Η νέα (ελληνο)κυπριακή λογοτεχνία μέσα, έξω και δίπλα στην ελληνική (του Γιώργου Στόγια)

1
701

του Γιώργου Στόγια

Μίνι σκάνδαλο έχει ξεσπάσει στους κύκλους της λογοτεχνικής κυπριακής κοινότητας λόγω της θέσης που υποστήριξε η κριτικός Λίνα Πανταλέων, σύμφωνα με την οποία: «Ιδιαίτερες δυσκολίες παρουσιάζει η κυπριακή διάλεκτος, η οποία δεν δείχνει ότι μπορεί να αφομοιωθεί λογοτεχνικά, δεν προσφέρεται ηχητικά ή ενδεχομένως να αντιστέκεται στη λογοτεχνική της επιμέλεια».

Για παράδειγμα, η Κύπρια συγγραφέας Μαρία Α. Ιωάννου σχολίασε στον τοίχο της στο Facebook: «Προτιμώ να κρίνομαι για το πώς, πού και για ποιο λόγο χρησιμοποιώ την κυπριακή διάλεκτο κάθε φορά, και όχι απλά επειδή τη χρησιμοποιώ» και, σε άλλο σημείο, «ήταν μια άκομψη, πατερναλιστική και προσβλητική τοποθέτηση για την κυπριακή διάλεκτο και τους Κύπριους συγγραφείς».

Ξεκαθαρίζοντας εκ των προτέρων ότι βρίσκω τη συγκεκριμένη άποψη της Λ. Πανταλέων προκλητική αλλά και προβληματική, ας μου επιτραπεί να κάνω κι εγώ ένα σχόλιο. Ίσως να έχω καλύτερη εικόνα για τα περί Κύπρου από τον μέσο Ελλαδίτη αναγνώστη, μπορεί και τον κριτικό. Ζώντας είκοσι χρόνια στην Κύπρο, δεν μιλώ και δεν γράφω κυπριακά (αν και οι επιμελητές μου έχουν κόψει από κείμενά μου αρκετές λέξεις που κάποτε, συνειδητά ή ασυνείδητα, δανείζομαι για την εκφραστικότητα και την ακρίβειά τους), αλλά τα καταλαβαίνω βιωματικά σε μεγάλο βαθμό, και έχω παρακολουθήσει από κοντά συζητήσεις και εξελίξεις σχετικά με τον ρόλο και τη σημασία της γλώσσας στην κυπριακή εκπαίδευση, στην τέχνη και γενικότερα στην κοινωνία.

Αυτό που πιστεύω ότι διαφεύγει από τους Ελλαδίτες κριτικούς είναι το πολιτικό, ακαδημαϊκό και πολιτισμικό κλίμα μέσα στο οποίο αρκετοί Κύπριοι συγγραφείς επιλέγουν να γράψουν στα κυπριακά. Τα κυπριακά δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως μια ακόμα ντοπολαλιά, ως μια ακόμα διάλεκτος των ελληνικών. Ούτε να χρησιμοποιούνται παρόμοια ερμηνευτικά εργαλεία με αυτά που εφαρμόζονται π.χ. για τα κρητικά ή τα ρουμελιώτικα. Σε αντίθεση με ό,τι ισχύει για τις τοπικές ελληνικές διαλέκτους, όπου η λογοτεχνική τους αξιοποίηση αφορά πρωτίστως έναν αναστοχασμό σε σχέση με το παρελθόν, η επιλογή της χρήσης των κυπριακών αφορά (τουλάχιστον στους πιο ριζοσπαστικούς Κύπριους συγγραφείς) το παρόν και το μέλλον.

