Η οδυνηρή ζωή μιας μεγάλης ποιήτριας (της Ιωάννας Αβραμίδου)

0
668

 

Άλντα Μερίνι

Γεννήθηκα την εικοστή πρώτη της άνοιξης

Γεννήθηκα την εικοστή πρώτη της άνοιξης/αλλά δεν ήξερα ότι το να γεννηθώ τρελή/και να οργώνω τη γη/θα προκαλούσε καταιγίδα./Έτσι ανάλαφρη η Περσεφόνη/βλέπει στους αγρούς τη βροχή,/στα μεγάλα τρυφερά στάχυα/και το βράδυ πάντα θρηνεί./Ίσως να είναι αυτή η δική της προσευχή.

Αυτό είναι το πορτρέτο της  Άλντα Μερίνι, σκιαγραφημένο δίχως κανένα ναρκισσισμό από την ίδια την ποιήτρια  της  οποίας το όνομα συνδέεται στην Ιταλία  με μια σημαντικότατη ποιητική  παραγωγή που απαριθμεί πλέον δεκάδες συλλογές δημοσιευμένες σε τόμους,  εκδόσεις τσέπης, μελοποιημένα ποιήματα ή βίντεο. Μια τέτοια παραγωγή που επιβάλλεται  σχεδόν στο ευρύ κοινό, δείχνει πόσο το ποιητικό λέγειν μπορεί, σε μια εποχή όλο και πιο συνηθισμένη σε μια επίπλαστη επικοινωνία απαλλαγμένη  πολλές φορές από εκφραστική δύναμη, να λειτουργεί πέρα από  τη λογοτεχνική κριτική. Ωστόσο, το έργο της  παραμένει σχετικά άγνωστο στην χώρα μας. Μέχρι στιγμής, εκτός από κάποιες μεταφράσεις σε περιοδικά ή ανθολογίες ιταλικής ποίησης,  δεν έχει δημοσιευθεί καμία ολοκληρωμένη μετάφραση τoυ ποιητικού και πεζογραφικού της  έργου. Το βιβλίο που μας προσφέρει ως πολύτιμο «δώρο» (με την έννοια του Χαίλντερλιν)  η Έλσα Κορνέτη, περιλαμβάνει ποιήματα από τις πλέον σημαντικές της συλλογές και διαψεύδει τον περίφημο κοινότοπο πλέον αφορισμό που λέει ότι «ποίηση είναι ό,τι χάνεται στην μετάφραση». Στο πρόσωπο της καταξιωμένης και πολυβραβευμένης ποιήτριας  Έλσας Κορνέτη, η Μερίνι βρήκε την ιδανική της μεταφράστρια στην γλώσσα μας, μια συνομιλήτρια η οποία διαθέτει ένα υπόβαθρο ποιητικής καλλιέργειας και ευαισθησία αντίστοιχη με εκείνη της Ιταλίδας ποιήτριας που την βοήθησε να μεταγγίσει επιτυχώς στη γλώσσα μας τα ανθολογημένα ποιήματα της Ιταλίδας ομοτέχνου της.

Πρέπει να σημειωθεί ότι η επιτυχία της ποίησης της Μερίνι στην Ιταλία και η διάδοσή της στο ευρύ κοινό είναι αρκετά πρόσφατες. Όταν ξεκίνησε να γράφει,  η πολύ νεαρή Μερίνι προσέλκυσε μόνο το ενδιαφέρον των κριτικών που ήταν  πιο ευαίσθητοι στις αναδυόμενες φωνές. Οι δύο κριτικοί που ανακάλυψαν τη γραφή της  είναι ο  ποιητής και κριτικός Τζιακίντο Σπανιολέττι και ο συγγραφέας και πολιτικός Angelo Romanò, οι οποίοι εκθείασαν και πρόβαλαν αμέσως την πρώτη της ποιητική συλλογή με τίτλο La presenza di Orfeo (Η Παρουσία του Ορφέα, 1953). Από τον πολύ κατατοπιστικό πρόλογο της μεταφράστριας Έλσας Κορνέτη, διαβάζουμε ότι ο Σπανιολέττι, είχε συμπεριλάβει ήδη το 1951 στην «Ανθολογία σύγχρονης ιταλικής ποίησης» ((Antologia della poesia italiana 1909-1949, Parma, Guanda, 1950) δύο από τα πολύ πρώιμα ποιήματά της, τον Καμπούρη και το Φως που συμπεριλαμβάνονται και τα δυο στην παρούσα έκδοση. Παραθέτω το πρώτο:

