Η παραδειγματική περίπτωση του Μακρυγιάννη στην ελληνική ποίηση (του Ε. Γαραντούδη)

0
127

του Ευριπίδη Γαραντούδη [1]

 

Στη διάρκεια των δύο αιώνων που μεσολάβησαν ανάμεσα στην Επανάσταση του 1821 και τις μέρες μας, τα ελληνικά ποιήματα που ποικιλοτρόπως θεματοποίησαν όψεις του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, αναφερόμενα σε πρόσωπα, γεγονότα και καταστάσεις που συνδέονται με αυτόν, είναι χιλιάδες. Η επέτειος των 200 ετών από την Επανάσταση, όπως ήταν αναμενόμενο, στάθηκε η αφορμή για την εκπόνηση και έκδοση ανθολογιών με θέμα την αποτύπωση του αγώνα σε ποιητικά έργα από τότε μέχρι σήμερα. Με βάση, λοιπόν, τρεις ανθολογίες, του ποιητή Ηλία Γκρη, Όταν τραγούδαγε το αίμα. Το 1821 στην ελληνική ποίηση (2020, πρώτη έκδοση το 2011), του συγγραφέα Κώστα Σταμάτη, Η ποίηση της Ελληνικής Επανάστασης 1821. Δημοτικό τραγούδι – Νεοέλληνες ποιητές από τον Σολωμό και τον Κάλβο μέχρι σήμερα (2020), και των φιλόλογων νεοελληνιστών Θανάση Γαλανάκη και Μάνου Κουμή, Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά! Ο Αγώνας του 1821 στην ελληνική και ξένη ποίηση (2021), ανθολογίες που στο σύνολό τους περιλαμβάνουν εκατοντάδες ποιήματα, διαθέτουμε ήδη ένα εκτεταμένο υλικό μελέτης. Ειδικά η ανθολογία των Γαλανάκη και Κουμή στηρίχθηκε σε συστηματική έρευνα· έτσι, όπως πληροφορούν οι δύο ανθολόγοι στον πρόλογό τους, «προέκυψαν περισσότερα από 1.500 ποιήματα και ποιητικές συνθέσεις που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο αφορούν στο 1821 και αποτέλεσαν την τελική δεξαμενή από την οποία αντλήθηκε το υλικό της ανθολογίας».[2] Έχοντας υπόψη μου, λοιπόν, το υλικό των παραπάνω ανθολογιών και έχοντας παράλληλα κάνει πρωτογενή, αν και όχι συστηματική, έρευνα, σε αυτή τη μελέτη θα εστιάσω την προσοχή μου στα ρητά αναφερόμενα στον στρατηγό Μακρυγιάννη ποιήματα, τα οποία εξετάζω ως παραδειγματικό υλικό για τη διατύπωση παρατηρήσεων ή και την εξαγωγή συμπερασμάτων που αφορούν συνολικά το ζήτημα πώς και γιατί η νεότερη ελληνική ποίηση θεματοποίησε κατά καιρούς, με άλλα λόγια μέσα σε διαφορετικές ιστορικές συγκυρίες και κοινωνικοπολιτισμικές συνθήκες, το γεγονός εκείνο που θεμελίωσε τη  νεότερη ελληνική λογοτεχνία ως εθνική λογοτεχνία.

Μία πρώτη μνεία στον Μακρυγιάννη συναντάται ήδη το 1827 στο ποίημα του Δημητρίου Γουζέλη, Σάλπισμα πολεμιστήριον, όπου περιγράφεται η πολιορκία της Ακρόπολης από τον τουρκικό στρατό του Κιουταχή το καλοκαίρι του 1826. Στην αναφορά αυτή ο Μακρυγιάννης συναριθμείται μεταξύ αρκετών άλλων οπλαρχηγών, στο πλαίσιο του συλλογικού αγώνα. Τη δεύτερη, κατά χρονολογική σειρά, αναφορά στον Μακρυγιάννη εντόπισα το 1943 στο ποίημα «Η δουλεία του έθνους και η απελευθέρωσίς του» της συλλογής του Αλέξανδρου Σούτσου Η τρίτη Σεπτεμβρίου. Συνταγματική νομαρχία. Η συλλογή, γραμμένη πάνω στην κόψη των γεγονότων, υπαγορεύεται καθαρά από την επιθυμία του πολιτικού ποιητή Αλέξανδρου Σούτσου να εκφράσει τον ενθουσιασμό του για την Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 που οδήγησε στη συνταγματική μοναρχία. Αν το ποίημα έχει σημασία για το θέμα μου, είναι επειδή μαρτυρεί ότι για τους συγχρόνους του ο Μακρυγιάννης ήταν πρόσωπο που διαδραμάτισε αξιοσημείωτο ρόλο στην ταραγμένη πολιτική ζωή των μετεπαναστατικών δεκαετιών. Πάντως, και σε αυτό το ποίημα  ο Μακρυγιάννης συμπεριλαμβάνεται στα πρόσωπα εκείνα που πρωτοστάτησαν στην Επανάσταση του 1843, χωρίς ακόμα να ξεχωρίζει ανάμεσα στους συγκαιρινούς του.

Το πρώτο ποίημα, από όσα γνωρίζω, που αναφέρεται εξ ολοκλήρου στον Μακρυγιάννη είναι το «Ελεγείον επί του τάφου του Στρατηγού Μακρυγιάννη», που έγραψε το 1864 ο πολύ γνωστός στην εποχή του Αχιλλέας Παράσχος, όταν πέθανε ο στρατηγός, και το απήγγειλε στην κηδεία του. Γραμμένο σε ενενήντα δεκαπεντασύλλαβους, χωρισμένους σε εννέα ομοιοκατάληκτες δεκάστιχες στροφές, είναι ένα καθαρά περιστασιακό ποίημα που ακολουθεί τις συμβάσεις της επιμνημόσυνης απόδοσης τιμής στον άξιο νεκρό, συμβάσεις που επιδεινώνονται από τις ρητορικές υπερβολές της ποίησης του Παράσχου. Το παραθέτω:

 

Έπεσεν, έπεσεν η δρυς εκπληκτικώς ηχούσα,

ως εκεί κάτω άλλοτε η Ολυμπία στήλη·

έπεσεν, έπεσεν η δρυς κ’ εδούπησε πεσούσα,

κ’ υπό του βάρους την ορμήν η γη κατέστη κοίλη.

Μάτην ο Χάρων έπασχεν επτά δεκάδας χρόνων                       5

με δόλον ή με πέλεκυν να την σωρεύση κάτω.

Μάτην επτάκις έπληξε το δένδρον των τυφώνων·

η δρυς δεν έπιπτε χαμαί, η δρυς δεν ενικάτο.

Και ανυψούτο έως χθές εις πείσμα των κλυδώνων,

εμπαίζουσα τον κεραυνόν, εμπαίζουσα τον χρόνον!                 10

 

Και ποίος, ποίος δύναται εδώ να ερωτήση,

τις είν η δρυς; – Ιδού αυτή, ενώπιόν μας κείται·

ιδού, ιδού κ’ η άβυσσος, ήτις θα την ροφήση,

το μνήμα, όπερ εν σιγή και πόνω θεωρείτε…

Μη το νομίζετε στενόν· το χαίνον αυτού στόμα                       15

επ’ άπειρον ευρύνεται, το παν περιλαμβάνει,

και δεν θα στενοχωρηθή του ήρωος το σώμα….

