Η νήσος της έριδος: Μοιραία συναπαντήματα στην Κύπρο (του Αιμίλιου Σολωμού)

0
128

 

του Αιμίλιου Σολωμού (*)

 

Στην εποχή που σημάδεψε τη σύγχρονη ιστορία του τόπου, της Κύπρου, στην περίοδο από την Ανεξαρτησία μέχρι το 1974, επιστρέφει με το νέο του μυθιστόρημα Καλύτερα να μην συναντιόμασταν ο πεζογράφος Χρίστος Χατζήπαπας. Αυτό που τον ενδιαφέρει, πέρα από τη μεγάλη εικόνα, είναι η θέση των μεμονωμένων ατόμων μέσα στις συμπληγάδες και η επίδραση των γεγονότων στη ζωή τους. Γιατί το μεμονωμένο κλείνει μέσα του τις αλήθειες που ανάγονται στο γενικό και οικουμενικό και έχει τέτοια δύναμη που ταυτίζει τον αναγνώστη με τον δοκιμαζόμενο ήρωα.

Το μυθιστόρημα είναι μια κραυγή αγωνίας για τον τόπο. Ο αναγνώστης αφουγκράζεται πίσω από κάθε λέξη, σε κάθε σελίδα, την αγωνία και την ασθματική ανάσα του συγγραφέα τη στιγμή που η πένα του χαράσσει το χαρτί. Αλλά δεν είναι μια εξ αποστάσεως, αποστασιοποιημένη ανάγνωση. Ο Χρίστος Χατζήπαπας εμπλέκει συναισθηματικά και δημιουργικά τον αναγνώστη στο μυθιστόρημα, καθώς γράφει με αγωνία, οργή και απελπισία, θλίψη και απογοήτευση.

Αξιοποίησε πολλές πηγές, όπως τα πρόσφατα βιβλία του Τάκη Χατζηδημητρίου, ο οποίος εμφανίζεται μάλιστα στο μυθιστόρημα, γνωστά και άγνωστα γεγονότα και ιστορίες ανθρώπων που έδρασαν, έζησαν ή σκοτώθηκαν στη διάρκεια της ταραγμένης αυτής εποχής, προσωπικά δράματα που κορυφώθηκαν στο πραξικόπημα, την τούρκικη εισβολή, στη μεγάλη τραγωδία της Κύπρου. Ουσιαστικά επικεντρώνεται στα χρόνια 1971-1974, με προεκτάσεις προς τα πίσω, στον Αγώνα της ΕΟΚΑ 1955-59, και μπροστά, μέχρι τις αρχές του 21ου αιώνα.