O καμπούρης/Από τη συνηθισμένη πρωινή όχθη/κερδίζω σπιθαμή με σπιθαμή τη μέρα:/τη μέρα των τόσο γκρίζων/από την απουσία έκφρασης νερών./Τη μέρα εγώ με κόπο την κερδίζω/ανάμεσα στις δύο όχθες που δεν μεταβάλλονται,/άλυτη κι εγώ η ίδια για τη ζωή/ και κανείς δεν με βοηθάει./Μα κάποιες φορές/με πλησιάζει ένας καμπούρης χασομέρης,/ένα σύμβολο-προαίσθημα χαράς/που φέρνει το δώρο μιας προφητείας παράξενης./Κι επειδή βαδίζει προς συνάντηση της επαγγελίας/με κουβαλά στις πλάτες του.

Η Άλντα Μερίνι επέδειξε, από την αρχή ακόμα,  έναν ανήσυχο και  εκκεντρικό χαρακτήρα, ταυτόχρονα αντικομφορμιστικό και αντιφατικό καθώς και ένα στιλιστικό ύφος παραδοσιακό και συνάμα «πρωτοποριακό», αποδεικνύοντας μ’ αυτόν τον τρόπο ότι μπορεί να γράφει κανείς σύγχρονα ποιήματα με παραδοσιακά μετρικά σχήματα. Αν και δεν είχε ακολουθήσει ποτέ λογοτεχνικές σπουδές, οι στίχοι της αποκαλύπτουν τη φυσική της τάση προς  μια παραδοσιακή γραφή, ο ρυθμός της οποίας οφείλεται εν πολλοίς  στις πολύ πρώιμες μουσικές της σπουδές στο πιάνο. Από πολύ μικρή,  η «ragazzetta milanese» όπως την αποκαλούσε ο Πιερ-Πάολο Παζολίνι είχε ενταχθεί   ήδη στους πνευματικούς κύκλους του Μιλάνου και σύχναζε σ΄ έναν κύκλο αναγνωρισμένων συγγραφέων και ποιητών όπως ο Giorgio Manganelli, ο Salvatore Quasimodo, ο Luciano Erba και η Maria Corti και είχαν ήδη αρχίσει να ενδιαφέρονται για το έργο της ορισμένοι κριτικοί όπως ο Oreste Macrì και ο Giovanni Raboni. Μάλιστα, ο Παζολίνι της αφιερώνει στο βιβλίο του Saggi sulla letteratura e sull’arte, Milano, Mondadori, « I Meridiani », p. 572-581, εννέα ολόκληρες σελίδες όπου σημειώνει: «Σίγουρα δεν μπορούμε να μιλήσουμε για πηγές όσον αφορά το κοριτσάκι Μερίνι:  Δηλώνουμε αφοπλισμένοι και ανίκανοι να εξηγήσουμε αυτή την πρώιμη ωριμότητα, αυτή την τερατώδη διαίσθηση μιας τέλεια λογοτεχνικής επιρροής […]

Συνεχίζει για μια δεκαετία να δημοσιεύει τακτικά ποιητικές συλλογές προσεγγίζοντας με πολύ πρωτότυπο τρόπο  ερωτικά και μυστικιστικά θέματα και καταλήγει σε μια γραφή που ουσιαστικά βασίζεται σε ένα είδος δραματικού λυρισμού. Οι στίχοι της   που έχουν ως κεντρικό τους άξονα τα θέματα της αγάπης, του έρωτα, του πόνου και του ιερού προσπαθούν να δώσουν απαντήσεις σε ένα σύνολο ανθρωπίνων ερωτημάτων μέσα από μια γλώσσα που γειτνιάζει με τον προφορικό λόγο. Η συναισθηματική και διαισθητική της γλώσσα,  εκφράζοντας τη δυσκολία του ανθρώπου να απελευθερωθεί από το εγγενές του άγχος, δημιουργεί ένα δίκτυο εικονογραφικών συμβόλων που η Μερίνι αντλεί από την κλασσική μυθολογία και επίσης από τη βιβλική παράδοση, ιδίως από την Παλαιά Διαθήκη.