Μη το νομίζετε στενόν· χωρεί τον Μακρυγιάννη!

Πολλούς εχώρησεν αυτό, πολλούς χωρεί ακόμα·

ειν’ ανοιγμένος ουρανός του μνήματος το στόμα.–                  20

 

Αφήσατε την κρύαν γην, την μαύρην γην αφήτε,

Κολοκοτρώνη, Βότσαρη και Γρίβα και Τζαβέλλα·

όσοι εδώ υπνώττετε, ανδρείοι, εγερθήτε·

πλησίον σας προσέρχεται και άλλη φουστανέλλα!

Φευ, δεν θ’ αναγνωρίσετε τον Μακρυγιάννη πλέον·                 25

πενία, πόνος και δεσμά, πικρών βασάνων πλήθος,

η τύχη της πατρίδος του, το μέλλον της εκπνέον,

παρήλλαξαν του φλογερού συντρόφου σας το ήθος!

Συ καν, ψυχή του τέκνου του, συ αναγνώρισέ τον,

δός εις αυτόν εν φίλημα και παρηγόρησέ τον.                         30

 

Ω, εάν έπιπτε κρατών την σπάθην εις την χείρα,

ότε ανέτρεπεν ορμών τας τάξεις των τυράννων·

αν θάνατον προσέφερε και εις αυτόν η μοίρα

μ’ εν γιαταγάνι Αλβανού, μ’ εν βόλι Τουρκομάνων.

Εάν προσήρχετο εις σας θερμός εκ του αγώνος,                       35

θα τον ανεγνωρίζατε, γενναίοι σύντροφοί του!

Αλλά επέζησε πολύ· τον ήλλαξεν ο πόνος,

και κατεστάθη άγνωστος η ανδρική μορφή του.

Όταν ο λέων στερηθή την χαίτην αυτού πλέον,

μόλις αναγνωρίζεται πως ήτο ποτέ λέων.                                40

 

Αλλ’ όχι, όχι· ο Θεός τον ήξευρεν εκείνον·

εγνώριζε την χείρα του· τω ήτον αναγκαίος.

Οι Βαυαροί εξύβριζον την χώρα των Ελλήνων,

και νέαν δόξαν εις αυτόν εφύλαττε και κλέος….

Συσπών οργίλως τας οφρύς το τέκνον του Μαρτίου,                45

εν βλέμμα προς τ’ ανάκτορα ηκόντισε λαθραίον,

και κλίνας, ωνειρεύετο την Τρίτη Σεπτεμβρίου·

ότε ηγέρθη, η Ελλάς δεσμά δεν είχε πλέον.

Ω, δόξα· μία του στιγμή, εν όνειρον του μόνον

εξύπνισε τον Έλληνα κ’ ηλάττωσε τον θρόνον!                       50

 

Πλην τις σκηπτούχος λησμονεί το κτύπημα;… Ο Όθων

είχ’ ερυθράν την παρειάν από το ράπισμά του,

κ’ επρόσμενε μ’ ενδόμυχον και λυσσαλέον πόθον.

Πότε να δώση και αυτός εν κτύπημα θανάτου.–

Ω, η καρδία θραύεται, σπαράσσετ’ η καρδία,                          55

–μα τα επτά του τραύματα τα χαίνοντα ακόμα–

ότε αναλογίζεται, ότ’ ενθυμείται ποία

υπέφερε μαρτύρια το γηραιόν του σώμα!

Πλην μάτην τον επίεζον οι άνανδροι εχθροί του·

εθραύετο το σώμα του και ηύξαν’ η ψυχή του.                        60

 

Ναι, μάτην τον κατέθλιβον μετά βαρβάρου λύσσης!

Ποτέ δεν κατεβάλλετο ο μέγας πατριώτης·

πότε ρομφαίαν έφερε, πότε σκληράς αλύσεις,

επαναστάτης σήμερον και αύριον δεσμώτης.–

Πόλεμος ή μαρτύριον υπήρξεν η ζωή του.                               65

Δεν ήξευρε τι θα ειπή εκείνος ησυχία·

εζήτει μάρτυρος σταυρόν ή νίκην η ψυχή του,

και δύσπνοιαν τον έφερε και βάρος η δουλεία.

Συνωμοσίας ήτο νυξ με λάμψεις ανταρσίας,

κ’ επαναστάτης κεραυνός κατά της τυραννίας!                        70

 

Ημιθανής, κατάκοιτος εις εν νοσοκομείον,

μη έχων άρτον πάντοτε, με χείρας δεσμευμένας,

εξέπνεε των τέκνων του μακράν και των οικείων,

με σκότος εις τους οφθαλμούς, με σκότος εις τας φρένας…

Κλίνατε γόνυ, αδελφοί, εμπρός του μαρτυρίου!                       75

Πολλάκις τον εχλεύαζον εις το ψυχρόν του δώμα,

και μια χειρ κατάρατος, και μια χειρ αχρείου,

εξύβρισε του ήρωος το πρόσωπον ακόμα…

Να ξηρανθή η χειρ αυτού, το κρίμα να κηρύξη,

και όφις πας της δάκτυλος να γείνη να τον πνίξη!                    80

 

Ότ’ η ψυχή του άφινε το κάτωχρόν του στόμα,

εσείετο ο Παρθενών ο γέρων τεθλιμμένος,

νομίζων μίαν στήλην του πως έχανεν ακόμα,

κ’ εστέναζεν η Ρούμελη, η άλκιμος παρθένος!

Και ότε εις το έλεος αφέθη του Κυρίου,                                  85

και άπνουν πτώμα έπεσεν ο μάρτυς εις την κλίνην,

ο τουρκομάχος Μάρτιος κ’ η τρίτη Σεπτεμβρίου,

ελθόντες από τ’ ουρανού την ιεράν γαλήνην,

προσέκλιναν κ’ εφίλησαν το παγωμένον σώμα,

και την ψυχή του έφερον εις τ’ ουρανού το δώμα!                   90

 

