Η πινακοθήκη του λόγου και της εικόνας (της Μαίρης Μικέ)

0
230

της Μαίρης Μικέ (*)

 

 

Τα Πορτρέτα ακολουθούν τα Ερωτοπαίγνια (2019), συγκροτούνται από τρεις ενδιάμεσες ενότητες (Α΄, Β΄, Γ΄, με τους τίτλους «Εξ αίματος», «Του χρωστήρα και της λέξης», «Οι άλλοι» αντιστοίχως) και πλαισιώνονται από την «Πτώση» της αρχής και την «Ανύψωση» του τέλους˙ η προλογική και η επιλογική ενότητα αριθμούν από δύο ποιήματα. Tριάντα επτά ποιήματα συνολικά.

«To «φύλλο» και «Ο αχινός», τα δύο πρώτα ποιήματα της «Πτώσης», καταθέτοντας από την αρχή τα διαπιστευτήριά τους επιχειρούν να δώσουν το στίγμα της συλλογής: η περιγραφική διάσταση, η ακριβολογία της παρατήρησης για ζώα και φυτά σχεδόν ανεπαισθήτως και χωρίς μελοδραματικά κοιτάσματα γίνονται είδωλα του υποκειμένου. Έτσι οι μαραζωμένες, σχεδόν νεκρές, φλέβες του φύλλου μετατρέπονται σε σωματικές και το μαραζωμένο φύλλο είναι πλέον το προμήνυμα του φθινοπώρου της ζωής. Το ίδιο θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι συμβαίνει και στο δεύτερο ποίημα αυτής της αρχικής ενότητας, τον «Αχινό»: η εσκεμμένη πεζολογία του ποιήματος με εγκυκλοπαιδικού τύπου πληροφορίες για ομοταξίες, συνομοταξίες και υποσυνομοταξίες δίνουν τη θέση τους στο οιονεί δεύτερο μέρος του ποιήματος σε αντικαθρεφτίσματα και στοχασμούς. Η εξωτερική θέαση γίνεται αφορμή για εσωτερικές καταβυθίσεις και το ποιητικό υποκείμενο αρχίζει να αναστοχάζεται για τα κοινά μερίδια που μπορεί να έχει με τον αγκυλωμένο στα βράχια αχινό. Τι κοινό μπορεί να έχουν; Την προσπάθεια να κρύβονται, να αμύνονται από ορατούς και αόρατους εχθρούς, άλλοτε χειροπιαστούς και άλλοτε άυλους, να ενδύονται με τρόπο καβαφικό τις αρματωσιές και τις πανοπλίες. Εσύ τον αστερία φοβάσαι κι εγώ/ τα πεφταστέρια. Πού εντοπίζεται λοιπόν ο φόβος; Στο απειροελάχιστο δείγμα σκόνης ή βράχου που πήρε φωτιά μέσα στην ατμόσφαιρα της γης; Στην ευχή που απλώς αρθρώνεται και δεν εκπληρώνεται; Στη φευγαλέα λάμψη; Όπως και να είναι, η «Πτώση» ολοκληρώνεται με το φθινόπωρο που καταφθάνει γοργά (κι εξαντλεί τον λυρισμό του στην περιγραφή), για να κατακαθίσει όπως η σκόνη και τα αγκάθια του αχινού στις εσωτερικές εύθραυστες κοιλότητες της ποιήτριας˙ κατασκευάζεται έτσι η δυνατότητα να αρθρωθεί ένας εξομολογητικός λόγος που δεν παραλείπει να καταθέτει ένα πικρό στοχασμό για τη φθορά, τις απώλειες και τις εκχυμώσεις.

Τα δεκατρία πορτρέτα της πρώτης ενότητας «Εξ αίματος» αντλούν από το χρυσοφόρο κοίτασμα του βιώματος και στήνουν μια πινακοθήκη από οικεία, αγαπημένα πρόσωπα και ταυτοχρόνως άγνωστα, έτοιμα να ανασυγκροτηθούν από τον ποιητικό λόγο. Μπορεί να εισβάλλουν στον χώρο της ποίησης με την γεύση, την όσφρηση και την αφή αναδεικνύοντας τη μεταφορά σε κυριολεξία. Η Βογιατζόγλου μνημειώνει χειρονομίες, γκριμάτσες του σογιού, αποτυπώνει το γήρασμα του σώματος, τα πένθη της οικογένειας και τους χωρισμούς βλέποντας παλιές φωτογραφίες. Ας σταθούμε σε μερικά από αυτά, αντιπροσωπευτικά μιας ποιητικής που γίνεται ολοένα και πιο ευκρινής.