Το μυθιστόρημα, που το εξώφυλλό του κοσμεί το έργο της Σοφίας Χατζήπαπα Το κομβόι του έρωτα και του θανάτου, διαδραματίζεται κυρίως στην Κερύνεια (στα στενά δρομάκια, τις εμβληματικές τοποθεσίες και την ακτογραμμή της), όπου ο Στάθης, ο φιλόλογος-πρωταγωνιστής, μετατέθηκε για να διδάξει στο γυμνάσιο της πόλης. Εκεί θα ζήσει έναν παθιασμένο έρωτα με την Αδριανή, σύζυγο του Φίλιππου. Η νεανική τους παρέα συμπληρώνεται με τον Αλέξη και την Ελπίδα. Θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει, σ’ ένα συμβολικό επίπεδο, ότι η Αδριανή είναι η ίδια η Κύπρος που βρίσκεται ανάμεσα σε δύο διεκδικητές. «Τη καλλίστη», έγραψε στο μήλο, στον γνωστό μύθο, η Έριδα, σπέρνοντας τη διχόνοια. Αν και ο Φίλιππος, λιγότερο διεκδικητικός, μάλλον αποσύρεται, εντούτοις, η πολιτική διχόνοια γύρω τους αποκτά δραματικές διαστάσεις. Στην πολιτική πραγματικότητα της εποχής η Ελλάδα και η Τουρκία διεκδικούν το νησί. Μετά το 1974, η Αδριανή, με τον σύζυγό της αγνοούμενο, συντετριμμένη και σχεδόν ανίκανη να διαχειριστεί τη ζωή της, είναι ένα ναυάγιο του πρότερου εαυτού της. Στις συζητήσεις της νεανικής παρέας, πριν τα καταιγιστικά γεγονότα, διαφαίνεται η αγωνία για το πού βαδίζει ο τόπος μέσα στον παραλογισμό των ημερών. Σε ένα άλλο επίπεδο, η έριδα (και για τη διεκδίκηση της εξουσίας) εκδηλώνεται ανάμεσα στον Γρίβα και την εγκληματική ΕΟΚΑ Β’, από τη μια, και τον Μακάριο, από την άλλη, με τις εμμονές και τα λάθη του, το Σχέδιο Ακρίτας και τις παρακρατικές ομάδες. Και επιπλέον, η κατάσταση επιδεινώνεται από τις συγκρούσεις και τις εκατέρωθεν δολοφονίες ανάμεσα στις δύο κοινότητες. Το βιβλίο αναφέρεται ονομαστικά στα δημόσια πρόσωπα που πρωταγωνίστηκαν – και σε άλλα που δεν κατονομάζονται αλλά φωτογραφίζονται και συνέβαλαν στην καταστροφή. Ο συγγραφέας, υιοθετώντας έναν καταγγελτικό λόγο, ελέγχει τη δράση τους και καταλογίζει με παρρησία ευθύνες, ακόμα κι όταν εκφράζεται με υπαινιγμούς. Τοποθετώντας τον εαυτό του μέσα στα γεγονότα, αισθάνεται τύψεις για την αδράνεια ή τα διλήμματά του. Αυτές οι ερινύες, οι ενοχές ακόμα και για τον παράνομο έρωτά του με την Αδριανή, που συντείνουν στην εις βάθος διαγραφή του χαρακτήρα, επιτείνουν την αγωνία του και αποκαλύπτουν την ψυχοσύνθεσή του με ένα πολύ εύστοχο εύρημα. Είναι τα σκυλιά που εμφανίζονται αίφνης μπροστά του, εξαρχής από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου, για να ελέγξουν τη συνείδησή του, ορατά για τον ίδιο, αόρατα για τους υπόλοιπους. Τα συναντούμε συχνά στο πρώτο και δεύτερο μέρος του βιβλίου, «Ο έρως» και «Ο πόλεμος», για να σιγήσουν, σχεδόν, στο τρίτο «Η αγάπη». Τελικά τα σκυλιά εξολοθρεύονται, γιατί γέμισε ο τόπος εχινόκοκκο, μια πετυχημένη μεταφορά για τη δηλητηριασμένη ατμόσφαιρα και τη δράση της ΕΟΚΑ Β’.

Η ερωτική ιστορία του Στάθη και της Αδριανής διατρέχει τη ραχοκοκαλιά του βιβλίου. Αυτή κρατά την ισορροπία στο μυθιστόρημα, έτσι που η περιρρέουσα πολιτική ατμόσφαιρα και τα γεγονότα, η διχόνοια ανάμεσα στους Ελληνοκύπριους, οι ταραχές ανάμεσα στις δύο κοινότητες και ο πόλεμος του 1974 να μην προκαλούν ασφυξία στην ιστορία και τον αναγνώστη. Πέρα από το ερωτικό στοιχείο, το χιούμορ, η τέχνη και η δημιουργία είναι τα μέσα που επιστρατεύει ο συγγραφέας, ώστε να αφήσει το φως να εισβάλει στο βιβλίο, ως παρηγοριά και ελπίδα, σε αντίστιξη με το βάρος των δραματικών γεγονότων.

