Η Ποιητική του Αρχείου

1
467

Της Τζίνας Πολίτη. 

 Όταν διάβασα το Εμφύλιο Σώμα, έστειλα στον φίλο Κ.Β., ένα μέιλ όπου του κατέθετα τη συναισθηματικά φορτισμένη πρόσληψη από μέρους μου τού βιβλίου του –πράγμα σπάνιο για κείμενα «μεταμυθοπλασίας»- που ίσως οφειλόταν στο γεγονός ότι αν στον ρέοντα χρόνο της Ιστορίας, από μια στιγμή και πέρα, δεν υπάρχουν πλέον «μάρτυρες» για να μαρτυρήσουν, ούτε «φωνές» αλλά μίμησις φωνών, μολαταύτα, επειδή ακόμα, σήμερα, απομένουν ελάχιστοι από εμάς που μπορούν να μαρτυρήσουν για τον τελευταίο στη σειρά εμφύλιο σπαραγμό, ίσως γι’ αυτό με άγγιξαν τόσο βαθιά τα ιστορούμενα: Εκεί, στο ανεπούλωτο τραύμα που άφησε εντός μου το ήδη και από πάντα απέθαντο Εμφύλιο Σώμα της ιστορίας μας.

Πέρα από αυτό, έγραφα ότι η φράση που έλεγε πως «οι λέξεις είναι τα παυσίπονα της Ιστορίας» (σελ. 338) δεν με έβρισκε απόλυτα σύμφωνη, μιας και οι λέξεις έχουν τη δύναμη να πληγώνουν, ακόμα και να θανατώνουν. Και σημείωνα πως ίσως εκεί ακριβώς να βρίσκεται η διαφορά ανάμεσα στον απαθή λόγο της ιστορίας και εκείνον της λογοτεχνίας όπου αντηχούν «οι δορύαιμες λέξεις και οι αυτοκτόνες».[1]

Θα ήταν, ωστόσο, ανακριβές αν περιόριζα την πρόσληψη του κειμένου στην σπλαχνική μου αντίδραση και μόνο, χωρίς να αναφέρω τα έντονα διανοητικά ερεθίσματα που δέχτηκα από την πρισματική, αφηγηματική κατασκευή του. Έτσι, με την ευκαιρία που μου δίνεται σήμερα, θα προσπαθήσω, στο μέτρο του δυνατού, να «αποσυναρμολογήσω» το εκκρεμές της πολυφωνικής αυτής μεταμυθοπλασίας, προκειμένου να «συναρμολογήσω» τη δική μου αναγνωστική κατασκευή, στη βάση της Ποιητικής του Αρχείου. Αυτό, προϋποθέτει, βέβαια, αλλαγή ύφους.

Το Αρχείο

Σύμφωνα με το λεξικό του Δημητράκου, το ΑΡΧΕΙΟΝ είναι «ο τόπος ένθα συνέρχονται αι αρχαί της πόλεως, η ολομέλεια των αρχόντων. Είναι το μέρος, (αρχειοφυλάκειον) ένθα φυλάσσονται αρχέτυπα δημόσια και ιδιωτικά έγγραφα. Τα αρχεία του Κράτους, επίσημος συλλογή δημοσίων και ιδιωτικών εγγράφων χρησιμεύουσα ως ιστορική πηγή. Ο Αρχαιοφύλαξ είναι ο φυλάσσων δημόσιον ή ιδιωτικόν αρχείον».

Το λεξικό του Τριανταφυλλίδη, παραλείπει τελείως την ιστορική σύνδεση του «αρχείου» με τις Αρχές, εμπεριέχει όμως στον ορισμό την έννοια της «ανάμνησης»: «Συλλογή γραπτών κυρίως ντοκουμέντων (κρατικών ή ιδιωτικών) που χρησιμεύουν για την ανάμνηση και τεκμηρίωση γεγονότων». Τα περιεχόμενα των Αρχείων χρησιμεύουν ως ιστορική πηγή και ως συλλογή στοιχείων για επιστημονικούς σκοπούς. Το λήμμα αναφέρει επίσης τη φράση «μπαίνει στο αρχείο», για κάτι που «παύει να είναι αντικείμενο έρευνας, απασχόλησης, ή ενδιαφέροντος που σιγά σιγά ξεχνιέται». Έτσι, το «αρχείο» λειτουργεί ταυτόχρονα ως τόπος μνήμης και λήθης. Το καθήκον του αρχειοφύλακα δεν περιορίζεται στη φύλαξη και μόνο, όπως στον Δημητράκο, αλλά και στο σημαντικό έργο «ταξινόμησης» του αρχείου.

Σύμφωνα με τους παραπάνω ορισμούς, το «αρχείο» δεν επιδέχεται αμφισβήτησης. Έτσι, ο ερευνητής μπορεί να το επικαλεστεί ανά πάσα στιγμή, προκειμένου να στηρίξει την αντικειμενικότητα των συμπερασμάτων του, ως εάν η υπόθεση εργασίας του να μην προηγείται αλλά να έπεται της έρευνας!