Ιστορικά, με όλο τον πατριωτικό ρομαντισμό του αλλά και τις καταστροφικές πολιτικές αποφάσεις που ενέπνευσε, το όραμα της «Ένωσις» με τη «μητέρα Ελλάδα» έχει τελειώσει. Η ανεξάρτητη Κύπρος έχει τη δική της Ιστορία, που σίγουρα δεν μπορεί να γίνει κατανοητή δίχως τον ελληνικό παράγοντα. Ταυτόχρονα όμως μια αθηνοκεντρική προσέγγιση που θα έβλεπε την Κύπρο σαν «επαρχία» της Ελλάδας με απλώς διαφορετική κυβέρνηση και ανοιχτό πολιτικοστρατιωτικό πρόβλημα, θα καταλάβαινε ελάχιστα από τη ζωή και τις αναζητήσεις των ανθρώπων στο νησί (και φοβάμαι ότι αυτή είναι η προσέγγιση των περισσότερων Ελλαδιτών, ακόμα και πολλών που εργάζονται στην Κύπρο).

Μέσα σε αυτή την πορεία, η κοινοτοπία «γλώσσα είναι μια διάλεκτος με κανόνια» αποκτά βαρύτητα (έστω κι αν η Κύπρος έχει ελάχιστα κανόνια, τουλάχιστον συγκριτικά με την Τουρκία). Για αρκετούς Κύπριους ο χαρακτηρισμός και μόνο των κυπριακών ως «διαλέκτου» προκαλεί αμφιθυμία. Δεν είναι απλώς η έκταση και ο πλούτος των κυπριακών που μιλιούνται μέσα στην καθημερινότητα (με όλη την ποικιλία που προκύπτει από τοπικές διαφοροποιήσεις και κοινωνικές διαστρωματώσεις). Το πιο ενδιαφέρον και προκλητικό στοιχείο είναι το αίτημα (μέχρι σήμερα κυρίως έμμεσο και πολιτισμικό παρά ρητώς διατυπωμένο πολιτικά) για αντικατάσταση της κοινής ελληνικής με την κυπριακή για όλες τις χρήσεις. Κάτι τέτοιο προφανώς δεν έχει περάσει (και ίσως να μην γίνει ποτέ) π.χ. στην επίσημη γλώσσα των κυβερνητικών εγγράφων, σε αυτή των ειδήσεων, ή της διδασκαλίας στο δημόσιο σχολείο. Υπάρχουν όμως πολλά παραδείγματα εισδοχής και διάχυσής της σε πεδία που πριν από μερικά χρόνια έμοιαζαν απροσπέλαστα (π.χ. σε πολιτικά και κοινωνιολογικά κείμενα, σε αρθρογραφία στον Τύπο, σε παραστάσεις μη ηθογραφικών έργων στο ημικρατικό θέατρο, στη γλώσσα διδασκαλίας από μερικούς καθηγητές στο Πανεπιστήμιο Κύπρου). Αυτό λοιπόν που διαφεύγει νομίζω από τη Λ. Πανταλέων είναι ότι η χρήση των κυπριακών στη λογοτεχνία πολλές φορές δεν γίνεται ως «ντοπολαλιά» συμπληρωματικά της κοινής ελληνικής, αλλά ως η κύρια γλώσσα έκφρασης του συγγραφέα (έστω κι αν δεν απλώνεται στο μεγαλύτερο μέρος του κειμένου του).

Για να είμαι δίκαιος όμως, ας προσπαθήσω να φωτίσω τα πράγματα κι από μια άλλη οπτική γωνία, αναφερόμενος σε κατά τη γνώμη μου προβληματικά στοιχεία από τη μεριά των Κύπριων δημιουργών. Ειδικά για τους λογοτέχνες που δημοσιεύουν τα βιβλία τους σε ελληνικούς εκδοτικούς και απευθύνονται (και) στο ελληνικό κοινό, μπορούμε να ανιχνεύσουμε αρκετά παράδοξα. Δεν γίνεται να έχουμε και την πίτα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο. Δεν γίνεται δηλαδή να ζητούμε πλήρη αυτεξουσιότητα των κυπριακών και ταυτόχρονα να θέλουμε να περάσουν στο ελλαδικό αναγνωστικό κοινό ως ελληνικά. Αν αντιμετωπίζονταν στην Ελλάδα ως ξένη γλώσσα που χρειάζεται να μεταφρασθεί για να γίνει κατανοητή, θα απολάμβαναν την ίδια προνομιακή σχέση με το ελληνικό κοινό; Εκείνοι οι Κύπριοι συγγραφείς που γράφουν (και) στα αγγλικά και απευθύνονται (κυρίως) σε αγγλόφωνο κοινό δεν βασανίζονται από αντίστοιχες συγχύσεις.