Το ποίημα παρουσιάζει ενδιαφέρον, στον βαθμό που λειτουργεί και ως πολιτικό κείμενο, αντανακλώντας το πώς έβλεπαν τον Μακρυγιάννη οι σύγχρονοί του, τουλάχιστον οι περισσότεροι. Έτσι, διεκτραγωδούνται τα δεινά του βίου του νεκρού (η φτώχεια, τα σωματικά τραύματα, οι πολιτικές διώξεις, η γεροντική εξάντληση, το «σκότος εις τας φρένας») και, κυρίως, επισημαίνονται η κρίσιμη συμβολή του στην Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, αλλά και η εκδικητική στάση που κράτησε στη συνέχεια απέναντί του ο Όθων και, εντέλει, τον οδήγησε στον θάνατο. Στην τρίτη στροφή του ποιήματος καλούνται άλλοι, ήδη νεκροί, καταχωρημένοι στην εθνική μνήμη και φημισμένοι οπλαρχηγοί της Επανάστασης, ο Κολοκοτρώνης, ο Μπότσαρης, ο Γρίβας και ο Τζαβέλλας, να υποδεχθούν ανάμεσά τους ως ισότιμο μέλος της ομάδας τους τον νεκρό Μακρυγιάννη. Ο νεκρός λοιπόν συγκαταλέγεται στο Πάνθεον των ηρώων. Αλλά στην ίδια στροφή καταγγέλλεται και διεκτραγωδείται και το ξεπεσμένο συλλογικό παρόν, με παραδειγματική εκδήλωσή του την μετά την Επανάσταση του 1843 θλιβερή μεταχείριση του Στρατηγού από τους ομοεθνείς του και από τους Βαυαρούς «υβριστές της χώρας των Ελλήνων», όπως διαβάζουμε παρακάτω σε άλλο σημείο του ποιήματος. Ήδη λοιπόν από την εποχή του θανάτου του ο Μακρυγιάννης, μέσω του ποιήματος του Παράσχου, προβάλλεται ως μορφή εθνικού ήρωα και μαζί ως διδακτικό παράδειγμα αδικημένου δίκαιου.

Το 1907, όπως γνωρίζουμε, η δημοσίευση των, περίφημων σήμερα,  Απομνημονευμάτων του Στρατηγού από τον Ιωάννη Βλαχογιάννη θα δρομολογήσει τη διαφορετική από το παρελθόν πρόσληψη της μορφής του Μακρυγιάννη, συνδεδεμένης πλέον άρρηκτα με το γραπτό του ως μνημείο αφενός της μνήμης του εθνικού αγώνα της Επανάστασης και αφετέρου της συλλογικής αυτογνωσίας των νεότερων Ελλήνων. Είναι γνωστό, επίσης, και πολλαπλά σχολιασμένο ότι ειδικά οι πεζογράφοι και οι ποιητές της γενιάς του 1930, όπως ο Σεφέρης, ο Ελύτης, ο Λορεντζάτος, ο Βενέζης και ο Θεοτοκάς, εστίασαν την προσοχή τους στα Απομνημονεύματα, πολύ λιγότερο διαβάζοντάς τα ως ιστορική πηγή και πολύ περισσότερο προβάλλοντάς τα ως έκφραση της εθνικής ψυχής και ως μνημείο σοφού λαϊκού λόγου με υψηλή αισθητική αξία.

Ο επόμενος ποιητικός σταθμός μας είναι το ποίημα «Μακρυγιάννης» του Άγγελου Σικελιανού, χωρισμένο σε δύο μέρη  34 και 47 στίχων γραμμένων στη μορφή του ελευθερωμένου στίχου με ιαμβικό μέτρο. Το παραθέτω:

 

Χαρά σ’ εκειόν που πρωτοσήκωσε,

απ’ τις σκόνες σκεπασμένο,

το δίστομο σπαθί του Λόγου Σου

στον ήλιο, Μακρυγιάννη,

κι είδε που οι κόψες του μεμιάς ξαστράψαν,                                         5

ανέγγιχτες, στο φως,

κι οι πλευρές του λάμψαν

γυμνές,

σα να ’βγαιναν την ίδια τούτην ώρα από τ’ ακόνι,

και πως βωδούσαν, απ’ τη μια μεριά πλυμένες                                      10

με το αίμα των οχτρώνε,

κι απ’ την άλλη

σάμπως να θέρισαν αυτή την ίδιαν ώρα

μοσκιές και βιόλα απ’ του μπαξέ Σου τα λουλούδια.

 

Κι απάνω και στις δυο πλευρές γραφή.                                                 15

 

Απ’ τη μια,

τα λόγια αυτά Σου χαραγμένα, στρατηγέ μας:

«Τη λευτεριά μας τούτη δεν την ήβραμε στο δρόμο,

και δε θα μπούμεν εύκολα στου αυγού το τσόφλι,

γιατί δεν είμαστε κλωσόπουλα, σ’ αυτό να ξαναμπούμε πίσω·                20

μα εγίναμε πουλιά

και τώρα πια στο τσόφλι μέσα δε χωρούμε.»

 

Κι από τη δεύτερη πλευρά,

γραφή άλλη χαραγμένη:

«Απάνω στην αλήθεια μου                                                                  25

ακόμα και το θάνατο τον δέχομαι·

τι τόσες φορές το θάνατον εζύγωσα, αδερφοί μου,

και δε με πήρε,

που, για τούτο,

το θάνατο καταφρονώ,                                                                       30

κι απάνω στην αλήθεια μου πεθαίνω.»

Χαρά σ’ εκειόν που πρωτοσήκωσε απ᾿ το χώμα αυτή τη σπάθα

και τέτοια διάβασεν απάνω της βαγγέλια.

 

Χαρά, λοιπόν, σ’ Εσένα πρώτα, γερο-Βλαχογιάννη!

 

*

 

Μα τώρα και σ’ εμάς χαρά                                                                  35

που απ’ τις εφτά πληγές του στρατηγού μας,

που σιωπηλά ξανάνοιξαν και τρέχουν,

σαν από εφτά πηγές

κι ωσάν εφτά ν’ ανάβρυζαν μπροστά μας άγια κεφαλάρια,

σε τούτα σκύβοντας,                                                                          40

πλατιά τη δίψα μας,

βαθιά την πίκρα μας

να ξαλαφρώσουμε μπορούμε!

 

Και να που, σκώνοντας τα μάτια απ’ τις πληγές του,

θαρρούμε τώρα πως ακέριο θα τον δούμε                                             45

μες στα χρυσάρματά του, όπως τη μέρα

που, σα ν’ ανέβαινε ψηλότερα κι απ’ όποιο θρόνον,

εκαβαλίκεψε πα στ’ άλογο του Καραϊσκάκη,

ή τη βαθιά πως θε ν’ ακούσουμε φωνή του,

καθώς απάνω στην πιο πλούσια της καρδιάς του ανάβρα                        50

κάνοντας έφοδο για του ίδιου τ’ ουρανού τις πύλες,

ήρωας μιλούσε με το Θεό, στόμα με στόμα,

κι είχε σε χείλη και καρδιά φωτιά το Λόγο:

 

«Τι καρτερείς ακόμα τάχα, Δικαιοκρίτη;

Ποιος με χαλκά τους άνεμους θε να Σου δέσει,                                      55

ή ποιος στα νέφη σου θα βάλει χαλινάρι;

Στη γη, που απόμεινε άνυδρη, άκαρπη και στείρα,

ποτιστικιά πότε θα στείλεις τη βροχή Σου

να σκώσει, κύματα ψηλά ασταχυών, το σπόρο

που στ’ όνομά Σου εγώ ’σπειρα από τόσα χρόνια;»                                60

 

Κι εμείς, π’ ακούμε, αναταράζεται η καρδιά μας

σα σβόλος χώμα που τον έκοψε τ’ αλέτρι

και νιώθει μέσα του τη ζωή να μυρμηγκιάζει,

κι ωσάν τη μήτραν όπου δέχτηκε το σπόρο

σκιρτάει να θρέψει και να δέσει και να πλάσει                                      65

τον κόσμο που καρτέραγε από τόσα χρόνια,

σπαρτός απ’ το δικό σου Λόγο, Μακρυγιάννη!

