. Η αρχή nihil minor in litteris[2] που συχνά αγνοείται στρεβλώνει τη μεγάλη σύνολη εικόνα. Όπως ο Ζήρας επισημαίνει με τρόπο έντονο, ήδη από την πρώτη σελίδα, τέτοιο φαινόμενο παραγνώρισης έχει τις βάσεις και τους όρους του σε ενδιάθετη τάση της λογοτεχνικής -θα προσθέσω και φιλολογικής- κοινότητας. Και εξάλλου για το ζήτημα έχει εκφραστεί με ιδιαίτερο κείμενο.[3]

Η μελέτη λοιπόν για τη Στεφάνου τίθεται ως ζήτημα προσωπικής ερευνητικής ροπής, φιλολογικής αρχής αλλά και εν μέρει αποκατάστασης μιας αδικίας διότι «η Στεφάνου είναι η μοναδική αξιόλογη θεωρητικός της ποίησης που έχουν να επιδείξουν τα αμέσως μεταπολεμικά χρόνια -ενδεχομένως μαζί με τη συνομήλική της, Νόρα Αναγνωστάκη…». Στο βαθμό που αγνοούμε το έργο της, η μονογραφία είναι στοχευμένη στην προβολή της ποιήτριας και θεωρητικού.

Κατά συνέπεια, το ερώτημα τίθεται διαφοροποιημένο και μετατοπισμένο στο δίδυμο έργο της Στεφάνου. Μπορούμε να ανατρέξουμε σε αυτό και να εκτιμήσουμε το ειδικό βάρος του στην ιστορική συνθήκη αλλά και να το επανεκτιμήσουμε στο σήμερα; Μπορούμε να συναναγνώσουμε θεωρητικό και ποιητικό έργο; Ή πρόκειται για μια εκ των πραγμάτων διακριτή δυνατότητα: την επιστροφή στο ίδιο το ποιητικό μέρος αλλά την αδυναμία εκτίμησης ενός θεωρητικού μέρους αγκυρωμένου εν μέρει σε θεωρίες και θέσεις παρωχημένες; Κι αυτό γιατί, πάλι εκ των πραγμάτων, δεν μπορούμε, νομίζω, να αρνηθούμε την ποιητική συνεισφορά της Στεφάνου αλλά μπορούμε να εκφέρουμε πλήθος αντιρρήσεων στα άλλα κείμενά της υπό το φως των σημερινών θεωριών.   Για την απάντηση θα επανέλθω σε έννοιες που ήδη προανέφερα τις οποίες η μονογραφία του Ζήρα αναδεικνύει.

Αρχικά η αλληλεγγυότητα. Έννοια που σήμερα επανακάμπτει θεωρητικά αλλά και στην ποίηση, επανασημασιοδοτείται και τοποθετείται στο επίκεντρο μιας νέας ευαισθησίας ξεκινώντας μάλιστα από τη φεμινιστική θεωρία, ως πολιτική της μέριμνας ή ηθική του care που θεωρείται ότι μπορεί να οδηγήσει στην επίλυση σημαντικών κοινωνικών προβλημάτων. Είναι σκόπιμο να ψηλαψήσουμε τον τρόπο με τον οποίο τόσο πρώιμα εννοεί και εισάγει στο έργο της η Στεφάνου την έννοια ανάγοντάς την στην αντίληψη του ανθρώπου ως «πλάσμα βιβλικής αγαθότητας» (σ. 34) και που εύστοχα ο Ζήρας τοποθετεί στον τίτλο. Ο Υκ έχει συντρόφους, ανήκει και δεν ανήκει και εδώ στηρίζεται το δεύτερο απόλυτα σύγχρονο στοιχείο, η ιθαγένεια/ περιπλάνηση. Η ιθαγένεια δεν εκλαμβάνεται από τη Στεφάνου ως στειρότητα των κλειστών εθνικών συνόρων αλλά διαφορετική από εκείνη των ποιητών που αγκιστρώνονται στο συγκεκριμένο ενός τόπου με την έννοια της πατρίδας. Αποτέλεσε το αντίδοτο στην ηθική έκπτωση ενώ το αίσθημα του ανήκειν στην κοινότητα διαπλέκεται με την αλληλεγγυότητα. Η σύλληψη της ιθαγένειας από τη Στεφάνου αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, ένα ανοιχτό πεδίο συγκριτικής μελέτης με νεότερες/ους και σύγχρονες/ους ποιήτριες/ές. Όμοια η περιπλάνηση δεν νοείται ως ταξίδι αυτογνωσίας αλλά ως φυγή όπως το σύγχρονο νομαδικό υποκείμενο «σε μετάβαση ανάμεσα στις γλώσσες, ούτε εδώ ούτε εκεί, είναι ικανό για υγιή σκεπτικισμό όσον αφορά τις σταθερές ταυτότητες και τις μητρικές γλώσσες» κατά τη Ρόζι Μπραϊντότι.  Και πάλι επιστρέφοντας στον Υκ θυμίζω τις δύο ενότητες με αυτό τον τίτλο και βέβαια τους στίχους «Περιπλανήθηκα πολύ με τα πόδια και με την ψυχή μου» (XLV). Η περιπλάνηση του Υκ συστοιχεί με σύγχρονες περιπλανήσεις μεταξύ Ανατολής-Δύσης.