Τις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα, οι παραπάνω ορισμοί του Αρχείου τέθηκαν στη βάσανο της κριτικής αναθεώρησης, εγείροντας τα εξής ερωτήματα: Πώς δημιουργούνται τα αρχεία; Ποια είναι τα κριτήρια με τα οποία επιλέγονται, ταξινομούνται, αξιολογούνται, προβάλλονται ή περιθωριοποιούνται τα ντοκουμέντα; Πόσο «αθώα» είναι τα κριτήρια αυτά, και πόσο ασφαλή από την επιρροή της εξουσίας και τις παρεμβάσεις τού αρχειοθέτη; Τι εξυπηρετεί ο μύθος της «αντικειμενικότητας» και της «ουδετερότητας» που περιβάλλει το αρχείο, και συνακόλουθα την έρευνα και ερμηνεία των ντοκουμέντων από τους μελετητές διάφορων γνωστικών πεδίων; Ποια Αρχή διαχειρίζεται, διαμορφώνει και επιβάλλει τελικά την «επίσημη» μνήμη και λήθη;

Η Nicole Loraux, στο Η Διχασμένη Πόλη: η λήθη στη μνήμη της Αθήνας, αναφέρεται στην «εφεύρεση της αμνηστίας», το 403 π.Χ., από τους Δημοκρατικούς πολίτες της αρχαίας Αθήνας ως προς τους Τριάκοντα Τυράννους, και τον όρκο που έπαιρναν οι πολίτες: «να μη θυμόμαστε τα δεινά». Ας θυμηθούμε όμως σήμερα εδώ εμείς, κατά παράβαση, τα μυστικά αρχεία της Ασφάλειας απάντων των κομμουνιστών και των συμπαθούντων αυτούς, τα οποία, αντί να «ανοίξουν» στο κοινό, την έρευνα και τη μελέτη, διασώζοντας τη μνήμη, ο σοσιαλιστής ηγέτης Ανδρέας Παπανδρέου τα έστειλε στη πυρά της λήθης, ώστε «να μην θυμόμαστε τα δεινά», και χάθηκε έτσι μια για πάντα το πολύτιμο αυτό ιστορικό υλικό, χάριν της εθνικής «συμφιλίωσης», η οποία είναι αμφίβολο αν ποτέ επήλθε! Ποιος ωφελήθηκε τελικά από αυτή την καταστροφή της ιστορικής μνήμης; Ο φίλος ή εχθρός;

Επιστρέφοντας στα παραπάνω ερωτήματα που τέθηκαν για το Αρχείο, διαπιστώνουμε ότι ο ορισμός και οι λειτουργίες του αναθεωρήθηκαν ριζικά. Κρίθηκε ότι σε τελευταία ανάλυση το Αρχείο αποτελεί μέρος του ιδεολογικού μηχανισμού του Κράτους, δεδομένου ότι οι ελίτ μορφοποιούν, ονομάζουν, χρησιμοποιούν, καταστρέφουν και ερμηνεύουν το αρχείο, προκειμένου να παγιώσουν την ισχύ τους, να δημιουργήσουν τις δικές τους κυρίαρχες κατηγορίες, να περιθωριοποιήσουν τον «Άλλο» και να αποφύγουν την ευθύνη των πράξεών τους. Οι Αρχειοθέτες, στο όνομα της «ουδετερότητας» και της «αντικειμενικότητας», διαιωνίζουν εντέλει το στάτους κβο.

Σύμφωνα λοιπόν με την αναθεωρητική, ριζοσπαστική αυτή άποψη, το Αρχείο αντιμετωπίζεται ως ένα ανοικτό, ατελές, αν όχι χαώδες πεδίο, όπου οι πηγές και τα ντοκουμέντα έχουν μιαν ιστορία πριν και μετά την κατάταξή τους, η οποία δεν αντανακλά το κίβδηλο συνεχές του χρόνου, αλλά διακρίνεται από ασυνέχειες και χάσματα. Το Αρχείο, αποτελεί έναν τόπο διαπραγμάτευσης, αμφισβήτησης, ακόμα και ανατροπής της κοινωνικής ισχύος, που διαχειρίζεται κατά το δοκούν τη μνήμη και τη λήθη. Είναι πάντα διαθέσιμο σε νέες αφηγήσεις, νέες ερμηνείες, οι οποίες μπορούν να φέρουν στο προσκήνιο ό,τι αποκλείει ή περιθωριοποιεί η επίσημη διαχείριση των πηγών.[2] Γιατί, τίποτα δεν παραπέμπει απ’ ευθείας σε μια παρελθούσα, ιστορική πραγματικότητα. Εκτός κειμένου, υπάρχει μόνο ο σωρός άλλων κειμένων.

Αποτέλεσμα της αναθεωρητικής αυτής αντίληψης του Αρχείου, ήταν η εμφάνιση ενός νέου λογοτεχνικού είδους: Το Ρομάντζο του Αρχείου,[3] μετάλλαξη θα λέγαμε του κλασσικού ιστορικού μυθιστορήματος, που τώρα διαμορφώνεται από τις νέες θεωρίες της «μεταϊστορίας» και της μεταμυθιστορίας. Η μορφή του είδους, προϋποθέτει το ρόλο ενός τουλάχιστον ερευνητή, καθώς και την παράσταση της έρευνας. Κεντρικό σημείο του χώρου είναι τα μέρη όπου φυλάγονται αρχεία, ακόμα και τα παλιατζίδικα και τα παλαιοβιβλιοπωλεία όπου μπορεί να κρύβονται σημαντικά ευρήματα. Ο χρόνος ορίζεται από τη διαλεκτική παρελθόντος και παρόντος, καθώς τα περιεχόμενα του αρχείου –έγγραφα, σπάνια βιβλία, πίνακες, φωτογραφίες, μνημεία και άλλα– συνδιοργανώνουν και συμμετέχουν ισότιμα στο αφηγηματικό παιχνίδι. Εδώ, δεν έχουμε να κάνουμε με τη γνωστή «διακειμενικότητα». Το σύμπλεγμα δάνειων κειμένων και αποσπασματικών σπαραγμάτων οδηγούν στο απείκασμα ενός πολύγλωσσου bricolage.