Στα «Στολίδια» η καταληκτική φράση του ποιήματος όμορφη μετά την ομορφιά, όπως κατά κανόνα συμβαίνει με όλα σχεδόν τα ποιήματα της Βογιατζόγλου, απορροφά τη συγκίνηση κι εξάγει το απόσταγμα ήσυχα και σχεδόν σιωπηλά αλλά εξαιρετικά δυναμικά. Ό,τι έλκει την αφηγηματική ευαρέσκεια παραμονές Χριστουγέννων είναι μια στητά καμπουριασμένη πλάτη κάτω από ένα κόκκινο παλτό που την ίδια στιγμή καλύπτει και τις ύπουλες λαβωματιές. Ή στο «Το νεογέννητο», το θαύμα της γέννησης μαζί με την αγωνία δοξάζουν τη ζωή και, σ’ ένα από τα πλέον αισιόδοξα ποιήματα της συλλογής, επιτυγχάνουν κραταιή νίκη στη φθορά και τον θάνατο. Aντίθετα, στο ποίημα «Η Χλόη», το ανάλαφρο πάτημα της γάτας και η ήσυχη απομάκρυνσή της δεν αρκούν για να απαλύνουν την ατμόσφαιρα του ποιήματος με τις καθημερινές πεζολογικές σκηνές που διασαλεύεται από την πύρινη τροχιά της γάτας στο κενό. Στο «O αφέντης των αριθμών» πάλι, όπως και παραπάνω τονίστηκε, στους καταληκτικούς στίχους συμπυκνώνεται το ισοζύγιασμα ανάμεσα στην αξόδευτη ζωή ανθρώπινων ψυχών και στο μόχθο. Η σύνθεση του πορτρέτου συνοψίζεται στον εντοπισμό των ρωγμών πίσω από τις μαύρες οθόνες των υπολογιστών. Τούτο επιτυγχάνεται με μια απροσδόκητη μεταφορά, με την ενεργοποίηση του μύθου της Αράχνης στον αγώνα της με την θεά Αθηνά. Η Αθηνά (η ποιήτρια και όχι η θεά) επιμένει να βλέπει όχι στον πυκνό ιστό που απομονώνει, αλλά στην κρεμασμένη καρδιά της μεταμορφωμένης υφάντρας αποκεφαλισμένης-πληγωμένης από την σαϊτα του αργαλειού που ωστόσο συνεχίζει να πάλλεται.

Όταν η κυρία Θαλή στη νουβέλα της Αξιώτη Θέλετε να χορέψομε Μαρία; αναζητούσε το παλιό προγονικό σπίτι κι έψαχνε στην άξενη πόλη τα περασμένα της σπασμένης προηγούμενης ζωής της, ίσως δεν φανταζόταν ότι πολλά χρόνια αργότερα, περίπου ογδόντα, θα έβρισκε ένα σύστοιχο, έναν άλλο κρίκο της ίδιας αλυσίδας στο ποίημα «Οι χελώνες». Η Βογιατζόγλου συνοψίζει τη διαδρομή του βίου εμμένοντας στα καβούκια των απαντοχών και στα σκαμμένα δέρματα. Κι όταν το σπίτι δίνεται αντιπαροχή, η πέτρινη χελώνα παρασύρει μαζί της όλα τα προηγούμενα και το μνήμα της γίνεται και το μνήμα των ανθρώπων.

Και ακόμη, στο «Το τελευταίο βαζάκι τριαντάφυλλο», αφιερωμένο στη θεία Κούλα, η Βογιατζόγλου κοιτάζει με τη μνήμη, ανασύρει εικόνες, χαϊδεύει πρόσωπα και μεταφέρει την αβρότητα, τη μυρωδιά σε ανιόντες συγγενείς. Από αυτό το κλειστό βαζάκι ξεδιπλώνονται η δύναμη και η απαντοχή, οι λεπτές κινήσεις που ανεπίστρεπτα χάθηκαν. Ή αλλού, όταν ιδανικές μορφές κι αγαπημένες σκορπίζονται όπως τα χειρόγραφα γεμάτα σβησίματα˙ το ποίημα «Ο προπάππους» είναι ενδεικτικό από αυτή την άποψη. Εδώ το πορτρέτο αδυνατεί να τελειώσει, να ξεφύγει από την κορνίζα του. Η λογοτεχνία χρειάζεται τη σκηνοθεσία του συναισθήματος για να γίνει τέχνη αναπαραστατική.