Πίσω όμως κάθε γλωσσικό πρόβλημα υπάρχουν πολιτικά και ιδεολογικά διακυβεύματα και συγκρούσεις. Στο κυρίαρχο στον δυτικό κόσμο εδώ και αρκετά χρόνια διανοητικό κλίμα των μετααποικιακών και μεταφεμινιστικών σπουδών (ειδικά στους πιο «προχωρημένους» ακαδημαϊκούς και καλλιτεχνικούς κύκλους), η επιλογή της χρήσης των κυπριακών απέκτησε και πολιτικό πρόταγμα. Βασιζόμενο πάνω σε υπαρκτά μεγάλα προβλήματα (τον τουρκοφαγικό εθνικισμό και τη μισαλλοδοξία ενός σημαντικού μέρους της κυπριακής δεξιάς και της κυπριακής Εκκλησίας, τη σχολική υποχρέωση των παιδιών να μιλούν και να γράφουν σε κοινή ελληνική από μικρή ηλικία με ταυτόχρονη καταστολή της κυπριακής τους γλωσσικής εμπειρίας και του διαμορφωμένου ενστίκτου), το άτυπο «κίνημα» για ολική χρήση των κυπριακών στοχοποίησε την Ελλάδα και την κοινή ελληνική ως τον «δυνάστη», τον «αποικιοκράτη», το αίτιο όλων των κυπριακών δεινών.

Μια τέτοια στάση (η οποία βεβαίως συναντάται με διαφοροποιήσεις πυκνότητας, καθαρότητας και έντασης) έχει πιθανώς αρκετές θετικές πτυχές, έχει όμως και προβληματικές. Η κυριότερη έχει να κάνει με τον κίνδυνο αποκοπής από το μεγάλο σώμα της ελληνικής γλώσσας, με όλο της τον ιστορικό πλούτο αλλά και τους εκατομμύρια εν ενεργεία χρήστες της (κάτι που για ευνόητους λόγους δεν επιθυμούν οι λογοτέχνες, ενώ δεν πειράζει π.χ. τόσο τους εικαστικούς ή τους χορευτές).

Προσωπικά, αμφιβάλλω αν η επιλογή της γλώσσας από μόνη της μπορεί να έχει προοδευτικό πολιτικό περιεχόμενο. Η χρήση της προφορικής γλώσσας έχει δυναμικές που υπερβαίνουν αυτές μιας χειραφετητικής ατζέντας (κάτι πολύ εμφανές σε κάθε μελετητή των εθνικών σκηνών hip hop μουσικής). Η επιστροφή της δοξολογίας του κοινοτισμού είναι μια παγκόσμια τάση η οποία έχει τόσο διαφωτιστικές όσο και αντιδραστικές πτυχές και συνέπειες. Πριν λίγες μέρες είδα σε ένα λύκειο υποβαθμισμένου προαστίου της Λευκωσίας πολλά συνθήματα με σεξιστικό και ρατσιστικό περιεχόμενο γραμμένα με συνειδητή χρήση των κυπριακών. Επίσης, πιο συνεπές θα ήταν ιστορικά, αν στη θέση των ελληνικών ως του «απόλυτου κακού» έμπαιναν τα αγγλικά. Η πραγματικότητα όμως είναι ότι αυτά θεωρούνται και χρησιμοποιούνται ως ισότιμα και εναλλάξιμα με τα κυπριακά. Υπάρχει πάλι μια κατανοητή προοδευτική βάση. Ότι τα αγγλικά είναι η ασφαλής «τρίτη» γλώσσα με την οποία μπορούν να συνεννοούνται μεταξύ τους εκείνοι οι Ελληνοκύπριοι και οι Τουρκοκύπριοι  που αγωνίζονται για μια συμβιβαστική και ειρηνική λύση. Υπάρχει όμως και μια άλλη, πιο κυνική, βάση: ότι τα αγγλικά γλιτώνουν από το στίγμα της «τυραννικότητας» γιατί σε αγγλικά σχολεία και πανεπιστήμια φοίτησε το μεγαλύτερο μέρος της κυπριακής ελίτ, και γιατί τέλος πάντων δεν τα βάζουμε με μια υπερδύναμη που μας ανοίγει ορίζοντες και δυνατότητες (ενώ αντιθέτως η Ελλάδα, ειδικά αυτή της κρίσης, αντιμετωπίζεται ως φτωχός συγγενής, ως μια περιφερόμενη αποτυχία με την οποία κανείς που θα ήθελε να σέβεται τον εαυτό του δεν θα έπρεπε να διατηρεί στενές σχέσεις).