Ένα τρίτο σημείο συγχρονισμού της Στεφάνου με το σήμερα είναι και ο τρόπος με τον οποίο στρέφεται στο φυσικό περιβάλλον και στην σύνδεση του ανθρώπου με τον αρχέγονο χώρο του, τη γήινη φύση του, θεώρηση που φαίνεται πρώιμα σύγχρονη. Δεν πρόκειται απλώς για την αξιοποίηση της φύσης ως σκηνικό χώρο του ποιήματος ο΄τε για την εξιδανικευτική εικόνα του φυσικού χώρου. Ο στίχος «εκεί που ζουν κατοικίδια πλάσματα» μπορεί να αναγνωστεί ως οικοποιητική, ως κοινότητα όλων των πλασμάτων (ο Υκ είναι τέτοιο παιδί) και βέβαια σύζευξη ανθρώπινων και μη ανθρώπινων όντων.

Τέλος, για να επανέλθουμε στα λογοτεχνικά πράγματα, ο ερμητισμός/κλειστή εσωστρεφής ποίηση απασχόλησε επίσης τη Στεφάνου και η «ανοιχτή» ποίηση είναι εκείνη που απευθύνεται στον αδελφό Άλλο. Σήμερα ακριβώς η ποίηση επιδιώκει να επανακατακτήσει το δημόσιο ρόλο της, στοχεύοντας όχι απλώς σε ένα κοινό αλλά στον διπλανό αποτελώντας συλλογικό εκφραστή και όχι ατομοκεντρικό κρυπτικό λόγο. Στο πλαίσιο αυτό επανέρχεται η έννοια της ήττας και το ξεπέρασμά της αλλά κυρίως το πώς ο ηττημένος μιλάει. Πώς μιλάει η σύγχρονη ματαιωμένη ποιητική φωνή; Ο Ζήρας επισημαίνει ότι ο Υκ είναι «η νεανική περσόνα της απογοήτευσης από το νέο κόσμο» (σ. 136) όπως πολλές περσόνες της σύγχρονης ποίησης.

Κλείνοντας νομίζω ότι είναι σκόπιμο να τονιστεί πως μέσα στο πλήθος των αντρών κριτικών η Στεφάνου (και η Αναγνωστάκη) γυναίκα αυτή κατόρθωσε ένα έργο στιβαρό. Σήμερα μπορεί αυτό να φαίνεται φυσικό και εύκολο. Ωστόσο, ακόμη και στον πρώιμο και ύστερο μεταπόλεμο δεν ήταν αυτονόητο. Ένας λοιπόν ακόμη λόγος επιστροφής στη Στεφάνου είναι η εκτίμηση της δράσης μιας γυναίκας σε ένα ολοκληρωτικά ανδροκρατούμενο πεδίο.

Αναφορικά με το θεωρητικό έργο της Στεφάνου είναι αυτονόητα σκόπιμη η συνανάγνωσή του με το ποιητικό ώστε αυτό το τελευταίο να φωτιστεί καλύτερα. Μισό αιώνα μετά τη διατύπωση θέσεων που σήμερα θεωρούνται παρωχημένες μπορούμε ωστόσο να ανιχνεύσουμε ψήγματα αυτής της σχέσης της με τη Νέα Κριτική και το close reading σε σύγχρονες θεωρήσεις όπως ήδη όσα προανέφερα για την πολιτισμική ανάλυση στην οποίαν εντάσσεται, νομίζω, και το εν λόγω δοκίμιο για το οποίο συζητάμε. Η ψύχραιμη και με απόσταση στάση της Στεφάνου απέναντι στη συγκεκριμένη θεωρία αναπτύσσεται εξάλλου στην ψύχραιμη επίσης και πυκνή θεώρηση του έργου της από  τον Ζήρα.

 

[1] Η ορεσίβια ποιητική μνήμη του Τάσου Πορφύρη. Ο μεταπόλεμος και οι ποιητές της ορεινής ενδοχώρας, Ύψιλον 2016. Η ποίηση της αφής. Δοκίμιο ερμηνείας της ποιητικής του Ανέστη Ευαγγέλου, Γαβριηλίδης 2008. Από το προσωπικό στο οντολογικό. Μεταβολές της ποιητικής όρασης του Τάκη Καρβέλη, Γαβριηλίδης 2002

[2] Φράση από τον Κικέρωνα που ελαφρά αλλαγμένη χρησιμοποίησε ο Τέλλος Άγρας το 1943.

[3] Αλέξης Ζήρας, «Η επανάσταση ενός παρία», Τα Ποιητικά 15 (Σεπτέμβριος 2015) και στο https://tapoiitika.wordpress.com

 

Αλέξης Ζήρας, Τα συντρίμμια και η αναστήλωσή τους. Η αλληλέγγυα ποιητική της Λύντιας Στεφάνου, θράκα 2022

 

Προηγούμενο άρθροΗ σκόνη (διήγημα της Αθηνάς Βογιατζόγλου)
Επόμενο άρθροΈχω δικαίωμα; Έχω δικαίωμα!  (της Αγγελικής Γιαννικοπούλου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