   Στη δεύτερη ενότητα της συλλογής περιλαμβάνονται επτά ποιήματα-πορτρέτα συνδυασμένα με τον λόγο και την εικόνα και μοιρασμένα ανάμεσα στον χρωστήρα (η Φινλανδή ζωγράφος, άγνωστη σχεδόν στην Ελλάδα με σπουδαίες αυτοπροσωπογραφίες, Helene Schjerfbeck, ο Vincent van Gogh, ο Da Vinci, αλλά και ο De Chirico που επιχειρεί ένα σύντομο πέρασμα στους «Γαλαξειδιώτες») και την λέξη. Με το πρώτο ποίημα της ενότητας η Βογιατζόγλου εστιάζει στις αυτο-προσωπογραφίες της Φινλανδής ζωγράφου (εικονογραφεί άλλωστε και το εξώφυλλο της συλλογής) για να παρακολουθήσουμε στην πορεία του χρόνου το ταξίδι του χρώματος από το ροδαλό στο σκοτεινό. Σπουδή στο άφθαρτο οι αυτό-/προσωπογραφίες της˙ από τη ροδαλή απορία της νιότης/ στης γνώσης το σκοτάδι.» Γενικότερα, ό,τι αξίζει, νομίζω, να επισημανθεί σε σχέση με τις προσωπογραφίες κορυφαίων ζωγράφων που επιχειρεί η Βογιατζόγλου, είναι ένα συρραπτικό νήμα που συνδέει την τέχνη με τη ζωή. Έτσι, για παράδειγμα, συμβαίνει με το τελευταίο έργο του van Gogh όταν στο επίμονο μπλε και στη σκιά που ξεψυχά η ποιήτρια διαβάζει ένα πρελούδιο θανάτου με την επιμονή στην τελευταία πινελιά λίγο πριν το πάτημα της σκανδάλης.

Αν οι παραπάνω διάλογοι δικαιωματικά εντάσσονται στο πεδίο του χρωστήρα και της εικόνας, τα πορτρέτα της Μαρίας Κυρτζάκη, του Άγγελου Σικελιανού, του Γ. Κοτζιούλα (με άλλα λόγια τα πεδία των επιστημονικών ενασχολήσεων της καθηγήτριας της Νεοελληνικής Φιλολογίας Αθηνάς Βογιατζόγλου) μετατρέπονται σε πεδία ποιητικών δοκιμασιών. Το πέρασμα αυτό, από την επιστημοσύνη στην τέχνη, ή/και ο συνδυασμός τους, δεν είναι εύκολη συνθήκη και απαιτεί άσκηση και  προετοιμασία. Η ποιήτρια επιλέγει να εστιάσει στη ρωγμή, από την οποία όχι μόνο έλκεται αλλά και προσπαθεί να την επουλώσει μνημειώνοντάς την στον χρόνο. Μπορεί να κρατά στίχους, τις δικές της περιπέτειες ενασχόλησης με το έργο τους ωστόσο το απόσταγμα που περνά στους στίχους είναι τα λαγούμια που η ίδια σκάβει για να καταλάβει, να αισθανθεί το υπό μελέτη έργο και όχι φυσικά τα πορίσματα της μελέτης.

Στα δεκατρία ποιήματα της τρίτης ενότητας, οι επάρατες εξισώσεις (όπως συμβαίνει στο ποίημα «Ο μαθηματικός») μετατρέπονται σε άπειρες δυνατότητες ενός ποιητικού σύμπαντος και οι παρενθέσεις σε ζεστές αγκαλιές. Ακόμη, τονίζονται οι απώλειες που δεν αντέχονται, οι κυρτοί ώμοι για τις ανηφοριές της ζωής, η αποτύπωση του ίχνους, το εκκρεμές του χρόνου μαλακά ανάμεσα στις εποχές και στα συναισθήματα, η επίζηλη θέση του μη ανήκειν που σημαίνει ότι δεν αποζητάται τίποτε, τίποτα δεν διεκδικείται ώστε να μπορεί να κοιτά άφοβα κι απ’ του κενού τις απόκρημνες άκρες, όπως συμβαίνει με το ποίημα «Η Μάρθα ξεκουράζεται» (αφιερωμένο στη Μάρθα Καρπόζηλου).

Δεν είναι ωστόσο μόνο τα πορτρέτα του χρωστήρα και της λέξης, είναι και αγαπημένοι τόποι που ονοματίζονται (Το Γαλαξείδι, η Λήμνος, η Καισαριανή) και αποτελούν καταφύγια ύπνου, ονείρων, στοχαστικών αναπολήσεων˙ τόποι στερεοί και θάλλοντες μοιάζει είτε να απορροφούν την συγκίνηση είτε να συνεχίζουν την πορεία τους χωρίς να λογαριάζουν.