Το αποτέλεσμα της αρχειακής αυτής σύνθεσης, καθορίζει και την πολιτική του κειμένου: αν τελικά η «αλήθεια» κρυβόταν για χρόνια εντός του αρχείου, περιμένοντας τον συγκεκριμένο ερευνητή να την ανακαλύψει (success story), αν το αρχείο διέψευσε τις προσδοκίες (στόρι της ήττας), αν στο χαώδες αρχείο δεν κρυβόταν παρά το κενό, που περίμενε να το καλύψει κάποτε το όνειρο του δημιουργού.

Το Εμφύλιο Σώμα, σύμφωνα με την υπόθεση εργασίας μου, ανήκει στο λογοτεχνικό είδος του Αρχείου που προαναφέραμε. Ο ίδιος ο τίτλος, παραπέμπει σε αυτή την κατάταξη: Το «σώμα», ως υλική υπόσταση, παραπέμπει και στο συλλογικό σώμα, εδώ της εξέγερσης. Ο Σολωμός, στους Στοχασμούς για το «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι», γράφει: «Το νόημα είναι πάντα το αυτό από την αρχήν ως το τέλος όπου είναι η λέξη αιματοτσακισμένα»[4]. Αυτή είναι η μοίρα του εξεγερμένου σώματος. Ωστόσο, σύμφωνα με το λεξικό, υπάρχει και δεύτερος ορισμός, με την έννοια της συλλογής «ταξινομημένων στοιχείων που αναφέρονται στο ίδιο γνωστικό αντικείμενο, ή στο έργο του ίδιου του δημιουργού. Αποτελεί υλικό που έχει συγκεντρωθεί για να μελετηθεί επιστημονικά». «Πάσχειν», εν καιρώ πολέμου, «Ποιείν», εν καιρώ ειρήνης.

Τα σημαντικότερο αποδεικτικό στοιχείο για τα παραπάνω, μας προσφέρεται από το ίδιο το κείμενο. Προκύπτει από το περιστατικό που αφορά την έρευνα του επίκουρου καθηγητή ιστορίας Τάσου Γαλανού, ο οποίος διδάσκει στο πανεπιστήμιο το μάθημα «Ιστορία του αιώνα των άκρων», Η έρευνα του νεαρού καθηγητή, περιστρέφεται γύρω από την εξακρίβωση λεπτομερειακών γεγονότων που έλαβαν χώρα στη βόρεια Κυνουρία στα χρόνια του τελευταίου εμφύλιου πολέμου. Ιστορία και λογοτεχνία, Η Ορθοκωστά του Βαλτινού, το Από το Στόμα της παλιάς Remington του Γιάννη Πάνου, ο Νεκρόδειπνος του Σινόπουλου, αντιπαλεύουν για την πιστότητα των αρχείων τους, θέτοντας συνάμα το ερώτημα της ερμηνείας τους.

Ο νεαρός ερευνητής διακατέχεται από αυτό που ο Ντεριντά ονόμασε «Πυρετός του Αρχείου», τον οποίο συνδέει με το «ορμέμφυτο του θανάτου».[5] Ο αφηγητής του περιστατικού, που συστήνεται ως κριτικός της λογοτεχνίας και συγγραφέας, για την παράσταση της λεπτολόγου έρευνας και την φρενιτιώδη εκτέλεση του ρόλου του ερευνητή από τον Καθηγητή, υιοθετεί το ύφος της ειρωνείας σε συνδυασμό με το είδος του αστυνομικού θρίλερ.

Δεν θα ήθελα να σας στερήσω την απολαυστική ανάγνωση αυτού του περιστατικού. Θα ήθελα ωστόσο να υποδείξω ότι στο περιστατικό αυτό διεξάγεται, ένας ακόμα, «μίνι» εμφύλιος: αυτός μεταξύ των δύο ορισμών που δώσαμε παραπάνω για το αρχείο: του συντηρητικού, αυταρχικού κλειστού αρχείου, που κατευθύνει την έρευνα προς ειλημμένους, ιδεολογικοπολιτικούς στόχους, κι από την άλλη, του ριζοσπαστικού, αναρχικού, ανοικτού αρχείου, που δεν ανακτά αλλά δημιουργεί στο παρόν, το παρελθόν και το μέλλον της ιστοριογραφικής μυθοπλασίας. Τον πρώτο, συμβολίζει ο καθηγητής, τον δεύτερο, ο είρων αφηγητής.

Ωστόσο, ο ιός του «πυρετού του αρχείου», όπως διαπιστώνουμε στο κεφάλαιο που ακολουθεί το περιστατικό με τον Καθηγητή, δεν αφήνει ανέπαφο τον είρωνα Αφηγητή, ο οποίος, στο κεφάλαιο αυτό, εμφανίζεται ως Κώστας Βούλγαρης. Σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση, εξομολογείται στην αναγνώστρια το εξής περιστατικό: μετά το θάνατο του Γιάννη Πάνου, επισκέπτεται τη σύντροφό του Ρούλα Πατεράκη στο σπίτι τους, έχοντας πάρει την άδειά της να δει το αρχείο του συγγραφέα. Απούσης της Ρούλας, δεν περιορίζεται στη βιβλιοθήκη και τα συρτάρια του γραφείου, όπου ήταν «ταξινομημένες άπειρες καρτέλες με σημειώσεις και πληροφορίες», αλλά αρχίζει να σκαλίζει «τα συρτάρια της ντουλάπας, ακόμα και αυτά της κουζίνας ή το μεγάλο σεντούκι».