Για να δείξω πόσο σύνθετα είναι μερικά πράγματα που σε πρώτο επίπεδο μπορεί να φαίνονται απλά και «φυσικά», σας ζητώ να φανταστείτε τη σκηνή μιας πρώτης συνάντησης ενός Ελλαδίτη και ενός Ελληνοκύπριου σε μια μη επίσημη περίσταση, π.χ. φίλοι ενός μεικτού ζεύγους που έχουν έρθει για τον γάμο στην Κύπρο. Σε τι γλώσσα θα επικοινωνήσουν; Για τους Ελλαδίτες η απάντηση είναι προφανής: στα ελληνικά. Άλλωστε οι Κύπριοι ξέρουν να μιλούν κοινή ελληνική, ενώ αυτοί δεν ξέρουν κυπριακά (αν υποθέσουμε ότι οι μουσαφίρηδες γνωρίζουν εκ των προτέρων ότι οι Κύπριοι έχουν και μια άλλη γλώσσα/διάλεκτο). Είναι πιο ευγενικό και λογικό να γίνει η επικοινωνία στην κοινή γλώσσα. Υπάρχει όμως και μια άλλη οπτική: Γιατί να θεωρείται ευγενικό το να κάνει την παραχώρηση ο Κύπριος και να μιλήσει σε μια γλώσσα στην οποία δεν νιώθει τόσο άνετα όσο ο Ελλαδίτης που είναι φυσικός ομιλητής της; Γιατί να καταπιεστεί, να υποκριθεί και να χάσει (όπως το νιώθει) ένα σημαντικό μέρος της εκφραστικής του δύναμης; Από πού κι ως πού ο Ελλαδίτης έχει το δικαίωμα να απαιτεί από τον Κύπριο να συμμορφωθεί και να μιλήσει στην «κανονική» γλώσσα; Σε τελική ανάλυση, δεν χάθηκε ο κόσμος να καταβάλει ο Ελλαδίτης μια μικρή προσπάθεια έτσι ώστε να καταλάβει τα λεγόμενα του Κύπριου. Δεν είναι τόσο δύσκολο. Κι αν χάσει μερικές λέξεις, θα μπορεί μια χαρά να πιάσει το νόημα από τα συμφραζόμενα.

Τι θα συμβεί, σύμφωνα με την εμπειρία μου, στην πραγματικότητα σε μια τέτοια συνάντηση: Ένας Ελληνοκύπριος δεξιών πολιτικών φρονημάτων με μέσο ή υψηλό μορφωτικό επίπεδο (ειδικά αν είναι μεγαλύτερος από σαράντα ετών) θεωρεί ζήτημα ευγένειας απέναντι στον Ελλαδίτη (αλλά και προσωπικής αυτοεικόνας) να γυρίσει «φυσικά» τη γλώσσα του από τα κυπριακά στα ελληνικά (άλλωστε και τα κυπριακά που μιλάει στην καθημερινότητά του είναι πιο ελαφριά σε προφορά και ιδιωματισμούς, η αλλαγή αφορά κυρίως τη σύνταξη των προτάσεων). Αντίθετα, στην περίπτωση ενός αριστερού, ειδικά αν είναι μικρότερος από σαράντα ετών, είναι αρκετά πιθανό να επιλέξει συνειδητά να μη γυρίσει τη γλώσσα του σε κοινή ελληνική. Μάλιστα, ενδέχεται να τονίσει την κυπριακότητά του κάνοντας χρήση πολλών ιδιωματισμών και «τραβώντας» την προφορά για να γίνει πιο δυνατή. Στην ελληνοκυπριακή κοινωνία υπάρχουν έντονοι διχασμοί, σπάνια όμως γίνεται ουσιαστική ιδεολογική συζήτηση (ίσως λόγω των τραυματικών εμπειριών του παρελθόντος).