Στην επιλογική σύνθεση περιλαμβάνονται δύο ποιήματα: «Η πόρτα» και «Ο όγδοος όροφος». Τι έχει μεσολαβήσει από την «Πτώση» της αρχής έως την «Ανύψωση» του τέλους; Και στα δύο ποιήματα ξηλώνεται ένα θεραπευτικό παρελθόν από την αδηφαγία του παρόντος. H ξύλινη πόρτα του πατρογονικού σπιτιού, σχεδία σωτηρίας του άλλοτε για τις τρικυμίες της ζωής, αντικαθίσταται από το αλουμίνιο και το προσφυγικό σπίτι υποτάσσεται στο νόμο της αντιπαροχής. Κι ενώ λοιπόν ο ανυψωμένος όγδοος όροφος μοιάζει να τυλίγει τους ενοίκους του με τα χρώματα της δύσης, να δίνει την εντύπωση ότι το μέγεθος των αστεριών διαστέλλεται και ότι το καθρέφτισμα στο φως της πανσελήνου πραγματώνεται, το ποιητικό υποκείμενο επιμένει ότι η ανύψωση είναι επισφαλής προβάλλοντας ένα κατακάθι πικρίας. Και τούτο διότι το ύψος πάτησε βαριά στην αλλοτινή, την περασμένη ζωή, στο τρίξιμο της ξύλινης ντουλάπας, στο μωσαϊκό του σαλονιού, στα ζωντανά του κήπου, στις γύψινες (καρυωτακικές) διακοσμήσεις του ταβανιού. Το ύψος λοιπόν μοιάζει με κάθοδο και με τον τρόπο αυτό συναντά την πτώση της πρώτης ενότητας. Στο πρώτο πληθυντικό του ποιήματος η εξιλέωση ή/και η ικεσία για εξιλέωση μοιράζονται. Η μνήμη ζωηρεύει για να επιτείνει ωστόσο σύγχρονα αδιέξοδα με τις πόλεις να ξεβράζουν τους ανένταχτους ξεπετώντας τους στα περιθώρια των λεωφόρων.

Αν τα Πορτρέτα της Αθηνάς Βογιατζόγλου γνέφουν στα στέρεα περασμένα, στα ασφυκτικά πολλές φορές παρόντα αλλά και στα θολά/ή και συγκρατημένα ελπιδοφόρα μελλούμενα, το βέβαιο είναι ότι επενδύουν σε αναβλύζοντα συναισθήματα (και τα εννοώ με δείκτες ενσώματους/χειρονομίες, κινήσεις, γκριμάτσες γι’ αυτό και η επιμονή σε καμπουριασμένες πλάτες, ορμητικές κινήσεις των χεριών κοκ) σε μεγάλο χρονικό άνυσμα. Η κατεύθυνση έλκεται από τη φθορά  αλλά ανατρέπεται ίσως η φρενήρης πορεία της μέσω της τέχνης ή/και των δώρων της αγάπης. Για τα παραπάνω το εξομολογητικό πρώτο πρόσωπο γίνεται το όχημα καθώς διεκδικεί μια πρωταγωνιστική θέση στη συλλογή˙ ακόμη κι όταν ενδύεται τη συνομιλία του δευτέρου προσώπου με τον εαυτό, όπως για παράδειγμα συμβαίνει με το ποίημα «Ο κοχλίας», ή επιχειρεί καταδύσεις σε εσωτερικές αβύσσους μέσα από τριτοπρόσωπες αρμονικές ψυχαφηγήσεις, έτσι ακριβώς όπως το επιχείρησε «Ο κολυμβητής» με τους εμβόλιμους στίχους από ποιήματα του Sandro Penna, ο ρόλος του είναι καθοριστικός και για τον πικρό αναστοχασμό αλλά και για το (μακρινό έστω) φέγγος της ελπίδας.

 

   (*) Η Μαίρη Μικέ είναι καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Τμήμα Φιλολογίας του ΑΠΘ.             

Αθηνά Βογιατζόγλου, Πορτρέτα, Κέδρος, 2021

                                                                                        

Προηγούμενο άρθρο«Μια άλλη Θήβα»: Ζει ο Βασιλιάς Οιδίποδας; (της Όλγας Σελλά)
Επόμενο άρθροΠαγκόσμιο αστυνομικό – 33 προτάσεις από τη Μ. Βρετανία, β΄ μέρος (του Μάρκου Κρητικού)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