Ώσπου, μια μέρα, τον κυρίεψε ο «πυρετός του αρχείου» και πρόδωσε την εμπιστοσύνη της φίλης του. Ανακάλυψε κρυμμένο κάτω από το κρεβάτι ένα χάρτινο κουτί που περιείχε ένα τετράδιο με μιαν αινιγματική, μουντζουρωμένη έγγραφή πάνω σε ένα χαρτί. Σαν μανιακός, εις μάτην προσπάθησε να αποκωδικοποιήσει τα ιερογλυφικά της μουντζούρας. Ο «πυρετός του Αρχείου», ωστόσο, και το ορμέμφυτο του θανάτου δεν νίκησαν. Σ’ αντίθεση με τον ερευνητή Ρόλαντ Μίτσελ, στο μυθιστόρημα Αρχείου της Anthonia Byatt Αιχμάλωτα Πάθη, ο οποίος υποκύπτει στον πειρασμό και τσεπώνει ένα αυτόγραφο χειρόγραφο από τη Βρετανική βιβλιοθήκη, ο δικός μας Κώστας, υπακούοντας στο ορμέμφυτο του έρωτα, αφήνει άθικτο το τετράδιο με το χαρτί, και το αίνιγμα, όπως η επιθυμία, να πλανάται στο χάος του Αρχείου.

Ας επιστρέψουμε όμως τώρα στο μεγάλο αφήγημα της πολυφωνικής μεταμυθοπλασίας, όπου διεξάγεται ο βαβυλωνιακός εμφύλιος μεταξύ της αρχαίας, της καθαρευούσης, της μικτής, της καθομιλουμένης και ποικίλων διαλέκτων: «Καθημερινώς, βαθύτερο χάσμα εχώριζε το πλήθος και τους λογίους. Κι ενώ από ένα μέρος, εις αυτόν τον αγώνα, ο φιλολογικός νους εκατέβηκε, εις το πολυχρόνιο διάστημα της δουλείας όλους τους βαθμούς της τυπικής και νόθης γραμματολογίας … από το άλλο, ο αλησμονημένος λαός, γυρίζοντας εις τη φύσι, εδιάλυε τον σοφόν οργανισμό της αρχαίας φωνής, και από τα συντρίμματά της και από ξένα στοιχεία, εμόρφονε τη νέα, με σιγανήν αδιάκοπην εργασία προοδεύοντας, έως ότου η καινούργια μορφή ανέβηκε κ’ εκυρίεψε όλαις ταις τάξες της κοινωνίας», έγραφε ο Πολυλάς.[6]

Το Περικείμενο

Η διάκριση περικείμενο/κείμενο αναφέρεται σε ό,τι περιβάλλει την καθαυτό αφήγηση: Εξώφυλλο, οπισθόφυλλο, αφιέρωση, μότο, πρόλογος, επίμετρο και λοιπά. Στην περίπτωση του Εμφύλιου Σώματος η διάκριση αυτή καταλύεται: τα «εκτός» συγκοινωνούν, διαλέγονται, συλλειτουργούν με τα «εντός». Η κατάλυση των ορίων, στο χώρο, το χρόνο, τα αρχεία, και, το κυριότερο, εκείνα μεταξύ λογοτεχνίας, ιστορίας και «πραγματικότητας», αποτελεί τον πυρήνα της δομής αυτού του βιβλίου.

Εν αρχή, λοιπόν, ην το Εξώφυλλο, έσχατο δε το Οπισθόφυλλο. Εκεί, προβάλλουν δύο εικόνες, μετωνυμίες του τίτλου Το Εμφύλιο Σώμα, οι οποίες προέρχονται από το εικαστικό αρχείο. Οι εικόνες αυτές οδηγούν το αναγνωστικό βλέμμα από τον ιστορικό πίσω στον Μυθολογικό χρόνο, και αντίστροφα. Στο εξώφυλλο, το εντυπωσιακό πορτρέτο του νεαρού επαναστάτη Σαιν Ζυστ, με την προσωνυμία «Άγγελος του Θανάτου», ενσάρκωση της Γαλλικής Επανάστασης, του εμφύλιου και της ηγεμονίας του τρόμου και της βίας που ακολούθησε.

Τον Σαιν Ζυστ θα τον ξανασυναντήσουμε εντός του κειμένου, Κεφάλαιο 34, να συνομιλεί, με τον ποιητή Ηλία Λάγιο. «Pas possible!» Αναφωνεί η αναγνώστρια. «Τι σχέση έχει ο Λάγιος με τα φαντάσματα και τις επαναστάσεις;» Ως τη στιγμή που το λαγωνικό της ένστικτο την οδηγεί στη βιβλιοθήκη και την ποιητική σύνθεση του Λάγιου Έρημη Γη. Εκεί, διαβάζει:

Η νύχτα άπλωσε ξανά, υποταγμένη, ντροπαλή

Και βρόντηκεν ο κεραυνός το μέγα γράμμα

Ε

Επανάσταση: Τι έχουμε προσφέρει;

Σύντροφε; Τρανεύει το αίμα της καρδιάς μου

Η ωραία τόλμη μιας ζωής εξεγερμένης

Που μια αρχαία φρόνηση ποτέ δεν θ’ αναιρέσει

Μ’ αυτή μόνο μ’ αυτή, έχουμε υπάρξει

Γιούπι για για

«Προ των συρματοπλεγμάτων Μακρονήσου εκεί κάθισα

Κι έκλαψα».

