Η μάνα (του Κώστα Λυμπουρή)

0
668

του Κώστα Λυμπουρή (*)

 

Δεν την είχαμε ξαναδεί στην αυλή μας. Γι αυτό και εντυπωσιαστήκαμε πολύ με την απόφασή της να κουβαλήσει τα δυο νεογέννητά της και να τα κρύψει στην αποθήκη κάτω από το ντεπόζιτο του πετρελαίου θέρμανσης. Στην πόρτα της αποθήκης υπάρχει ένα κενό, όσο που να χωράει το λάστιχο του ανεφοδιασμού. Το σημαντικότερο είναι ότι το ντεπόζιτο απέχει από το έδαφος κάποια εκατοστά, έτσι, που τα μικρά να μπορούν να εισχωρούν, να προχωρούνε ακόμα και σε κάποιο βάθος, μια δυνατότητα που οι μεγαλύτεροι γάτοι-διώκτες τους, δεν μπορούσαν να έχουν.

Μας έκανε τεράστια εντύπωση το όλο εγχείρημα της μάνας-γάτας. «Κοίταξε τι κάνει το ένστικτο», είπε η γυναίκα μου. Συμφώνησα, αλλά έβαλα κάτω και άλλα δεδομένα, που πρόσθεσαν πολύ στην ήδη μεγάλη μας έκπληξη: Αυτό που λέμε ένστικτο φαίνεται να συνοδεύεται και από μια ισχυρή «λογική». Η γάτα πρέπει να είχε ψάξει ολόκληρη τη γειτονιά μέχρι να βρει τελικά το ασφαλέστερο καταφύγιο. Πρέπει να είχε μελετήσει όλες τις «λύσεις» που της προσφέρονταν, να είχε υπολογίσει τους κινδύνους και όλα τα σχετικά.

Έκατσε, φυσικά, έξω από την αποθήκη, ακοίμητος φρουρός: Αγρίευε σε μας κάθε φορά που πλησιάζαμε και έκανε ομηρικούς καυγάδες, με όσους αρσενικούς γάτους τολμούσαν να περάσουν – προφανής απειλή- από κοντά. Η ίδια έφευγε  για αναζήτηση τροφής και επανερχόταν, για να θηλάσει τα μικρά. Εκείνα πλησίαζαν στο κενό της πόρτας, η μάνα ξάπλωνε και ακολουθούσε ο θηλασμός. Μόνο τη λέξη ιεροτελεστία μπορούσα να σκεφτώ, έτσι καθώς τα έβλεπα όλα αυτά, πάντα από κάποια απόσταση.

Συμβουλευτήκαμε τον φίλο κτηνίατρο: «Αν αρχίσετε να της βάζετε τροφή», σιγά-σιγά θα σας αποδεχτεί, να έχετε όμως υπόψη σας ότι, τελικά, με μια τέτοια αντιμετώπιση θα μείνει μόνιμα κοντά σας». Και πρόσθεσε: «Εννοείται ότι σε κάποιο στάδιο πρέπει οπωσδήποτε να εμβολιάσετε τα μικρά, ίσως και να τα στειρώσετε αν δεν θέλετε να πολλαπλασιαστούν σε βαθμό ανεξέλεγκτο. Διαφορετικά, αφήστε τη μάνα μόνη της και ό,τι καταφέρει. Είναι πολύ πιθανόν, αν μπορέσει να τα μεγαλώσει, να φύγουν τελικά από κοντά σας».

Τα οικογενειακή μας δεδομένα δεν μας επέτρεπαν να μπούμε σε μια τέτοια περιπέτεια. Λείπαμε τακτικά από το σπίτι και η φροντίδα πολλών γατιών θα ήταν εξαιρετικά προβληματική.

Από την άλλη, πάντα αγαπούσαμε τα χαριτωμένα αυτά ζωντανά και, ομολογώ ότι ξαφνικά τα διαδραματιζόμενα με τα μικρά που μας ήρθαν γέμισαν την καθημερινότητά μας. Παρακολουθούσαμε – πάντα από μακριά- τις εξελίξεις και χαιρόμασταν που τα πράγματα πήγαιναν καλά. Και νιώθαμε πολλή τρυφερότητα σαν τύχαινε καμιά φορά να δούμε τις αθώες μωρουδίστικες φατσούλες να προβάλλουν από το καταφύγιό τους, περιεργαζόμενες τον άγνωστό τους κόσμο. Μια φορά, μάλιστα, όταν απέκτησαν πια αυτοπεποίθηση και βγήκαν για παιχνίδι, κρυβόμενος επιμελώς, κατάφερα να τα καταγράψω σε βίντεο στο κίνητό μου. Πάντα πίστευα ότι τα παιχνίδια ανάμεσα σε δυο μικρά γατάκια είναι από τα ομορφότερα θεάματα που μπορεί κανείς να δει στη ζωή του. Ταυτόχρονα είχαμε τύψεις – εγώ κι η γυναίκα μου – σκεφτόμενοι ότι τελικά, χωρίς να προσφέρουμε τίποτε, παίρναμε τόσες χαρές από τα δυο μικρά.