Το λογοτεχνικό ταξίδι της Αλντα Μερίνι σταματά το 1962, μετά από μια εμπειρία που αλλάζει, όχι μόνο την ιδιωτική της ζωή, αλλά και τις ποιητικές της αναζητήσεις. Τέθηκε αρχικά υπό επιτήρηση σε ψυχιατρικό νοσοκομείο, πριν εγκλειστεί σε άσυλο στο χωριό Affori στα περίχωρα της πατρίδας της, του  Μιλάνου. Η ποιητική και λογοτεχνική σιωπή της θα σπάσει μόνο το 1979, όταν θα ανακτήσει την ελευθερία της.  Τα ποιήματα που γράφτηκαν την περίοδο 1978-1983, θα συγκεντρωθούν στην ποιητική της συλλογή με τον τίτλο Η Αγία Γη η οποία θα κυκλοφορήσει το 1984. Η εσωτερική της εμπειρία δημιουργεί μια νέα ποιητική και, χάρη στη συγγραφή, μπορεί τελικά να «μοιραστεί» με τους αναγνώστες της το βίωμα του εγκλεισμού και της οδύνης που διήρκεσε  περίπου δεκαπέντε χρόνια. Κατά τη διάρκεια αυτών των ετών, η Μερίνι ζούσε σε ένα “ου-τόπο” όπου τα άτομα που θεωρούνταν ψυχικά ασθενή , όπως και οι τρελοί, διαβιούσαν εκτός της κοινωνίας. Κατά παράδοξο τρόπο όμως, η Μερίνι μας διαβεβαιώνει πως «η τρέλα είναι ένα από τα πλέον ιερά πράγματα που υπάρχουν στη γη» , ένα παράδοξο που φωτίζεται από την  εξήγηση που μας δίνει η ίδια: «Είναι μια διαδρομή εξαγνιστικής οδύνης ως πεμπτουσίας της λογικής»

Οι συχνές αναφορές στις χριστιανικές και παγανιστικές κουλτούρες, οι οποίες δημιουργούν μια ποίηση που υπερκαλύπτει τη θρησκευτική και μυστικιστική σφαίρα με την  αντίστοιχη  σωματική και υλική, καταφέρνουν να αναπαραστήσουν- όπως στην ελληνική τραγωδία – τις αντιφάσεις του επίγειου και θεϊκού χαρακτήρα του ανθρώπου καθώς και την έννοια της οδύνης του. Ο έρωτας είναι φλεγόμενη  δύναμη, η νίκη της ίδιας της ζωής έναντι του θανάτου, και η ποιήτρια τον διαλαλεί με φωνή σφορτζάντο, κρεσέντο, είναι φωτιά που την κρατά συνδεδεμένη με τη γη:

Αγαπούσα τρυφερά τους πιο γλυκούς εραστές/χωρίς ποτέ αυτοί να γνωρίζουν τίποτα./Και πάνω στον δολερό ιστό της αράχνης/έγινα λεία του ίδιου μου του υλικού./Η ψυχή μου μέσα μου/ήταν μια παλιοβρόμα, μια του δρόμου/μια αγία, μια αιμοβόρα και μια υποκρίτρια./Πολλοί έδιναν στον τρόπο της ζωής μου ένα όνομα/μα εγώ υπήρξα μονάχα μια υστερική.

Για την Μερίνι δεν είναι σημαντικό να αναπαραστήσει έναν «τόπο», αλλά να ζει σε ένα «χώρο» απροσδιόριστο ως προς τον χρόνο και την ταυτότητα, ο οποίος μπορεί να γίνει αντιληπτός μόνο μέσω του βιώματος και της φαντασίας.  Η ποιητική φωνή της, η γλώσσα της,  εκφράζεται μέσα από τη δύναμη του παραληρήματος, της καντιλένα, της εικόνας που αποκαλύπτεται θραυσματικά σε έναν χώρο που κείται μεταξύ σκιάς και  φωτός,  σαν μια Θεοφάνεια:

Χώρος

Χώρο, χώρο θέλω, πολύ χώρο/για να κινούμαι γλυκύτατη και πληγωμένη:/θέλω χώρο να τραγουδήσω να μεγαλώσω/να περιπλανηθώ και να πηδήξω το χαντάκι/της θείας σοφίας./Χώρο, δώστε μου χώρο/κι εγώ θα εξακοντίσω μιαν απάνθρωπη κραυγή,/εκείνη την σιωπηλή κραυγή μέσα στα χρόνια/που έχω αγγίξει με το χέρι.