Σαιν Ζυστ, Λάγιος, Σολωμός, Έλιοτ, λαϊκό αριστερό τραγουδάκι, συλλειτουργούν.

Ας έρθουμε στο Οπισθόφυλλο: Κομμάτι από μετώπη του Παρθενώνα επιστρέφει το βλέμμα τής αναγνώστριας πίσω, στη μυθική καταγωγή του Εμφύλιου Σώματος, όπως εικονίζεται στην πάλη «Κένταυρου με Λαπίθη». Όντα που προέρχονται από την ίδια φύτρα, με αδελφοκτόνα, ως την τελική εξόντωση, έχθρα.

Δύο εικαστικοί κώδικες λοιπόν, της ιστορίας και της μυθολογίας, των οποίων τα διακριτά όρια απαλείφονται από την Αρχή της Επαλληλίας: μια αδιάσπαστη διαδοχική σειρά, όπου σε όλα ανεξαιρέτως τα φαινόμενα καθένα αίτιο θα επιφέρει το αντίστοιχο αποτέλεσμα. Ο Μπόρχες, στο δοκίμιό του «Η Πλοκή», αναφέρεται στον Ιούλιο Καίσαρα, ο οποίος, τη στιγμή του φόνου, στην ιστορική τραγωδία του Σέξπιρ αλλά και του Κεβέδο αναφωνεί: «Κι εσύ Βρούτε»; Γράφει λοιπόν ο Μπόρχες: «Οι επαναλήψεις, οι παραλλαγές, οι συμμετρίες αρέσουνε στη μοίρα. Δεκαεννέα αιώνες αργότερα ένας γκάουτσο δέχεται φονική επίθεση και στο πρόσωπο του φονιά αναγνωρίζει τον βαφτισιμιό του. Λέει: Βρε! Τον σκοτώνουν και δεν ξέρει πως πεθαίνει για να επαναληφθεί μια σκηνή».[7].

Στην πρώτη σελίδα του περικειμένου υπάρχει ένα μότο του Ροΐδη. Η αναγνώστρια, πάραυτα διακρίνει «την αγωνία της επίδρασης» που διακατέχει τον συγγραφέα Κώστα Βούλγαρη, δεδομένου ότι στα καθ’ ημάς, ακολουθώντας το παράδειγμα του μέγιστου Walter Scott, ο Ροΐδης ήταν ο πρώτος που εγκαινίασε Το Ρομάντζο του Αρχείου. Τον Ροΐδη, και όχι μόνο, θα τον ξανασυναντήσουμε και εντός του κειμένου, στο πλευρό του συγγραφέα, ο οποίος ηγείται, με απίθανη τόλμη, σε εμφύλιο πόλεμο ενάντια στην κρατούσα τάξη κριτικών και φιλολόγων, προκειμένου, να ανατραπεί ο κυρίαρχος Κανόνας της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Πολλά θα είχαμε να πούμε εδώ, αλλά δεν το επιτρέπει ο χρόνος.

Ας εισέλθουμε λοιπόν στο

Κείμενο

«Μόνο ο Μαρξισμός», γράφει ο Φρίντρικ Τζέιμσον, στο Πολιτικό Ασυνείδητο, «μπορεί να αναστήσει την παρελθούσα πολιτισμική ζωή, επιτρέποντάς της να ξαναμιλήσει και να μεταδώσει το μακράν λησμονημένο μήνυμά της σε περιβάλλοντα απολύτως ξένα τώρα προς αυτήν. Αρχαιόφιλα ζητήματα επανακτούν την αρχική, επιτακτική σπουδαιότητά τους για μας, μόνον όταν ανιστορούνται ξανά εντός τής ενότητας ενός μοναδικού, μεγάλου συλλογικού αφηγήματος, όπου φαίνεται να μοιράζονται ένα και μοναδικό θεμελιώδες θέμα: τη συλλογική πάλη για την απόσπαση από την επικράτεια της ανάγκης μιας επικράτειας της ελευθερίας».[8]

Στα διάσπαρτα, φαινομενικά ασύνδετα ιστορικά και λογοτεχνικά σπαράγματα που συνθέτουν το Εμφύλιο Σώμα, η θεωρία του πολιτικού ασυνείδητου βρίσκει πράγματι τη λειτουργία και την αναγκαιότητά της, καθώς «ιχνηλατεί» και «επαναφέρει στην επιφάνεια του κειμένου» τα συντρίμμια της καταστροφικής, θυελλώδους εκείνης πραγματικότητας που αντικρίζει ο Άγγελος της Ιστορίας οδηγούμενος προς το μέλλον. «Ως αν μη πράγμα τηλικούτον τοις έπειτα γενησομένοις καταλειφθείη αμάρτυρον, επεί και τα μέγιστα των έργων, ει μη πως άρα δια των λόγων φυλαχθείη και τη μνήμη παραδοθείη, τω της σιωπής αποσβέννυται σκότω», διαβάζουμε στο Προοίμιο της Αλεξιάδας που συνέγραψε η ιστορικός Άννα Κομνηνή.