 

Κι όλων μας το αίμα θέλει να ’μπει μες στ’ αυλάκι,

το ίδιο χωράφι να ποτίσει στρατηγέ μας!

Τι πια δεν είμαστε στο «εγώ», ως Εσύ μας το ’πες,                                70

μα σήμερα είμαστε στο «εμείς», κι αν μαζωχτούμε

σ’ ένα σκοπόν, αν θέλουμε να φκιάσουμε χωριό και κόσμο!…

Κι άξιο ξαντίμεμα του μόχτου μας ας είναι

που απ’ τις εφτά πληγές Σου, στρατηγέ μας,

που σιωπηλά ξανάνοιξαν και τρέχουν,                                                  75

σαν από εφτά πηγές

κι ωσάν εφτά ν’ ανάβρυζαν μπροστά μας άγια κεφαλάρια,

 

σε τούτα σκύβοντας,

πλατιά τη δίψα μας,

βαθιά την πίκρα μας                                                                           80

να ξαλαφρώσουμε μπορούμε!

 

Το ποίημα, γραμμένο τον Νοέμβριο 1941, πρωτοδημοσιευμένο το 1942, στη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής, και εκδεδομένο στον τρίτο τόμο του Λυρικού βίου το 1947, στα σκοτεινά χρόνια του Εμφυλίου, συνδέεται αφενός με το ταραγμένο κλίμα της εποχής του και αφετέρου με εκείνη την περίοδο εξέλιξης του σικελιανικού έργου η οποία προσδιορίζεται από την πρόθεση του Σικελιανού να λειτουργήσει ως εθνικός ποιητής. Ο Σικελιανός, λοιπόν, φαίνεται ότι βρίσκει στον Μακρυγιάννη εκείνη την πρότυπη εθνική μορφή που η μνήμη και το παράδειγμά της μπορεί να λυτρώσουν τους Έλληνες από τα δεινά του ξένου κατακτητή και να απαλύνουν το τραύμα της Κατοχής. Στο πρώτο μέρος του ποιήματος χαιρετίζεται ο Βλαχογιάννης, που «πρωτοσήκωσε απ᾿ το χώμα αυτή τη σπάθα / και τέτοια διάβασεν απάνω της βαγγέλια». Η σπάθα, με γραμμένα τα ευαγγέλια επάνω της, ή το «δίστομο σπαθί» στην αρχή του ποιήματος, είναι βεβαίως τα Απομνημονεύματα, δύο παραθέματα των οποίων ο Σικελιανός ενσωματώνει στο ποίημα διατάσσοντάς τα σε στίχους ιαμβικού μέτρου. Είναι φανερό ότι με τα παραθέματα αυτά ο Μακρυγιάννης λειτουργεί στο σικελιανικό ποίημα ως ο προάγγελος της ελευθερίας που θα έρθει. Έτσι, ο σικελιανικός «Μακρυγιάννης» γίνεται το πρώτο, όσο γνωρίζω, δημοσιευμένο ποίημα που διαλέγεται ευθέως με το κείμενο των Απομνημονευμάτων το οποίο ο ποιητής Σικελιανός φαίνεται να αντιλαμβάνεται όχι μόνο ως λόγο εθνικής υποθήκης αλλά και ως δυνάμει ποιητικό λόγο. Τα αποσπάσματα είναι γραμμένα στις δύο όψεις του «σπαθιού του Λόγου», ενώνοντας έτσι την πολεμική πράξη με τον λόγο που την αφηγήθηκε. Στο δεύτερο μέρος του ποιήματος ο Σικελιανός, απευθυνόμενος στον Μακρυγιάννη, ουσιαστικά τον ηρωοποιεί, ως σύντροφο του Καραϊσκάκη που καβαλικεύει το άλογό του – στο σημείο αυτό ο Σικελιανός αξιοποιεί μαρτυρία των Απομνημονευμάτων, και τον αγιοποιεί, ως συνομιλητή του Θεού, προβάλλοντάς τον ως εκείνον τον εμψυχωτή των συγχρόνων Ελλήνων που, χάρη στο δίδαγμα και το κουράγιο που τους δίνει ο πληγωμένος στο σώμα αλλά ακατάβλητος στο φρόνημα Στρατηγός, θα βρουν τη δύναμη να ανακτήσουν την ελευθερία τους.

Τρία χρόνια νωρίτερα από το ποίημα του Σικελιανού, γράφτηκε το κατά τη γνώμη μου σημαντικότερο ελληνικό ποίημα για τον Μακρυγιάννη, από τον Γιώργο Σεφέρη, την Κυριακή 20 Αυγούστου 1939, ως εγγραφή του ημερολογίου του Μέρες. Το ποίημα με τίτλο «Μνήμη του Μακρυγιάννη» δημοσιεύτηκε το 1977, ύστερα από τον θάνατο του Σεφέρη, όταν εκδόθηκε ο τρίτος τόμος του ημερολογίου του, καθώς ο ίδιος δεν το περιέλαβε σε ποιητικό βιβλίο του και δεν το δημοσίευσε σε κάποιο άλλο έντυπο, όσο ζούσε.[3] Το ποίημα του Σεφέρη έχει νόημα να εξεταστεί μετά από εκείνο του Σικελιανού, αν και είναι προγενέστερο, λόγω αφενός της εμφανώς ανανεωμένης, σε σχέση με εκείνη του Σικελιανού, τεχνοτροπίας του και αφετέρου του δραματικού τόνου του που διαφοροποιείται από τον υψηλό, εθνεγερτικό τόνο του βάρδου Σικελιανού. Παραθέτω το ποίημα του Σεφέρη:

 

Κι οι μέρες τούτες είναι σα να ζεις

μες στην κοιλιά ενός ζώου που το δέρνει η θέρμη,

οι άνθρωποι στους δρόμους φεύγουν και γίνουνται

καθώς μια λάσπη λιπαρή ποτισμένη ιδρώτα.

«Γνωρίζετε αδελφοί! ότι ο Αδάμ και η Εύα                                5

είναι η αρχή εξ ής το ανθρώπινον γένος κατάγεται…»

κήρυχνε ο Πολωνός Μίλβιτς,

κι ο Μακρυγιάννης σάπιος απ’ τις πληγές

δυο στο κεφάλι κι άλλες στο λαιμό και στο ποδάρι·

το χέρι χωρίς κόκαλα και σίδερα στη γαστέρα                           10

για να κρατιούνται τ’ άντερα –

γεμάτος όνειρα σαν το μεγάλο δέντρο

γράφοντας γράμματα στο Θεό.