Δεν είναι τυχαίο που ο Χρίστος Χατζήπαπας χτίζει ένα πυκνό διακειμενικό δίχτυ με συχνές αναφορές στην κυπριακή και ελλαδική ποίηση και πεζογραφία, ακόμα και με παραπομπές σε έργα δικά του, αλλά και στην παγκόσμια λογοτεχνία, στη μουσική και τον κινηματογράφο. Οι αναφορές αυτές αποτελούν ένα από τα μέσα για να σχολιαστούν και να ερμηνευτούν τα τρέχοντα. Αλλά είναι και ένα γενικότερο σχόλιο πάνω στην τέχνη και τη σχέση της με τη ζωή. Είναι εμφανές ότι ο συγγραφέας επιδιώκει και ενθαρρύνει μια πολλαπλή διακειμενική ανάγνωση και ερμηνεία, αναδεικνύοντας έτσι τον ρόλο του αναγνώστη, αυτό δηλαδή που στη θεωρία της διακειμενικότητας αποκαλείται δημιουργικός χαρακτήρας της αναγνωστικής πράξης. Ουσιαστικά το μυθιστόρημα συνομιλεί άμεσα με το προηγούμενο μυθιστόρημα του συγγραφέα, Γαλάζιος υάκινθος (Γκοβόστης, 2019), ένα από τα σημαντικότερα μυθιστορήματα που γράφτηκαν στην Κύπρο. Στο Καλύτερα να μην συναντιόμασταν, ο Χατζήπαπας αξιοποιεί ακόμα μύθους, αρχετυπικές ερωτικές ιστορίες και γεγονότα της αρχαίας ιστορίας στο πλαίσιο της αντικειμενικής συστοιχίας, για να φωτίσει, να ερμηνεύσει και να επικαιροποιήσει όσα συμβαίνουν στο παρόν μέσα στο μυθιστόρημα. Παρόμοια με τη θεωρία της διακειμενικότητας κι εδώ προκαλείται αντίστοιχη επίδραση στον αναγνώστη, όπως αυτή ορίστηκε από τον Northrop Frye στην Ανατομία της κριτικής του και παλαιότερα από τον James Frazer και τον Carl J. Jung με τις «πρωταρχικές εικόνες» του για την κοινή ανθρώπινη εμπειρία και την επιβίωσή της στο «συλλογικό ασυνείδητο» της ανθρωπότητας.

«Το να δημιουργείς σημαίνει πως ζεις δυο φορές». Αυτή η φράση του Αλμπέρ Καμύ συνταυτίζεται απόλυτα με την πρόθεση του Χρίστου Χατζήπαπα, καθώς σε πραγματικό χρόνο η γραφή του μυθιστορήματος υπήρξε ιδιαίτερα επώδυνη για τον ίδιο, μια και έζησε νέος τα γεγονότα στην Κερύνεια. Η αίσθηση του πόνου και της αγωνίας διαγράφεται ξεκάθαρη, καθώς ο αναγνώστης βαδίζει σιγά σιγά προς τον πυρήνα του βιβλίου και έπειτα στην έξοδο.

Ο αφηγητής-συγγραφέας έχει συνείδηση πως όσα τεκταίνονται είναι η Ιστορία εν εξελίξει και πώς ο ίδιος βρίσκεται μέσα στη δίνη των γεγονότων. Συχνά προβληματίζεται για τη διαστρέβλωση της Ιστορίας, την απόκρυψη της αλήθειας, τις αποσιωπήσεις. Έτσι στη σ. 153 θα πει: «Πως αυτή ακριβώς τη στιγμή είμαστε κι εμείς πολύ κοντά, μέσα στα γεγονότα, μέσα στο στόμα του λύκου και της ίδιας της Ιστορίας». Είναι πολλές οι αναφορές στο βιβλίο για το πώς «αξιοποιείται» η Ιστορία στον τόπο μας. Είναι μια παράμετρος που προβληματίζει τον συγγραφέα σε όλα τα έργα του. Θα πει στο βιβλίο πως η Ιστορία «κακομεταχειρίζεται τους ηττημένους» και θα αποφανθεί πως «δεν δέχεται τα κενά και τα γεμίζει με ό,τι μπάζα βρει στο διάβα της» (σ. 42). Ακόμη, συχνά αξιοποιεί την τεχνική των προλήψεων και προσημάνσεων για τα όσα τραγικά θα ακολουθήσουν. Έτσι, ο πατέρας της Αδριανής, ο Μενέδημος, θα υποστηρίξει πως «Η αληθινή Ιστορία γράφεται πολύ μετά το κακό, μα είναι πάντα αργά για όσους θέλουν να την ξαναδιαβάσουν. Και γι’ αυτούς που θέλουν να την ξαναγράψουν» (σ. 112). Αλλά και στη σ. 152, θα πει πάλι με προϊδεασμό: «Στην ατμόσφαιρα επικρατούσε ένας υπόγειος φόβος, πως, από στιγμή σε στιγμή, θα σκύλιαζε η Ιστορία μαζί μας και θα μας κατάπινε». Το βιβλίο συναντά έτσι τη γνωστή ρήση του Πολ Βαλερί: «Αν είναι κάτι που διδάσκει η ιστορία είναι πως δεν διδάσκει τίποτα».