Από το βυζαντινό, πολιτικό μας ασυνείδητο αναδύεται τώρα και το Προοίμιο του Εμφύλιου Σώματος, ως «διπλότυπο με παραλλαγές» του Προοιμίου της Αλεξιάδας της Άννας Κομνηνής που προαναφέραμε. Χωρίς εισαγωγικά και χωρίς υποσημειώσεις, δεδομένου ότι το «ασυνείδητο», όπως ξέρουμε, βρίσκεται εκτός νόμου και δεν γνωρίζει τι θα πει «λογοκλοπή». Έτσι, η Αλεξιάδα, θα περιφέρεται στα Βαλκάνια ανά τους αιώνες, αφού, όπως διαβάζουμε στο αυτοβιογραφικό αφήγημα της Βουλγάρας ιστορικού Άννας Ντεγιάνοβα, η διδακτορική της διατριβή είχε σαν θέμα τις «Επιβιώσεις της κλασσικής αρχαιότητας στην Αλεξιάδα της Άννας Κομνηνής»!

Μετανάστρια τώρα στην Ελλάδα, η καθαρίστρια Ντεγιάνοβα πληροφορεί την αναγνώστρια ότι γράφει το αυτοβιογραφικό αυτό αφήγημα ύστερα από παράκληση του φίλου της Κώστα, προκειμένου να το συμπεριλάβει στο εν προόδω βιβλίο που γράφει τώρα: Το Εμφύλιο Σώμα, και συγκεκριμένα, στα κεφάλαια που αφορούν το Ο Καρτέσιος στη Τρίπολη! Παρά το γεγονός, βέβαια, ότι το αυτοβιογραφικό αυτό αφήγημα είναι ήδη γραμμένο και δημοσιευμένο στην πρώτη, αυτόνομη έκδοση τού Ο Καρτέσιος στην Τρίπολη! Είμαστε πριν το 2003 ή πριν το 2014; Είναι στο σημείο αυτό που η αναγνώστρια συνειδητοποιεί ότι είναι αναπόδραστα εγκλωβισμένη στο λαβύρινθο του Αρχείου του Βούλγαρη, κι αναρωτιέται πώς ονομάζουν άραγε οι ψυχαναλυτές το σύμπτωμα λογοκλοπής, από τον ίδιο τον Συγγραφέα, των γραπτών του!

Για να μη μακρηγορώ, απλώς θα αναφέρω το αίνιγμα που κληροδοτεί προς λύση ο δαιμόνιος Κώστας, πρώτα στη Βουλγάρα, και στη συνέχεια στην ταλαίπωρη αναγνώστρια. Το αίνιγμα προέρχεται από την εξής ξεκάρφωτη φράση που εμφανίζεται στο μότο: «Προσφάτως, ένας ποιητής έγραψε, πως η ψυχή της Άννας υπήρξε αναίτια παρούσα σε αυτό το εμφύλιο σώμα». Η Βουλγάρα, όπως και η υποφαινόμενη, αποφασίζει να επικεντρωθεί στο περικείμενο και το μότο, «αλλά έτσι τα πράγματα μπερδεύονται περισσότερο. ‘Η ψυχή της Άννας…’ με αποδιοργανώνει», γράφει. «Τι επιπλέον μπορεί να εισάγει η δική μου αφήγηση… Την ψυχή της Άννας;»

Η πονηρία του Αρχείου, ωστόσο, εισάγει δια της πλαγίας οδού, λαθραία, ένα «ιντερμέδιο» με τίτλο: «Ανιστόρητο». Είναι το αυτογραφικό αφήγημα της Βουλγάρας καθαρίστριας, το οποίο αρχίζει, με κεφαλαία γράμματα, ως εξής: «ΕΙΜΑΙ Η ΑΝΝΑ»! Για να περιγράψει, στη συνέχεια, την περιπέτειά της με την Περικεφαλαία του Κολοκοτρώνη, το μνημείο του οποίου την έστειλαν νυχτιάτικα να καθαρίσει. Μήπως, έτσι, «η ψυχή της Άννας» καθίσταται «αναίτια παρούσα σε αυτό το εμφύλιο, εθνικό σώμα»; Μπας κι ο Γιάννης που είναι μαζί της είναι ο ποιητής; Αλλά ποιητή «Γιάννη» όσο κι αν έψαξε, δεν συνάντησε η αναγνώστρια στο εμφύλιο Αρχείο. Ο μόνος «Γιάννης» είναι Ο Γιάννης Πάνου συνθεμένος κι αυτός «από σπαράγματα».

Αλλά το μπέρδεμα δεν σταματάει εδώ. Στο κεφάλαιο, «Η Φωτογραφία: Εκπομπή Το θέατρο της Τρίτης», ακούγεται ο εξής διάλογος:

– «Τελευταία διάβασα σ’ ένα βιβλίο για μια Άννα και ψάχνω ένα πρόσωπο να την αντιστοιχίσω … Απ’ όσο ξέρω η Άννα του Καρτέσιου που έγραψε ο Κώστας και ψάχνω να τη βρω … Η Άννα είναι μια περσόνα, που τη δανείστηκε ο Κώστας από τον ποιητή» – «Του Κώστα και του ποιητή ίσως και του άλλου, εκείνου που λίγο πριν πεθάνει τύπωσε μία και μοναδική φωτογραφία, στο αυτί ενός βιβλίου του… Η Ιστορία των Μεταμορφώσεων… Μήπως σε λένε Άννα;… Με λένε ακόμη Άννα» (331).

– «Ποιος “ποιητής” τέλος πάντων και ποια “Άννα”; Και πού την έχει χωμένη ο Κώστας στο λαβύρινθο του κειμένου, αφού τα πάντα βρίσκονται εκεί;», αναρωτιέται η ατυχής αναγνώστρια, ενώ από το μυαλό της περνούν: το δημοτικό «Τρία παιδιά Βολιώτικα», που κλέψαν την Αννούλα, του Σαββόπουλου «Άννα τ’ όνομά σου το μικρό», σπαράγματα από τη χρονογραφία του Ψελλού σε μεταγραφία του Βούλγαρη, που είναι μεταγραφία του Γιάννη Πάνου, αυτού με τη μοναδική φωτογραφία. Κι εδώ, αναπτερώνεται η ελπίς!