Τι είχε να κάνει με τους Πολωνούς ο Μακρυγιάννης;

με τα κηρύγματα των καρμπονάρων,                                          15

ή με τους Βαυαρούς ή με τους Φαναριώτες;

Ήταν ένας άντρας από δω

γεννημένος σε μια ρεματιά σαν το σκίνο

κι αυτό ήταν όλο: μοναξιά κι έχτρα,

κι ο μοίραρχος Πτολεμαίος.                                                        20

 

Σκορπάει σκυλόδοντα το φως, η άσφαλτο λιώνει

τα σπίτια με χαμηλωμένα βλέφαρα πονούν

κι οι μηχανές πριονίζουν σάρκες χωρίς αίμα –

Και δε μας ακούς και δε μας βλέπεις

έξι μήνες φυλακωμένος σε δυο δρασκελιές κάμαρη                  25

και σκούζω νύχτα-μέρ’ απ’ τις πληγές μου.

Τούτο γινότανε στις δεκατρείς

τουτ’νού του μήνα (Αύγουστος 1852).

Κι ο ανακριτής τονίζοντας τις γενικές πληθυντικές

έκανε την κατ’ οίκον έρευνα χωρίς ν’ αφήσει τίποτε·                30

κατώγια, ταβάνια, κασέλες, εικόνες δικές σου (του Θεού)·

κι ο άλλος κοντός κι αρχάριος

ρωτούσε επίμονα όλους μες στο σπίτι

ποιος ήταν ο καλόγερος που χάρισε

του στρατηγού το κομπολόι,                                                       35

τόσο ασυνήθιστα μακρύ.

Κι ο μοίραρχος με τη στολή του, ο Πτολεμαίος

πήρε το γέρο ανήμερα της Παναγιάς

στο Μεντρεσέ που φυλακώνουν τους κακούργους.

 

Η «Μνήμη του Μακρυγιάννη» είναι η ποιητική έκφραση της μακράς και σταθερής σχέσης του Σεφέρη με τα Απομνημονεύματα του Στρατηγού και, συνεπώς, είναι κείμενο συνεξετάσιμο με τα σχετικά δοκιμιακά σεφερικά γραπτά, αφενός το δοκίμιο «Ελληνική γλώσσα» (1937) και αφετέρου την πολύ γνωστή και πολλαπλά σχολιασμένη ομιλία «Ένας Έλληνας, ο Μακρυγιάννης» (1942).[4] Εδώ το ποίημα με ενδιαφέρει κυρίως επειδή μεταθέτει την εστίαση ως προς το ιστορικό παρελθόν από τα ένδοξα χρόνια της Επανάστασης στα χρόνια της μετεπανασταστικής διχόνοιας μεταξύ των Ελλήνων και ειδικότερα στην εποχή της ξενοκρατίας ως διάψευσης των προσδοκιών των επαναστατημένων Ελλήνων (ρητή είναι η αναφορά στον Αύγουστο του 1852). Από την άποψη αυτή, εντάσσεται στον ευρύτερο κύκλο πολλών ποιημάτων που, ανατρέχοντας σε πρόσωπα της Επανάστασης, εκφράζουν το αίσθημα της πτώσης του ιδανικού.

Το ποίημα και στις δύο στροφικές ενότητές του ουσιαστικά συνθέτει δύο μέρη που αντιστοιχούν σε δύο διαφορετικά χρονικά επίπεδα: στην αρχή των δύο στροφικών ενοτήτων έχουμε την αναφορά στο ασφυκτικό παρόν (σ. 1-4 και 21-23). Το ακόλουθο και μεγαλύτερο μέρος των δύο στροφικών ενοτήτων είναι η μνημονική ανάκληση του Μακρυγιάννη. Αυτή εστιάζεται σε γεγονότα των ετών 1849-1852 και γίνεται με βάση την κειμενική πηγή των Απομνημονευμάτων και κυρίως το συνοδευτικό κείμενο του Βλαχογιάννη, την Εισαγωγή (σ. 55-58 κ.ε.) όπου ενσωματώθηκε απόσπασμα από τα Οράματα και θαύματα που γνωρίσαμε στην πλήρη μορφή τους το 1985, στην έκδοση του κειμένου με εισαγωγή και σημειώσεις του Άγγελου Ν. Παπακώστα. Το ποίημα του Σεφέρη είναι κρυπτικό, καθώς προϋποθέτει από τον αναγνώστη καλή γνώση των κειμενικών πηγών του. Ο Πολωνός στρατηγός Μίλβιτς, που αναφέρεται στο ποίημα, ήταν ο επικεφαλής ομάδας Πολωνών ένοπλων εθελοντών σε ευρωπαϊκές επαναστάσεις που ήρθαν ως διωκόμενοι πρόσφυγες στην Ελλάδα το 1849, ζήτησαν πολιτικό άσυλο και εγκαταστάθηκαν κυρίως στην Αθήνα. Ο Μίλβιτς είχε γνωριστεί με τον Μακρυγιάννη. Τα χρόνια 1851-1852 ο Μακρυγιάννης κατηγορήθηκε ότι σχεδίαζε να σκοτώσει τον βασιλιά σε συνεργασία με τον Μίλβιτς και τους Πολωνούς, ύστερα από μία ανυπόστατη δημόσια καταγγελία εξαναγκάστηκε σε εξάμηνο κατ’ οίκον εγκλεισμό και εντέλει μεταφέρθηκε στο στρατιωτικό νοσοκομείο όπου παρέμεινε φρουρούμενος. Ο Σεφέρης, μάλλον σκόπιμα, δεν επιστρέφει μνημονικά και δεν αφηγείται τα μεταγενέστερα γεγονότα: την παραπομπή του Μακρυγιάννη σε δίκη (Μάρτιος 1853), την καταδίκη του σε θάνατο, την αποφυλάκισή του (Σεπτέμβριος 1854) και τον μετέπειτα σοβαρό κλονισμό της ψυχικής υγείας του.

Ο Σεφέρης στη βασική δοκιμή του για τον Μακρυγιάννη είχε γράψει: «Το περιεχόμενο της γραφής του Μακρυγιάννη είναι ο ατελείωτος και ο τραγικός αγώνας ενός ανθρώπου, που με όλα τα ένστικτα της φυλής του ριζωμένα βαθιά μέσα στα σπλάχνα, αναζητά την ελευθερία, το δίκαιο, την ανθρωπιά».[5] Σε αυτή τη θεώρηση του Μακρυγιάννη, ως ανθρώπου που έδρασε και ως μνημειωμένου λόγου, νομίζω ότι εδράζεται και το ποίημα. Με άλλα λόγια, ο Σεφέρης καταφεύγει στη μνήμη του Μακρυγιάννη, σε μία πρότυπη μορφή σοφού και ακέραιου λαϊκού Έλληνα, μνήμη που έχει διασωθεί στο τόσο ζωντανό κειμενικό κειμήλιό της, τα Απομνημονεύματα, για να αντιμετωπίσει το ασφυκτικό κλίμα του τόπου του, αλλά και γενικότερα του δυτικού πολιτισμένου κόσμου, λίγους μήνες πριν το ξέσπασμα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Μακρυγιάννης, λοιπόν, και ιδίως τα μετεπαναστατικά βάσανά του, λειτουργούν ως η παρηγορητική μνήμη της Επανάστασης στο ασφυκτικό παρόν του 1939 και συνάμα ως η υπόμνηση των αδικιών που υφίστανται οι ανίσχυροι και δίκαιοι από τους ισχυρότερους και άδικους.