Όπως η ιστορία βρίσκεται εν εξελίξει μέχρι την τραγωδία, έτσι και το βιβλίο γεννιέται και βρίσκεται, σε ένα βαθμό, εν εξελίξει, μέσα στο βιβλίο, μια και ο αφηγητής αναφέρεται στα ερωτικά του διηγήματα τα οποία επεξεργάζεται. Μάλλον αυτός είναι ένας προσχηματικός τρόπος να συγκαλύψει και να αποκαλύψει ταυτόχρονα την πρόθεσή του. Ο αφηγητής θα παραδεχτεί πως δαιμονίζεται «με κάτι παράξενα διηγήματα». Και συμπληρώνει: «Δεν αποφάσισα σε ποιο βαθμό είναι αλήθειες, απραγματοποίητα όνειρα ή επιθυμίες… απρόσιτες. Και προ παντός αν θα μπορούν να διαβαστούν. Είναι και πολύ ερωτικά, παράτολμα…» (σ. 137). Όταν η Λευκή θα τον ρωτήσει (σ. 243) τι γίνεται με τα διηγήματά του, θα απαντήσει: «Δεν είμαι έτοιμος ακόμη. Κι ούτε ο κόσμος είναι έτοιμος γι’ αυτά. Δεν θα τα αφομοιώσει. Μπορεί και να τα κάνει εμετό. Αυτά που γράφω, ίσως τους φανούν χυδαία. Ας περιμένουμε να δούμε τι θα μας φέρει ο χρόνος… Ο τόπος βρίσκεται σ’ ένα μεταίχμιο, επί ξυρού ακμής, […] Και τα διηγήματά μου, […] εκεί βρίσκονται, επί ξυρού ακμής. Μια διαφυγή από αυτό που καθημερινά ζούμε. Στροβιλίζονται σ’ έναν άλλο άξονα. Η διαμόρφωσή τους είναι μια συνεχής διαδικασία. Παραμονεύουν, λοιπόν, στον χρόνο… Κι είναι και πολύ ερωτικά μέσα στην τραγωδία τους. Κι ο κόσμος έμαθε να ξεχωρίζει το ερωτικό, το τραγικό, το γελοίο, δεν μπορεί να τα μασήσει εύκολα και τα τρία μαζί».

Είναι φανερό πως στην απάντησή του ο αφηγητής φωτογραφίζει το ίδιο το μυθιστόρημα το οποίο διαμορφώνεται και βρίσκεται σε μια συνεχή διαδικασία, όπως την ονομάζει. Όταν αναφέρεται στην ερωτική διάσταση, εννοεί ταυτόχρονα και τις πολιτικές και ιστορικές αλήθειες που εκθέτει, την ακτινογραφία στην οποία υποβάλλει την κοινωνική και πολιτική κατάσταση της εποχής που αποτυπώνεται στο βιβλίο. Κάνει έτσι ένα άλμα στον χρόνο. Τότε δεν ήταν έτοιμος ο κόσμος να δεχτεί τις αλήθειες, παραδέχεται, αλλά και σήμερα, μισόν αιώνα μετά την τραγωδία, όπου «ο τόπος βρίσκεται σ’ ένα μεταίχμιο, επί ξυρού ακμής», για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του, κλείνει το μάτι στον αναγνώστη: Είναι σήμερα έτοιμος να τις δεχτεί; Γενικότερα, η δύναμη του βιβλίου δεν έγκειται απλώς στη μυθοπλαστική ερμηνεία του δραματικού παρελθόντος, σε όσα μας οδήγησαν στον γκρεμό. Το μυθιστόρημα αποτελεί και ένα διαρκές σχόλιο για τα σύγχρονα κοινωνικά και πολιτικά αδιέξοδά μας. Ο συγγραφέας ύφανε την πλοκή με δεινότητα, βαδίζοντας στ’ αχνάρια μιας αρχαίας τραγωδίας, η οποία μπορεί να διέρχεται δι’ ελέου και φόβου, αλλά εντέλει δεν φτάνει στην κάθαρση, όσο κι αν το τέλος αφήνει μια χαραμάδα ελπίδας και αισιοδοξίας για τις προσωπικές ζωές των πρωταγωνιστών.