Σε παιδαγωγικό επίπεδο έχουν γίνει στο παρελθόν αξιόλογες προτάσεις που αντιμετώπιζαν τη διγλωσσία των ελληνοκυπρίων περισσότερο ως δυνάμει πλούτο προς αξιοποίηση παρά ως πρόβλημα, οι οποίες για πολιτικούς και κοινωνικούς λόγους δεν εφαρμόστηκαν στα σχολεία. Σε καλλιτεχνικό επίπεδο όμως δεν χωρά καμμιά δεοντολογία, κανένα θεωρητικό πρόγραμμα ή αποκλεισμός πριν το ίδιο το έργο. Δεν έχω να προτείνω κάποια μέση και μετριοπαθή οδό. Κάθε επιλογή έχει κόστος. Σημασία έχει να είμαστε ειλικρινείς και να προσπαθούμε να βλέπουμε τη συνολική εικόνα. Τα πάντα πρέπει να κρίνονται από το συγκεκριμένο κάθε φορά αποτέλεσμα. Και, υπό αυτή την έννοια, οι διαμαρτυρίες της Μαρίας Α. Ιωάννου και άλλων Κυπρίων συγγραφέων έχουν βάση. Όπως εξήγησα, το ζήτημα δεν είναι αμιγώς καλλιτεχνικό, αλλά ενέχει σημαντικές πολιτικές παραμέτρους.  Όπως βέβαια ισχύει ότι και η Λίνα Πανταλέων έχει κάθε δικαίωμα να λέει ευθαρσώς την άποψή της, ακόμα κι όταν είναι «δυσάρεστη». Χρειαζόμαστε απεγνωσμένα κριτικούς που δεν φοβούνται να γράψουν αυτό που πιστεύουν και που δεν έχουνε οικονομικές και άλλες εξαρτήσεις σε σχέση με εκδοτικούς οίκους και συγγραφείς. Κανείς δεν μπορεί να μένει στο απυρόβλητο (ούτε νομίζω ότι το επιζητεί). Ακόμα κι αν κάποτε μια άποψη είναι προκατειλημμένη ή άδικη, πιστεύω ότι προσφέρει στη δημόσια συζήτηση. Συνεπώς είμαι υπέρ της κριτικής στην κριτική, αλλά όχι στην ισοπέδωση.

Προηγούμενο άρθροΤα βραβεία εδώ κι εκεί, και η αβάσταχτη γοητεία τους (του Αλέξη Σ. Ζήρα)
Επόμενο άρθροΤότε που δεν υπήρχαν οίκοι μόδας… (της Μαρίζας Ντεκάστρο)

1 ΣΧΟΛΙΟ

  1. Έχω την εντύπωση ότι στο, αν μη τι άλλο, εξαιρετικά ενδιαφέρον αυτό άρθρο, οι Κύπριοι τα θέλουν μονά-ζυγά δικά τους… Δεν είναι μόνο οι Κύπριοι αυτοί που έχουν ντοπιολαλιά, ενώ εμείς στον ελλαδικό χώρο μιλούμε άπταιστα, καθαρόαιμα (;) ελληνικά. Και διευκρινίζω: σε μια συνάντηση Κύπριων και Ελλήνων γονέων ενός ζευγαριού, όπου κι αν λάβει χώρα, μπορούν κάλλιστα κι οι Έλληνες επαρχιώτες να μην απαρνηθούν την ντοπιολαλιά τους, καθώς φοβάμαι πως οι μεγαλύτεροι σε ηλικία δε διανοούνται, ούτε και μπορούν, να φορέσουν την επίσημη (;) γλώσσα. Οι διάλογοι που ήρθαν στο φως μετά το θλιβερό και μακάβριο δυστύχημα στα Τέμπη αποδεικνύουν του λόγου το αληθές.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