Ύστερα από τα ποιήματα του Σεφέρη και του Σικελιανού, αθροίζονται, με βάση το υλικό της έρευνάς μου, 29 ρητά αναφερόμενα στον Μακρυγιάννη ποιήματα, κατά βάση αυτοτελή αλλά και μέρη εκτενέστερων-συνθετικών ποιημάτων, που χρονικά εκτείνονται από το 1946 μέχρι το 2020, τα περισσότερα γραμμένα από άνδρες, καθώς μόλις δύο γράφτηκαν από γυναίκες. Η φόρμα των ποιημάτων εκτείνεται από απομιμήσεις του δημοτικού τραγουδιού μέχρι σονέτα σε δεκαπεντασύλλαβο και πεζά ποιήματα. Θα κάνω, κατ’ ανάγκην, μία σχηματική περιδιάβαση σε αυτά τα ποιήματα. Στα περισσότερα ο Μακρυγιάννης, ανεξάρτητα από τον βαθμό της αναφοράς σε αυτόν, λειτουργεί ως συμβολοποιημένη μορφή προκειμένου οι ποιητές να ανταποκριθούν στις ανάγκες του εκάστοτε παρόντος τους, ιδίως του συλλογικού, έτσι βεβαίως όπως το αντιλαμβάνονται και το αποτιμούν οι ίδιοι, αφενός από τη σκοπιά της ιδιοσυγκρασίας τους και αφετέρου μέσα από τον φακό της ιδεολογίας τους. Στο πλαίσιο, λοιπόν, μίας ευρύτερης έρευνας θα είχε σημασία η συνεξέταση των ποιημάτων που γράφτηκαν για τον Μακρυγιάννη, τόσο ως προς τις συγκλίσεις όσο και ως προς τις αποκλίσεις τους, με τα ποιήματα που αναφέρονται σε άλλες εξέχουσες μορφές της Επανάστασης του 1821, ιδίως εκείνες που είχαν παρουσία και διαδραμάτισαν ρόλους και στη μετεπαναστατική Ελλάδα, όπως ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και ο Κωνσταντίνος Κανάρης. Στα περισσότερα από τα ποιήματα για τον Μακρυγιάννη απηχούνται ή και ενσωματώνονται μικρότερα ή μεγαλύτερα μέρη των Απομνημονευμάτων του ως πεδίο διαλόγου και ως κριτήριο ελέγχου των πράξεων και της στάσης ζωής του, όπως αυτά αντανακλώνται στο εκάστοτε παρόν της ανάκλησής τους.

Στα 29 ποιήματα, λοιπόν, οι ενέργειες και ο λόγος του Μακρυγιάννη λειτουργούν ως εστία σχολιασμού και ως αφορμή αναστοχασμού για τον Εμφύλιο Πόλεμο (Δάλλας, 1946 και Ρίτσος, 1945-1947), τα στρατόπεδα εξορίας (Πατρίκιος, 1954), τη μεταπολεμική εποχή (Λορεντζάτος, 1955, Χριστιανόπουλος, 1964), τη Δικτατορία των Συνταγματαρχών (Λεύκιος Ζαφειρίου, 1973, Νάνος Βαλαωρίτης, 1974, Βάρναλης, 1975, Γκόρπας, 1975, Νικολαΐδης, 1977), την Ελλάδα της μεταπολίτευσης (Φωκάς, 1991, Δημητριάδης, 1994, Μπλάνας, 2000, Λιοντάκης, 2012, Αλεξοπούλου, 2015), την Ελλάδα εν όψει του εορτασμού των 200 ετών από την Επανάσταση (Πατίλης, 2020, με τον εμφατικό τίτλο «Το ξεβράκωτο Εικοσιένα»). Η μέσω του Μακρυγιάννη αποτύπωση αυτού του, στρωματογραφημένου από τις συγχρονίες του, εξακολουθητικού παρόντος μας είναι, στη μεγάλη πλειονότητα των ποιημάτων, αρνητική, οργισμένη και ενίοτε μηδενιστική, όπως είναι δυσοίωνη και για το συλλογικό μέλλον. Περιορίζομαι να αναφέρω παραδειγματικά μία στροφή από το ποίημα του Νίκου Φωκά, Παρτούζα ή ένα κλείσιμο ματιού (1991):

 

Ε να λοιπόν, αισθάνομαι πως σήμερα η Ελλάδα,

του Μακρυγιάννη η Ρούμελη κι η Σπάρτη του Λεωνίδα,

κανένας δεν την αγαπά δεν την πονεί κανένας,

δεν είναι χώρα κανενός και κανενός πατρίδα.

 

και δύο στίχους από το ποίημα του Γιάννη Πατίλη, «Τίτλοι τέλους» (2012), όπου η ιστορία της Ελλάδας περιγράφεται ως σενάριο ταινίας στην οποία οι κομπάρσοι είναι: «Εμείς / το μπάσταρδο του Μακρυγιάννη». Στον βαθμό που τα ποιήματα λειτουργούν και ως ερμηνεία του παρελθόντος, ο Μακρυγιάννης στα περισσότερα εξακολουθεί να κρυσταλλώνεται, ανεξάρτητα από την αλλαγή των εποχών και των ιδεολογιών, σε μνημείο ενός αυθεντικού λαϊκού πολιτισμού και στην ιδανική εθνική ψυχή, σχηματισμένη μέσα από τις εξιδανικεύσεις τόσο των πράξεων όσο και του λόγου της.

Γενικά, λοιπόν, θεωρημένα, τα αναφερόμενα στον Στρατηγό ποιήματα εντάσσονται στη θεματική περιοχή της πατρίδας ως καημού, μητριάς ή ανοιχτής πληγής. Αλλά, καθώς τα ποιήματα αποτελούν μαρτυρίες του παρελθόντος, ιδωμένα από τη δική μας σκοπιά, μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι έχουν διαψευστεί: η Ελλάδα αντιστέκεται κι η Ελλάδα επιμένει, ελεεινολογώντας το ξεπεσμένο παρόν της κι έτσι ορθώνοντας ακόμα περισσότερο στο ακλόνητο βάθρο του το ηρωικό παρελθόν, εν προκειμένω εκείνο του Μακρυγιάννη. Φαίνεται ότι η πηγή του Μακρυγιάννη, όπως και γενικότερα της Επανάστασης, θα συνεχίσει να ποτίζει με πικρό νερό την ελληνική ποίηση, όσο μία πληθυσμιακά μικρή εθνική κοινότητα θα αναζητά εναγώνια και με οξυμένο θυμικό στο παρελθόν της τα ερείσματα της συλλογικής ταυτότητάς της. Στο μεταξύ η Ιστορία συνεχίζει να υφαίνει το αιμάτινο δίχτυ της, για να στηριχθούν οι ποιητικοί μύθοι του μέλλοντος – αν θα υπάρξει μέλλον, όπως συμβαίνει αυτή τη στιγμή με τους ελεύθερους πολιορκημένους της Μαριούπολης.

