Η ομορφιά της ζωής και οδηγίες προς ναυτιλλόμενους

0
579

Ειρήνη Σταματοπούλου.

 

Ο αντισυμβατικός αμερικανός συγγραφέας Κερτ Βόννεγκατ που κέρδισε την παγκόσμια αναγνώριση το 1969 με το «Σφαγείο νούμερο 5», μας κέρδισε οριστικά με το «Breakfast of Champions»  και μας ταρακούνησε όλους αρκετά χρόνια αργότερα με τον «Χρονοσεισμό» αναδείχτηκε σε έναν από τους δημοφιλέστερους ομιλητές σε τελετές αποφοίτησης αμερικανικών πανεπιστημίων. Ακόμη όμως και πριν την έκδοση αυτού του πρώτου από τα πολλά μπεστ σέλερ του, είχε γίνει μια εμβληματική φιγούρα για την επαναστατημένη νεολαία του εξήντα, που διψούσε για νέους τρόπους θεώρησης του κόσμου και για αλλαγή του κοινωνικο-πολιτικού κατεστημένου. Οι λόγοι που περιέχονται σε έναν μικρό τόμο που κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις «Πατάκη» τον Μάιο του 2015 (πρωτότυπη έκδοση έναν χρόνο νωρίτερα) και φέρει τον τίτλο «Αν αυτό δεν είναι ωραίο, τότε τι είναι; Συμβουλές στους νέους» προέρχονται από πανεπιστημιακές τελετές αποφοίτησης, εκτός από έναν, που είχε εκφωνηθεί στην Ένωση Πολιτικών Ελευθεριών της Ιντιάνα, και έναν που ο Βόννεγκατ εκφώνησε όταν παρέλαβε το λογοτεχνικό βραβείο «Καρλ Σάντμπεργκ». Ο ίδιος, ως ήρωας της αντικουλτούρας του ’60, δεν πήρε ποτέ πτυχίο. Εγκατέλειψε το Πανεπιστήμιο Κορνέλ για να καταταγεί στον στρατό στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, και ο στρατός τον έστειλε να σπουδάσει βακτηριολόγος στο Πανεπιστήμιο Μπάτλερ και μηχανολόγος μηχανικός στο Τεχνολογικό Ινστιτούτο Κάρνεγκι και στο Πανεπιστήμιο του Τενεσί. Ενώ υπηρετούσε ως ανιχνευτής της εμπροσθοφυλακής του 106ου Συντάγματος Πεζικού στη μάχη των Αρδεννών, αιχμαλωτίστηκε από τους Γερμανούς και στάλθηκε σε ένα στρατόπεδο αιχμαλώτων πολέμου στη Δρέσδη, όπου επιβίωσε από τον βομβαρδισμό της πόλης γιατί βρισκόταν σε ένα υπόγειο ψυγείο κρεάτων που λεγόταν «Σφαγείο νούμερο πέντε». Όταν επέστρεψε από τον πόλεμο, σπούδασε ανθρωπολογία στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο και εργάστηκε ως ρεπόρτερ στο Ειδησεογραφικό Πρακτορείο του Σικάγο. Αν και ολοκλήρωσε τον κύκλο μαθημάτων για το πτυχίο του, οι ιδέες του για την πτυχιακή του εργασία απορρίφθηκαν, οπότε αναγκάστηκε να διακόψει τις σπουδές του και να πιάσει δουλειά στο τμήμα δημοσίων σχέσεων της General Electric. Το πανεπιστήμιο του απένειμε έναν τιμητικό τίτλο μετά από χρόνια, αφού είχε ήδη γίνει διάσημος, στην ηλικία περίπου των 47 ετών. Πριν από αυτό, αγωνιζόταν να συντηρήσει μια πολυμελή οικογένεια, ενώ σταδιακά τα δημοφιλή εβδομαδιαία περιοδικά στα οποία εργαζόταν του επέτρεψαν να αφήσει τη θέση του στην εταιρεία, μέχρι την εποχή που η αναπόφευκτη κάμψη τους, με την ελευθερία της τηλεόρασης, τον ανάγκασαν και πάλι να αρχίσει τον σκληρό αγώνα του βιοπορισμού. Αργότερα, μετακόμισε στη Βοστώνη για να γίνει κειμενογράφος σε διαφημιστική εταιρεία, ύστερα δίδαξε σε ένα σχολείο για παιδιά με προβληματική συμπεριφορά, εξακολουθώντας πάντα να γράφει, μέχρι τον θάνατό του, το 2007, σε ηλικία 84 ετών.