 

Μέσω της εμπειρίας της οδύνης, η Μερίνι δεν σταματά ποτέ να θέλει να κατανοήσει τους λόγους αυτού του απάνθρωπου και απανθρωπιστικού σύμπαντος. Το βλέμμα της, πάντα προσεκτικό, προσπαθεί να διεισδύσει στα πρόσωπα που κατοικούν στο άσυλο,  μια κόλαση που την αναγκάζει να υιοθετήσει ένα άλλο βλέμμα έτσι ώστε η ζωή και τα βαθύτερα συναισθήματα να έχουν ακόμη κάποιο νόημα. Έτσι, συνεχίζει να ζει την κατάσταση της συζύγου, της μητέρας, της γυναίκας, προσπαθώντας μέσω του αμυντικού της όπλου, της γλώσσας,  να μην χάσει ποτέ την επαφή με μια πραγματικότητα που, ενώ για τους άλλους ασθενείς φαίνεται να σταματά στα κάγκελα των παραθύρων των δωματίου τους, στα πόδια  του κρεβατιού τους, στις πόρτες του ασύλου «Paolo Pini», για την ποιήτρια συνεχίζει να υφίσταται ως προέκταση της πένας της.  Το άσυλο γίνεται στα μάτια της Μερίνι  ένας “ου τόπος” όπου σώματα και υποκείμενα, προσπαθούν να ρίξουν μια “διαφορετική ματιά” πάνω στην εκτός ασύλου κοινότητα η οποία συνήθως τα απορρίπτει με κριτήριο την  δική της, μη καθορισμένη έννοια της κανονικότητας σε σχέση με την «τρέλα».

Αν για την Άλντα η ποίηση είναι αγάπη, χαρά και πόνος, για τον αναγνώστη είναι πάνω από όλα ευχαρίστηση. Η ευχαρίστηση να διαβάζει στίχους που του μιλούν και τον συγκινούν, κείμενα διαφανή για το μυαλό και την ψυχή. Η ποίηση της Μερίνι – τα παραδείγματα που είναι διάσπαρτα στις  σελίδες του βιβλίου το αποδεικνύουν – δεν είναι ερμητική με την κυριολεκτική σημασία  του όρου, αλλά γίνονται εύκολα κατανοητά διότι απευθύνεται σε όλους εκείνους που αγαπούν, έχουν αγαπήσει, έχουν αγαπηθεί·  είναι  βάλσαμο για όσους υποφέρουν,  είναι συναίσθημα, είναι επικοινωνία. Στις όμορφες εικόνες, στους λεκτικούς συνδυασμούς, στο  λάϊτμοτιβ ορισμένων απλών και φωτεινών λέξεων, στις συντομεύσεις και τις σημασιολογικές μετατοπίσεις, κυριαρχεί πάντα η θέρμη ενός ατόμου που διψά για αγάπη, ο  θρήνος μιας ασθενούς  αποκομμένης από τα εγκόσμια, η αγωνία  «μιας  γυναίκας που γερνά», η χαρά της προσφοράς, της δημιουργίας… τόσα πολλά μοτίβα τακτοποιημένα στο διαυγές και όμορφο τραγούδι της Μερίνι γοητεύουν, όπως ο Ορφέας, τους αναγνώστες όλων των ηλικιών και πληρούν τις δεκτικές ψυχές με τη γλυκιά τρέλα της ερωτικής της  ποίησης

Σε πολλά σημεία του βιβλίου, διαπιστώνουμε μια επιμονή της ποιήτριας στην γλώσσα των αισθήσεων: είναι η μόνη γλώσσα που μπορεί να εκφράσει πιστά την σκληρότητα των καθημερινών χειρονομιών οι οποίες  ταπεινώνουν, φθείρουν και υποβαθμίζουν, όχι μόνο το μυαλό, εκείνο το «εσωτερικό τοπίο» κάθε ασθενούς, αλλά και το σώμα του, την επιθυμία του να αγαπά και να αγαπιέται.