 

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

 

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Δημήτριος Γουζέλης, Σάλπισμα πολεμιστήριον. Περιέχον τα της Ελλάδος. Ποίημα νεοφανές, Ναύπλιο, Τυπογραφείο της Διοικήσεως 1827, σ. 5. Αναδημοσίευση: Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά! Ο Αγώνας του 1821 στην ελληνική και ξένη ποίηση. Ανθολογία, Ανθολόγηση: Θανάσης Γαλανάκης – Μάνος Κουμής, Έρευνα υλικού, γενική φιλολογική επιμέλεια, υπομνηματισμός: Θανάσης Γαλανάκης, Κοσμήματα, επεξηγηματικά υπομνήματα: Ηρώ Νικοπούλου, Αθήνα, Τράπεζα Πειραιώς – Ίδρυμα Τάκης Σινόπουλος 2021, σ. 73.

Αλέξανδρος Σούτσος, «Η δουλεία του έθνους και η απελευθέρωσίς του», Η τρίτη Σεπτεμβρίου. Συνταγματική νομαρχία, Αν Αθήναις, Εκ της τυπογραφίας Ο Ανεξάρτητος του Π.Κ. Παντελή 1843, σ. 3-7: 4 και 5.

Αχιλλέας Παράσχος, «Ελεγείον επί του τάφου του Στρατηγού Μακρυγιάννη», Ποιήματα. Τόμος δεύτερος, Εν Αθήναις, Ανδρέας Κορομηλάς εκδότης 1881, σ. 253-257.

Άγγελος Σικελιανός, «Μακρυγιάννης (1797-1864)», [ημερολόγιο] Ορίζοντες [Μ. Βαϊάνου], τομ. 1, 1942, σ. 25-27. Αναδημοσίευση: Λυρικός Βίος, Τόμος τρίτος, Αθήνα 1947, σ. 179-182. Άγγελος Σικελιανός, «Μακρυγιάννης», Λυρικός βίος, Ε΄, Λυρικά (Σειρά δεύτερη), Φιλολογική επιμέλεια Γ.Π. Σαββίδης, Αθήνα, Ίκαρος 1968, σ. 15-18. Περιλαμβάνεται στην ενότητα ποιημάτων «Νέκυια Β΄ [1930-1945]».

Γιάννης Δάλλας, «Μακρυγιάννης», Ελεύθερα Γράμματα, τχ. 39, 22 Μαρτίου 1946, σ. 83.

Γιάννης Ρίτσος, «Η Κυρά των αμπελιών, ΙΙ», Αγρύπνια 1941-1953. Το ποίημα γραμμένο την περίοδο 1945-1947. Ρίτσος, Ποιήματα, Τόμος Β΄. Αναδημοσίευση: Η ποίηση της Ελληνικής Επανάστασης  1821, σ. 298-299: 299.

Τίτος Πατρίκιος, «Μεγάλο γράμμα, XV και ΧΧ» (το ποίημα γραμμένο: «Αη-Στράτης, Ιούλιος-Δεκέμβρης 1952»), Χωματόδρομος 1954. Ποιήματα, Α΄ (1943-1959), Αθήνα, Κίχλη 2017. Αναδημοσίευση: Η ποίηση της Ελληνικής Επανάστασης  1821, σ. 335-336.

Ζήσιμος Λορεντζάτος, «Μικρά σύρτις [δύο αποσπάσματα, στίχοι 103-144 και 753-773]» Μικρά σύρτις, Αθήνα 1955. Μικρά Σύρτις. Ποιήματα, Επιμέλεια Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος, Αθήνα, Ίκαρος 2006,  σ. 119. Αναδημοσίευση: Η ποίηση της Ελληνικής Επανάστασης  1821, σ. 340.

Ντίνος Χριστιανόπουλος, [«Καημένε Μακρυγιάννη να ’ξερες»], Το κορμί και το σαράκι, Θεσσαλονίκη, Εκδόσεις Διαγωνίου 1964. Αναδημοσίευση: Το 1821 στην ελληνική ποίηση, Ανθολόγηση-επίμετρο Ηλίας Γκρης, Αθήνα, Κέδρος 2011, σ. 227.

Θανάσης Ν. Παπαθανασόπουλος (1937), «Ρουμελιώτικα, 23», Ο καιρός και το πρόσωπο Α΄, Αθήνα, Ελληνικό Βιβλίο 1972, σ. 14. Αναδημοσίευση: Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!…, σ. 569.

Νάνος Βαλαωρίτης, «Ανώνυμο ποίημα του Φωτεινού Αϊ-Γιάννη [δύο αποσπάσματα]» (γράφτηκε το 1973. Πρώτη δημοσίευση το 1974). Ποιήματα 2 (1965-1974), Αθήνα Εκδόσεις Ύψιλον 1987. Αναδημοσίευση: Η ποίηση της Ελληνικής Επανάστασης  1821, σ. 320-322: 321 και 322.

Κώστας Βάρναλης,  «“Αιδώς, Αργείοι…”», Οργή λαού (και άλλα μεταθανάτια ποιήματα), Φιλολογική επιμέλεια Γ.Π. Σαββίδης, Αθήνα, Κέδρος 1975. Αναδημοσίευση: Η ποίηση της Ελληνικής Επανάστασης  1821, σ. 253.

Θωμάς Γκόρπας, «Πατριωτικοί στίχοι», Πανόραμα, 1975. Τα ποιήματα [1957-1983], Αθήνα, Κέδρος 1995, 20062, σ. 106. Αναδημοσιεύσεις: Η ποίηση της Ελληνικής Επανάστασης  1821, σ. 389 και Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!…, σ. 555.

Γιώργος Σεφέρης, «Μνήμη του Μακρυγιάννη», Μέρες Γ΄. 14 Απρίλη 1934 – 14 Δεκέμβρη 1940, Αθήνα, Ίκαρος 1977, σ. 127-128. Αναδημοσίευση: Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!…, σ. 471-473.

Αριστοτέλης Νικολαΐδης, «Γράμμα εξορίας, 1967», Αντιδράσεις μιας περιόδου, 1977. Επιλογή Α΄, Αθήνα, Καστανιώτης 1983. Συγκεντρωμένα ποιήματα 1952-1990, Αθήνα, Πλέθρον 1991, σ. 119-120. Αναδημοσιεύσεις: Η ποίηση της Ελληνικής Επανάστασης  1821, σ. 402-403 και Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!…, σ. 522-523: 523.

Θωμάς Γκόρπας, «Ιστορίες», Τα ποιήματα [1957-1983], Αθήνα, Κέδρος 1995, 20062, σ. 115. Αναδημοσιεύσεις: Το 1821 στην ελληνική ποίηση, σ. 67 και Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!…, σ. 555-556.

Λεύκιος Ζαφειρίου, «Ελλάδα 1973», Ποιήματα 1964-2010, Αθήνα, Γαβριηλίδης 2011, σ. 13. Αναδημοσίευση: Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!…, σ. 639.