Η αναγνώστρια, θυμάται το αινιγματικό, ανυπόγραφο απόκομμα, που προέρχεται από μια αιγυπτιακή εφημερίδα, στο Από το στόμα της παλιάς Remington του ίδιου συγγραφέα. Το φύλλο της εφημερίδας, βγήκε ακριβώς την εποχή που το ΚΚΕ καταδίκασε το κίνημα της Μέσης Ανατολής και ακολούθησε η Καζέρτα και μετά ο Δεκέμβρης. Στο οποίο απόκομμα διαβάζουμε τα εξής: «Η Εύα δίστασε μια στιγμή. “Συνάντησα κατά τύχην εκείνη την κωμική κυρία Πραβιέ, και μου το είπε”. “Α! Σας το είπε η κυρία αυτή που ισχυρίζεται ότι είναι η μητέρα της Άννας”, έκαμε ο Ραούλ στοχαστικά». Εδώ, η αναγνώστρια πραγματικά τα ’παιξε! Ν’ αρχίσει τώρα να ψάχνει την Άννα του Πάνου, που δεν ήταν ποιητής, για να βρει την Άννα του Βούλγαρη, που είναι η Άννα κάποιου ποιητή από τα χρόνια του Ντεκάρτ στην Τρίπολη έως σήμερα; Έλεος!

Προχωρώ στην αποσυναρμολόγηση. Τα τρία αυτόνομα κείμενα, που εστιάζουν σε τρεις εμφύλιους στη χώρα μας, εμφανίζονται αυτούσια στο Εμφύλιο Σώμα, με διαφορετική χρονολογική κατάταξη από εκείνη της έκδοσής τους. Εδώ, ακολουθείται η ιστορική διαδοχή. Έτσι, πρώτο στη σειρά είναι Τα άλογα της Αρκαδίας, εμφύλιοι στην αρχαιότητα, και ακολουθούν: Ο Καρτέσιος στην Τρίπολη, εμφύλιος που ακολουθεί την Επανάσταση του ’21, και Στο όνειρο πάντα η Πελοπόννησο, τα χρόνια της αντίστασης στη γερμανική κατοχή και ο εμφύλιος που ακολούθησε. Και στα τρία αυτά κείμενα, το δίπολο εχθρός/φίλος, καθορίζεται από πολιτικές, οικονομικές, ταξικές, ιδεολογικές και γλωσσολογικές αντιμαχίες.

Η γεωγραφική περιοχή όπου διεξάγεται η τραγωδία των Εμφυλίων, περιορίζεται και στα τρία κείμενα στην Πελοπόννησο… Μια Πελοπόννησο, ωστόσο, η οποία ουδεμία σχέση έχει με το ειδυλλιακό “et in Arcadia ego”. Μάλλον, είναι εκείνη η Αρκαδία όπου, σύμφωνα με τον Ξενοφώντα, το Βούλγαρη και τον Πολύβιο, «υπήρχαν μόνο μεγάλες και συνεχείς διχόνοιες (ακαταπαύσταις και μεγάλαις … στάσεσι), σφαγές … λεηλασίες αγαθών και αναδιανομή εδαφών».[9] Στην περιγραφή του πελοποννησιακού «τοπίου» δεν λειτουργεί ο κώδικας της ειδυλλιακής, της ρομαντικής ή της ρεαλιστικής αληθοφάνειας. Εδώ, έχουμε να κάνουμε με «δευτερογενή ομοιώματα», αφού ο χάρτης προηγείται του εδάφους».[10] Ο λόγος της εγκυκλοπαίδειας αναλαμβάνει την ευθύνη:

«Η Τεγεατική και Μαντινειακή πεδιάς ευρίσκεται εις το σημείον όπου συναντώνται αι διακλαδιζόμενοι οδοί, αι άγουσαι κατά τα τέσσερα σημεία του ορίζοντος, ήτοι εις Λακεδαίμονα, Μεσσηνίαν, Ήλιδα, Αχαϊαν, Κορινθίαν και Αργολίδα» (σελ. 32). Και ο λόγος της λαογραφίας: «Από της υψηλοτάτης κορυφής διολισθαίνει κατά μήκος βράχου τινός καθέτου, πηγή ύδατος … Πού εισδύει το ύδωρ τούτο; … Ιδού το μέγα μυστήριον, το οποίο κατέπλησσε τους κατοίκους της χώρας. Φοβηθέντες εκ του φαινομένου, ενόμισαν ότι το ύδωρ της Στυγός εισέδυεν εις τα έγκατα της γης και επότιζε το καταχθόνιο βασίλειο του Άδου» (σελ. 15).

Τρείς εμφύλιοι λοιπόν, και ανάμεσα τους τα «ιντερμέδια» της «ειρήνης», όπου «το αίμα τρέχει μόνο από το τσίμπημα της βελόνας». Τα κενά αυτά έρχονται να καταλάβουν σπαράγματα από το Η περούκα της Σοφίας Νέρη, και από άλλα γραπτά του Κώστα Βούλγαρη, δάνεια κείμενα από ποικίλες πηγές, κατάλογοι από το αρχείο του, όπως οι βιβλιοκρισίες όλες που έχουν γραφτεί για το έργο του, κυρίως ο εσωστρεφής, αυτοαναφορικός λόγος, η μεταγλώσσα που καθιστά αντικείμενο ανάλυσης τη γλώσσα του κειμένου. Ένας μικρός εμφύλιος κι εδώ!