Στις ομιλίες του αυτές, επισημαίνοντας ότι ο ίδιος έχει επτά παιδιά (φρόντιζε και τα παιδιά της αδερφής του), «υπερβολικά πολλά για έναν αθεϊστή», όπως παρατηρεί, φροντίζει να υπενθυμίζει στους νέους ότι δεν ανήκουν σε τόσο διαφορετικές γενιές και τονίζει την άποψή του πως θα ήταν καλύτερα οι ανώτατες σχολές να κατανέμουν τα αληθινά σημαντικά πράγματα και στα τέσσερα χρόνια της φοίτησης, αντί να τα φυλάνε όλα για την τελευταία στιγμή. Αντιμετωπίζοντας με δυσπιστία όλους τους θεσμούς εν γένει, στηλιτεύει την πολιτική με ένα ανέκδοτο («αληθινός τρόμος είναι να ξυπνήσεις μια ωραία πρωία και να ανακαλύψεις ότι οι συμμαθητές σου από το λύκειο διοικούν τη χώρα»), και καταφέρεται ιδιαίτερα εναντίον του Τόμας Τζέφερσον και της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων, υπογεγραμμένης από έναν άνθρωπο που ως ίσους εννοούσε μόνο τους λευκούς άρρενες, όχι τις γυναίκες και ασφαλώς όχι τους δούλους, χρησιμοποιώντας την ιεραρχία των νόμων του Θωμά του Ακινάτη (νόμοι του Θεού, φυσικοί νόμοι, νόμοι του ανθρώπου) προκειμένου να υποστηρίξει τα επιχειρήματά του. Προτείνει την επαναφορά των τελετών ενηλικίωσης, σε μια κοινωνία που θεωρεί τον πόλεμο ως ενηλικίωση, και χαριτολογώντας φέρνει τον παράδειγμα τού πατέρα του ο οποίος ήταν κολλημένος με τα όπλα, όπως κι ο Χέμινγουεη, όπως σημειώνει ο ίδιος, κυρίως για να αποδείξει πως αν και αρχιτέκτονας και ζωγράφος δεν ήταν θηλυπρεπής.

Έχοντας διατελέσει πρόεδρος της Αμερικανικής Ουμανιστικής Ένωσης, ο Βόννεγκατ δηλώνει την ακλόνητη πίστη του στο να συμβάλλει κανείς στην ευημερία της κοινότητάς του, και προτείνει ανεπιφύλακτα στους ακροατές του να γίνουν μέλη σε κάθε είδους οργανώσεις, θεωρώντας τες ως ένα είδος διευρυμένης οικογένειας, και ως βασικό όπλο για την καταπολέμηση της μοναξιάς: «Ας δίνουμε στους πάντες ένα τοτέμ με το που γεννιούνται»,  λέει χαρακτηριστικά. «Τι απόδειξη έχω ότι ακόμη και άνθρωποι με υψηλό μορφωτικό επίπεδο έχουν ανάγκη από παράλογα, αυθαίρετα σύμβολα που να τους συνδέουν με τους άλλους ανθρώπους, με τη γη και με το σύμπαν; Είμαι Σκορπιός. Σηκώνετε σας παρακαλώ τα χέρια σας όσοι είστε επίσης Σκορπιοί; Για δες εδώ! Ο Ντοστογιέφσκι ήταν δικός μας!»