Χριστόφορος Λιοντάκης, «Φρουτομανής», Εικόνες που επιμένουν. Το τέλος του τοπίου, Μετάθεση, Υπόγειο γκαράζ, Αναθεωρημένη έκδοση, οριστική, Αθήνα, Γαβριηλίδης 2012, σ. 117. Αναδημοσίευση: Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!…, σ. 612.

Μπίλη Βέμη, «Σ’ ένα μπάλο έχω κλείσει τα κόκαλά μου», Η σκουριά του Μεγαλέξανδρου, Θεσσαλονίκη, Εκδόσεις Εγνατία 1978. Αναδημοσίευση: Το 1821 στην ελληνική ποίηση, σ. 54.

Κώστας Λογαράς, «Επίδαυρος», Ανθολογία Α΄, Πάτρα, Εκδόσεις Όστρακα 1979. Αναδημοσίευση: Το 1821 στην ελληνική ποίηση, σ. 118.

Δημήτρης Πιστικός, «Δ΄ Όλα φεύγουν», Ανάγνωση, Πειραιάς 1991, σ. 66.  Αναδημοσίευση: Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!…, σ. 646.

Δημήτρης Παλούκης, «Αναφορά», Απατηλό πλεονέκτημα συνοπτικής παράστασης, Αθήνα 1991, σ. 16. Αναδημοσίευση: Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!…, σ. 713.

Νίκος Φωκάς, «Διάλεξη για την Ελλάδα», Παρτούζα ή Ένα κλείσιμο ματιού. Έμμετρο αφηγηματικό ποίημα, Αθήνα, Εστία 1991, σ. 100-103. Αναδημοσίευση: Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!…, σ. 531-533: 533.

Δημήτρης Δημητριάδης, Κατάλογοι 9. Οι ορισμοί, Αθήνα, Άγρα 1994, σ. 29-30. Αναδημοσίευση: Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!…, σ. 608.

Θανάσης Τζούλης, «Το αληθινό μολύβι του Στρατηγού Μακρυγιάννη», Και γάμον Έβρου του ποταμού, Αθήνα, Εκδόσεις Μανδραγόρας 1996. Αναδημοσίευση: Το 1821 στην ελληνική ποίηση, σ. 209-211.

Γιάννης Η. Παππάς, «Σ’ ένα μπαρ στου Μακρυγιάννη (ανέκδοτο)», Το 1821 στην ελληνική ποίηση, σ. 164.

Γιώργος Μπλάνας, «Στρατηγός», Η απάντησή του, Αθήνα, Νεφέλη 2000, σ. 38-40. Αναδημοσίευση: Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!…, σ. 701-702.

Στέφανος Κατής, «Ναύπλοιον», Κρίματα Μοιχαήλ & Κρήματα Μιχαήλ, Αθήνα, Γαβριηλίδης 2008, σ. 47-49. Αναδημοσίευση: Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!…, σ. 671-672: 672.

Γιάννης Πατίλης, «Τίτλοι τέλους», Αποδρομή του αλκοόλ και άλλα ποιήματα, Αθήνα, Ύψιλον 2012, σ. 20-21. Αναδημοσίευση: Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!…, σ. 632.

Νίκος Λεβέντης, «Η συνοικία των ναυάρχων», Τέσσερα, Αθήνα, Πατάκης 2014, σ. 189-190. Αναδημοσίευση: Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!…, σ. 627-628.

Νίκος Αντωνάτος, «Το οπού», Εικών η λίθος, Αθήνα, Γαβριηλίδης 2014, σ. 45-46. Αναδημοσίευση: Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!…, σ. 558-559: 558.

Σωτήρης Σαράκης, «Ήταν αλλιώς», Στιγμή στο χάος. Ποιήματα 1999-2010, Επιμέλεια Θεοδόσης Πυλαρινός, Αθήνα, Κουκκίδα 2014, σ. 156. Αναδημοσίευση: Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!…, σ. 659.

Στέλλα Αλεξοπούλου, «Σε ύφος κατούλλειο για την Ευρώπη», Κλαράκι μυρτιάς, Αθήνα, Τυπωθήτω 2015, σ. 22. Αναδημοσίευση: Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!…, σ. 637.

Γιάννης Πατίλης, «Το ξεβράκωτο Εικοσιένα», Ημερολόγιο 2020. 1821: Λογοτεχνία και Επανάσταση με κείμενα μελών της Εταιρείας Συγγραφέων, Αθήνα, Πατάκης 2020, χ.σ. Αναδημοσίευση: Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!…, σ. 634.

 

[1] Η μελέτη αυτή παρουσιάστηκε ως ανακοίνωση στο Επιστημονικό Συνέδριο «Η Επανάσταση του 1821 και οι νεοελληνικές τέχνες». Αθήνα, Ίδρυμα Εικαστικών Τεχνών & Μουσικής Β. & Μ. Θεοχαράκη, 14-15 Απριλίου 2022, που διοργανώθηκε από την «Πρωτοβουλία 1821-2021» και το ηλεκτρονικό περιοδικό «Ο αναγνώστης».

[2] Βλ. Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά! Ο Αγώνας του 1821 στην ελληνική και ξένη ποίηση. Ανθολογία, Ανθολόγηση: Θανάσης Γαλανάκης – Μάνος Κουμής, Έρευνα υλικού, γενική φιλολογική επιμέλεια, υπομνηματισμός: Θανάσης Γαλανάκης, Κοσμήματα, επεξηγηματικά υπομνήματα: Ηρώ Νικοπούλου, Αθήνα, Τράπεζα Πειραιώς – Ίδρυμα Τάκης Σινόπουλος 2021, σ. 15.

[3] Βλ. τη σχετική με το ποίημα βασική βιβλιογραφία: Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Μια συνάντηση Σεφέρη Μακρυγιάννη, Αθήνα, Πολύτυπο 1983 και Γ. Χατζηκωστής, «Ο Μακρυγιάννης στο έργο του Σεφέρη και δυο φράσεις των “Απομνημονευμάτων” στη “Σαλαμίνα της Κύπρος”», Πνευματική Κύπρος, τχ. 194, Νοέμβριος 1976, σ. 38-44. Αναδημοσίευση: «Μακρυγιάννης», στο Γ. Χατζηκωστής, Γιώργος Σεφέρης. Προσεγγίσεις στον ποιητή και το έργο του, Λευκωσία 1984, σ. 65-74.

[4] Βλ. Γιώργος Σεφέρης, «Ελληνική γλώσσα», Δοκιμές, πρώτος τόμος (1936-1947), Ίκαρος, 19845, σ. 64-76 και «Ένας Έλληνας – ο Μακρυγιάννης», ό.π., σ. 228-263.

[5] Ό.π., σ. 255.

Προηγούμενο άρθροΒαγγέλης Παπαθανασίου : Η φιλοσοφία μου (μια παλιά συνέντευξη στον Γιάννη Μπασκόζο)
Επόμενο άρθροΑιρετικές θεωρήσεις της επανάστασης σε ποιητικά κείμενα της Μεταπολίτευσης (της Μαρίας Διαμαντοπούλου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