Δεν έμελλε, όμως, να ζήσουν πολύ. Ήταν μια Κυριακή απόγευμα, όταν το ένα πήρε τόσο θάρρος, ώστε να βγει στον δρόμο. Και, βέβαια, βρέθηκε αμέσως ανάμεσα στις ρόδες διερχόμενου αυτοκινήτου. Το τι ακολούθησε θα μου μείνει στο μυαλό βαθιά ριζωμένο: Η μάνα-γάτα το τράβηξε με τα δόντια της και το ’φερε μέσα, τοποθετώντας το απάνω στο γρασίδι. Κι έκατσε εκεί, κοιτάζοντάς το και θρηνώντας. Δυσκολεύτηκα να το πάρω και να το θάψω.

Μια-δυο μέρες μετά, χάθηκε και το άλλο. Εξαφανίστηκε, χωρίς να αντιληφθούμε πώς είχε γίνει. Η μάνα, πάντως, γυρνούσε για μέρες στον χώρο ψάχνοντάς τα και κλαίοντας συνεχώς.

 

Δεν είχε περάσει μια βδομάδα, όταν μάθαμε ότι η οικιακή βοηθός της απέναντί μας κυρίας, έφυγε εσπευσμένα για την πατρίδα της, τη Σρι- Λάνκα. Της είπαν πως η κόρη της, 19 χρονών και μοναχοπαίδι, κτυπήθηκε από αυτοκίνητο, οδηγώντας μηχανάκι. Ρωτούσαμε καθημερινά για τυχόν νεότερα, γιατί, χωρίς να έχουμε πολύ πάρε-δώσε μαζί της, η κοπελιά μάς ήταν συμπαθέστατη. Σεμνή, ευγενική και πολύ εργατική, δούλευε αταμάτητα σχεδόν, χωρίς μεμψιμοιρίες.  Μάλιστα, δεν έβγαινε ούτε τις Κυριακές, προκειμένου να εξοικονομήσει περισσότερα λεφτά για το κορίτσι της, να τη σπουδάσει και να της κτίσει ακόμα και δικό της σπίτι. Η μοίρα, όμως, θέλησε να την προλάβει απλώς, στις τελευταίες της στιγμές.

Επέστρεψε σε ένα μήνα, περίπου. Άλλωστε, δεν είχε λόγους να παραμείνει στον τόπο της, αφού με τον άντρα της φαίνεται να μην τα πήγαιναν καλά από πριν. Κι εδώ, πέρα από τα δυο αφεντικά της, είχε συνδεθεί πολύ με τα  εγγονάκια τους, που, κυριολεκτικά, τη λάτρευαν.Φρόντιζε, ακόμα, κι ένα μικρόσωμο, μα πολύ φωνακλίδικο σκυλί της κυρίας της.

Έφτασε στο σπίτι απόγευμα. Άνοιξε το πορτ- μπαγκάζ του αυτοκινήτου και ετοιμαζόταν να αποθέσει τις λίγες αποσκευές της στο πεζοδρόμιο. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, είδαμε τη γάτα-μάνα να τρέχει και να τρίβεται στα πόδια της. Δεν την είχαμε ξαναδεί να πηγαίνει απέναντι, αφού το σκυλί δεν επέτρεπε με τα γαυγίσματά του να πλησιάσει οποιαδήποτε γάτα. Η Σριλανκέζα μάνα, που το πιθανότερο ήταν ότι δεν την είχε ξαναδεί – και σίγουρα, βέβαια, δεν ήξερε τη δική της τραγωδία- έσκυψε και πήρε τη γάτα-μάνα στην αγκαλιά της.

Το θορυβώδικο σκυλί, όχι μόνο δεν αντέδρασε καθόλου, μα έσκυψε το κεφάλι και αποχώρησε από τη σκηνή.

 

(*) Ο Κώστας Λυμπουρής είναι Κύπριος λογοτέχνης, τελευταίο του βιβλίο η συλλογή διηγημάτων Βοτσαλωτή, εκδ. Το Ροδακιό

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here