Το μυθιστόρημα Καλύτερα να μην συναντιόμασταν είναι ένα πυκνό, πολυεπίπεδο βιβλίο, που απλώνεται σε πολλές κατευθύνσεις και απαιτεί την ιδιαίτερη προσοχή του αναγνώστη. Εν μέρει πολυφωνικό, αναπτύσσεται κυρίως σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση, με την κυρίαρχη φωνή να ανήκει στον Στάθη. Ωστόσο, σε ορισμένα κεφάλαια η φωνή του εναλλάσσεται με την πρωτοπρόσωπη φωνή της Αδριανής. Επιπλέον, στην πρωτοπρόσωπη φωνή του Στάθη ενίοτε παρεμβάλλεται και μια δευτεροπρόσωπη φωνή, αυτή που απευθύνεται στον ίδιο τον εαυτό του και τον ελέγχει, προβάλλοντας έναν εσωτερικό διχασμό, προσδίδοντας δραματικότητα, ενώ παράλληλα εμπλέκει τον ίδιο τον συγγραφέα στην ιστορία, συνδέοντας τη μυθοπλασία με την πραγματικότητα. Άλλωστε αυτή η διασύνδεση μυθοπλασίας και πραγματικότητας είναι εξαρχής πρόθεση του συγγραφέα. Ο Στάθης δεν είναι άλλος από το προσωπείο του συγγραφέα, ο φορέας της φωνής του. Η αφήγηση χαρακτηρίζεται από εξομολογητικό τόνο, ο εσωτερικός μονόλογος είναι συχνός, ορισμένες φορές ακολουθεί τη ροή της συνείδησης, με μνημονικές αναδρομές στην παιδική ηλικία ή εγκιβωτισμένες ιστορίες και παραθέσεις ονείρων, σχολίων και ρητορικών ερωτημάτων που προβληματίζουν και αναδεικνύουν τα προσωπικά και πολιτικά αδιέξοδα και διλήμματα. Η διαγραφή των χαρακτήρων, ιδιαίτερα του Στάθη και της Αδριανής, είναι αριστοτεχνική, καθώς ο συγγραφέας ακολουθεί πιστά τον βασικό κανόνα για το μυθιστόρημα, να υποβάλλονται οι ήρωες σε μια σειρά από δοκιμασίες. Κι εδώ δεν πρόκειται για απλές δοκιμασίες. Ο συγγραφέας τούς σπρώχνει στο καμίνι των καταστροφικών γεγονότων, στο τηγάνι για να τσουρουφλιστούν, γυρνώντας τους πότε από τη μια και πότε από την άλλη.

Η γλώσσα και το ύφος παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλία και αυτό είναι σύμφυτο με τη θεματολογία του μυθιστορήματος. Άλλοτε ποιητική και υπερρεαλιστική, ονειρική, ερωτική, κυρίως ρεαλιστική, π.χ. στη γρήγορη έκθεση των ιστορικών – πολιτικών γεγονότων, η γλώσσα αναδεικνύεται σε κορυφαίο μέσο έκφρασης και ασκεί γοητεία στον αναγνώστη, καθώς η κοινή νεοελληνική εμπλουτίζεται με καταγραφές στην κυπριακή διάλεκτο και παρέμβλητες φράσεις και εκφράσεις της εκκλησιαστικής ή αρχαίας ελληνικής γραμματείας και τύπους της καθαρεύουσας. Γενικά, η γλώσσα παρασύρει τον αναγνώστη σε μια συναισθηματική εμπλοκή, καθιστώντας τη λογοτεχνία μια συναρπαστική εμπειρία και μια ουσιαστική μορφή επικοινωνίας.

 

* Ο Αιμίλιος Σολωμού είναι φιλόλογος και πεζογράφος,με υποτροφία από το ΕΛ.ΙΔ.Ε.Κ. στο πλαίσιο της 3ης προκήρυξης ΕΛ.ΙΔ.Ε.Κ. για Υποψήφιους/ες Διδάκτορες (Αριθμός Υποτροφίας: 5406).

 

 

Χρίστος Χατζήπαπας, Καλύτερα να μην συναντιόμασταν,Γκοβόστης, 2023

 

Προηγούμενο άρθροΟ Αναγνώστης στο Φεστιβάλ Βιβλίου στα Χανιά: Το μέλλον της ανάγνωσης, τα παιδιά
Επόμενο άρθροΒραβεία Αναγνώστη 2023, Φωτογραφικό λεύκωμα

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