Επαναστατημένη, αντιφατική, πληθωρική, ταλαντευόμενη ανάμεσα  σε μια μοναστική ζωή και  φλογερούς  έρωτες για τους οποίους έχει χυθεί πολλή μελάνη,  σκληρή με όλους αλλά πάνω απ’ όλα με τον εαυτό της, βίαιη, παθιασμένη,  η  ακούραστη μιλανέζα ποιήτρια Άλντα Μερίνι εξεγείρεται ενάντια στην δυστυχία,  ενάντια στην τρέλα, τη δική της και των άλλων, ενάντια στις συμβάσεις  μιας υποκριτικής κοινωνίας που, κάτω από την επιφάνεια μιας φυσιολογικής ζωής,  κρατά τα άτομα εγκλωβισμένα  σε μια ζωή με «καταπιεσμένες και ανικανοποίητες επιθυμίες»: Για όλους αυτούς κάνει έκκληση  στον Ιησού να τους ανοίξει τις πύλες του Παραδείσου αφού ο Θεός δεν είναι παρά «σιωπή και ενός άσματος νεφέλη». Στην θεϊκή και ανθρώπινη μορφή του Ιησού,  η Μερίνι αναγνωρίζει τον εαυτό της, είναι αυτή η ίδια που  κουβαλά τον δικό της Σταυρό και ανεβαίνει τον δικό της Γολγοθά, που δέχεται τις σουβλιές του πόνου στα πλευρά της   από αγάπη για όλους εκείνους που δεν  έχουν φωνή. Τραγουδώντας το άσμα της, γίνεται η ίδια η φωνή τους :

Ιησούς

Ιησού,/για εκείνους που έχουν χάσει τον νου τους/και τα λογικά τους,/για τους καταπιεσμένους/από την/σκληρή σιωπή των μαρτύρων,/για κείνους που δεν μπορούν να φωνάξουν/γιατί κανείς δεν τους ακούει

για κείνους που δεν βρίσκουν άλλη λύση/στην κραυγή από τη λέξη,/για όσους ικετεύουν τον κόσμο/να μην/τους λεηλατεί άλλο πια,/για εκείνους που περιμένουν ένα σημάδι αγάπης/που δεν έρχεται,/για όσους/κάνουν το λάθος/να νεκρώνουν τη σάρκα/ώστε να μην νιώθουν πια την ψυχή./Με λίγα λόγια,

για εκείνους που πεθαίνουν στο όνομά σου,/άνοιξε τις πύλες του Παραδείσου/και κάνε τους να δουν

ότι το χέρι σου/ήταν δροσερό και βελούδινο,/όπως κάθε λουλούδι,/και ότι ίσως οι αναιδέστατοι

δεν κατάλαβαν ότι η σιωπή ήταν ο Θεός/και ένιωθαν καταπιεσμένοι/από αυτή τη σιωπή/που ήταν απλώς ενός άσματος η νεφέλη.

Όπως εύστοχα παρατηρεί στον πρόλογό της η Έλσα Κορνέτη,  η Μερίνι με την ποίησή της «διαιώνισε το στιγμιαίο και εφήμερο και το επισύναψε στην ποίηση σαν κάτι το ουσιώδες και ιδεατό» . «Πρέπει να απελευθερωθώ από τον χρόνο/για να ζήσω το παρόν μια που/ δεν υπάρχει άλλος χρόνος/απ’ αυτόν τον θεσπέσιο, τον στιγμιαίο» εξομολογείται στο ποίημα της «Το παρελθόν». Έγραψε μες στην σιωπή του ασύλου, στα σκοτεινά αλλά η ποίησή της προκάλεσε εκκωφαντικό θόρυβο, « πολύ πιο θορυβώδη/ κι από τον χρυσό θόλο των αστεριών», όχι μόνο στη χώρα της την Ιταλία αλλά παντού όπου υπάρχουν αναγνώστες ικανοί να νιώσουν και να συναισθανθούν την οδύνη της.

***

Η Άλντα Μερίνι γεννήθηκε  στο Μιλάνο το 1931 όπου και πέθανε την 1η Νοεμβρίου 2009. Γράφει τα πρώτα της ποιήματα στα δεκαπέντε της χρόνια κι ένα χρόνο μετά, το 1947,  παρουσιάζει τα πρώτα συμπτώματα ψυχικής διαταραχής, «την σκιά του μυαλού της» όπως την ονομάζει η ίδια και εισάγεται σε ψυχιατρική κλινική του Μιλάνου για ένα μήνα. Ακολουθεί κατόπιν ψυχοθεραπεία έως το 1962, χρονιά κατά την οποία θα εγκλειστεί σε άσυλο όπου θα παραμείνει δεκαπέντε σχεδόν χρόνια με μόνη παρηγοριά και καταφύγιο  τις λέξεις και την διαυγή της ποίηση.

 

Άλντα Μερίνι, Θεϊκή μανία, Μετάφραση- πρόλογος: Έλσα Κορνέτη, Εκδόσεις ΡΩΜΗ, 2020

Αναζητήστε το εδώ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here