Εκφράζει ταυτόχρονα την άποψη ότι ο Ιησούς είπε υπέροχα πράγματα, χωρίς να έχει σημασία αν ήταν Θεός ή όχι, και δεν παραλείπει να τονίσει ότι «Η Επί του Όρους Ομιλία» είναι από τα σπουδαιότερα κείμενα όλων των εποχών, βρίσκοντας την ευκαιρία να υποστηρίξει ότι ο σοσιαλισμός δεν είναι πιο κακή λέξη από τον χριστιανισμό, προβάλλοντας την παραδοχή ότι ο Στάλιν και η μυστική αστυνομία του δεν ανήκαν στις προδιαγραφές τού σοσιαλισμού περισσότερο από ό,τι η Ιερά Εξέταση στις προδιαγραφές τού χριστιανισμού.

Με το χιούμορ που τον διακρίνει, τόσο στον προφορικό λόγο όσο και στα λογοτεχνικά του κείμενα, προτείνει στους νέους να ασκούν μια τέχνη, έστω κι αν αυτό συνοψίζεται στον να τραγουδούν στο μπάνιο, και δηλώνει την έντονη έλξη του προς τη μουσική. Πάντα με επιχειρήματα, υποστηρίζει την κλίση του παραπέμποντας σε έναν σπουδαίο ιστορικό της τζαζ που παρατήρησε ότι κατά τη διάρκεια της δουλείας στη χώρα, το ποσοστό αυτοκτονιών ανάμεσα στους ιδιοκτήτες δούλων  ήταν πολύ υψηλότερο από το ποσοστό ανάμεσα στους δούλους, γεγονός το οποίο αποδίδει στο ότι οι δεύτεροι είχαν έναν αποτελεσματικό τρόπο να καταπολεμούν την κατάθλιψη παίζοντας μπλουζ. «Τα μπλουζ ίσως δεν μπορούν να διώξουν εντελώς την κατάθλιψη», σημειώνει ο Βόννεγκατ, «μπορούν όμως να τη στριμώξουν στις γωνίες οποιουδήποτε δωματίου στο οποίο παίζονται».

Τέλος, αποτρέπει τους νέους από τη χρήση οποιωνδήποτε ναρκωτικών ουσιών, και  (παραπέμποντας στην νιτσεϊκή έννοια του λαβύρινθου του γίγνεσθαι και του δαίδαλου της κατάφαση) δεν παραλείπει να τους τονίσει τη μόνη συμβουλή που του έδωσε ποτέ ο πατέρας του, η οποία ήταν να μην βάζει ποτέ τίποτα μέσα στο αυτί του.

Μέσα από ένα ανάγνωσμα που διακρίνεται όχι μόνο για τον «διδακτικό» του χαρακτήρα αλλά και για την απολαυστική του, ειρωνική και αυτοσαρκαστική γραφή, ο Βόννεγκατ αναδεικνύεται εν τέλει σε έναν «αισιόδοξο υπαρξιστή», ο οποίος, αφού επισημαίνει πως όλη η μεγάλη λογοτεχνία – από τον «Μόμπι Ντικ» μέχρι το «Έγκλημα και τιμωρία» – έχει θέμα το πόσο δυσάρεστη εμπειρία συνιστά το είναι κανείς ανθρώπινο ον, καταλήγει: «Πρέπει όμως να πω το εξής υπέρ της ανθρωπότητας: Ασχέτως ιστορικής περιόδου, συμπεριλαμβανομένου του Κήπου της Εδέμ, οι πάντες απλώς βρέθηκαν εδώ». Και αυτούς τους «πάντες» ολόθερμα τους προτρέπει: «Κάθε φορά που τα πράγματα θα είναι όμορφα και γαλήνια, να κάνετε μια παύση, σας παρακαλώ, και να λέτε φωναχτά αυτό που με δίδαξε ο θείος μου Άλεξ όταν μπορεί να πίναμε λεμονάδα στη σκιά μιας μηλιάς το καλοκαίρι: “Αν αυτό δεν είναι ωραίο, τότε τι είναι;”».

Κερτ Βόννεγκατ, Αν αυτό δεν είναι ωραίο, τότε τι είναι;, μτφρ: Πέτρος Γεωργίου, Πατάκης.

Προηγούμενο άρθροΜικρά κριτικά #2
Επόμενο άρθροΜετάφραση: Η εναντίωση στη Βαβέλ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