Τι σηματοδοτεί άραγε η τοποθέτηση όλων αυτών των κειμένων εντός ενός νέου ευρύτερου αφηγηματικού πλαισίου, ώστε να δημιουργείται το φαινόμενο «Μπαμπούσκα», γαλλιστί «mise en abyme»; Μια ιστορία μέσα σε μιαν άλλη ιστορία, «μια καταγωγή εντός της καταγωγής, ένα κέντρο εντός ενός κέντρου, που οδηγεί στην άβυσσο, στο χωρίς πυθμένα του άπειρου αναδιπλασιασμού»; Τι εξυπηρετεί ο εγκιβωτισμός του μέρους στο όλον; Ο Κώστας Παπαϊωάννου, στο Η αποθέωση της ιστορίας, σημειώνει: «Η Ιστορία είναι ένα απέραντο όνειρο αναπλήρωσης, προορισμένο να δώσει την εικόνα της ενότητας και της ολότητας σε πάντα αποσπασμένες μαρτυρίες μιας περιπέτειας που δεν υπήρξε ποτέ μία και που θα μείνει πάντα ανολοκλήρωτη» (188).

Στο Εμφύλιο Σώμα εις μάτην θα αναζητήσει κανείς χαρακτήρες και αληθοφανείς αναπαραστάσεις της «πραγματικότητας». Το «ως εάν» της παραδοσιακής και τρέχουσας μυθιστορίας εξαλείφεται. Η εγκυκλοπαίδεια, η λαογραφία, η μυθολογία, η ιστοριογραφία, το χρονογράφημα, η μαρτυρία, η επιστολογραφία, το ημερολόγιο, η εξομολόγηση, η αυτοβιογραφία, η βιογραφία, το δοκίμιο, ο φιλοσοφικός στοχασμός, ο θεατρικός διάλογος, ο κατάλογος, η ποίηση, το δημοτολόγιο, το επίσημο κρατικό έγγραφο, το μνημείο, ο ζωγραφικός πίνακας, αυτό το ανεξάντλητο Αρχείο λόγου και τέχνης, «συνθεμένο από σπαράγματα» διαμορφώνει στο κείμενο την τοπιογραφία και στρωματογραφία της Εμφύλιας Μνήμης μας.

Επίλογος

Ο Έ..Α. Πόε έγραψε Το Κλεμμένο Γράμμα. Ακολούθησε ένας εμφύλιος ερμηνειών. Ουδείς σκέφτηκε να συμβουλευτεί τη λαϊκή σοφία που συμπυκνώνεται στο ακόλουθο, παιδικό παιχνίδι:

-Πουν το πουν το, το δαχτυλίδι,

-Να το! Να το! Δεν θα το βρεις! Δεν θα το βρεις,

Δεν θα το βρεις, το δαχτυλίδι που φορείς!

Το κλεμμένο γράμμα, όπως το δαχτυλίδι, είναι εκεί, μπροστά στα μάτια όλων που το ψάχνουν. Αρκεί να πάψουν να πιστεύουν ότι έχει εξαφανιστεί, για να παρουσιαστεί. Αλλά τότε εξαφανίζεται η πλοκή και μαζί η γραφή! Γιατί η γραφή, όπως και η γλώσσα, ρέουν χάριν της απουσίας. Μήπως η Άννα είναι το υποκατάστατο της πλοκής, η απουσία που κρατά εσαεί ανοιχτό το Αρχείο; Μήπως η Άννα είμαι εγώ, η αναγνώστρια, που την αναζητάω σαν τρελή, ενώ είναι μπροστά στα μάτια μου, στον καθρέφτη; – Γίνε κάποιο άλλο όνομα… Τι έχει μέσα του ένα όνομα; Θα ήθελα να συνεχίσω, αλλά δεν μπορώ να συνεχίσω.

INFO:  Κώστας Βούλγαρης, Το εμφύλιο σώμα. Πολυφωνική μεταμυθοπλασία. Εκδόσεις του Εικοστού πρώτου, σελ. 368

 

 

 



[1] Ο. Ελύτης, Άξιον Εστί.

[2] Για τα παραπάνω, Βλέπε: Martha Werner &Paul Voss, The Poetics of the Archive: Studies in the literary imagination, Terry Cook &Joan M .Schwartz, “Archives, Records and Power”, Archival Science 2: 2000.

[3] Suzanne Keen, Romances of the Archive in Contemporary British Fiction, Toronto: Toronto University Press, 2001.

[4]Άπαντα, Με τον Διάλογο και τα Προλεγόμενα του Ιακώβου Πολυλά Εν Αθήναις: Μ.Γ. Βασιλείου &Σια, 1936, σ. 187.

[5]«Archive fever: a Freudean impression”, Diacritics, vol.25, 2,1995.

[6] Όπως πριν, σς.9-10.

[7] Ο Δημιουργός, σ.16.

[8] Fredric Jameson, The Political Unconscious (1981), σ.19.

[9] Nicole Loreaux, Η Τραγωδία της Αθήνας: η πολιτική μεταξύ σκιάς και ουτοπίας, «Μια άγρια «στάσις» στην Αρκαδία», σ.105.

[10] Στο Φ. Τζείμσον, Μεταμοντέρνο, σ. 263, σ.60. Απόσπασμα από τον Μπωντριγιάρ. 

1 ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here