Η λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο (της Μαίρης Μικέ)

0
777

 

της Μαίρης Μικέ (*)

 

Στο νέο βιβλίο της Αποστολίδου (Η λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο. Η συγκρότηση της επιστήμης της Νεοελληνικής Φιλολογίας (1942-1982)), καρπός επίμοχθης και πολύχρονης έρευνας, διερευνάται με τρόπο συστηματικό κι εμβριθή η συγκρότηση της επιστήμης της Νεοελληνικής Φιλολογίας (ΝΕΦ) σε κρίσιμες περιόδους στις Φιλοσοφικές Σχολές Αθήνας και Θεσσαλονίκης. Μία από τις κύριες πηγές για τη διερεύνηση αποτέλεσαν τα Πρακτικά των Συνεδριάσεων των δύο Φιλοσοφικών Σχολών, ένα πολύτιμο ανέκδοτο υλικό που έρχεται στο φως.

Το βιβλίο αποτελείται, εκτός από την Εισαγωγή και τον Επίλογο, από τρία μέρη. Το πρώτο μέρος, με τίτλο «Η Νεοελληνική Φιλολογία στον Μεσοπόλεμο», χωρισμένο σε πέντε κεφάλαια, δίνει έμφαση σε τρεις καθηγητές Πανεπιστημίου: στον Νίκο Βέη, καθηγητή Μέσης και Νεωτέρας Ελληνικής Φιλολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή της Αθήνας, στον Γιάννη Αποστολάκη, καθηγητή της ΝΕΦ στη Θεσσαλονίκη και στον Ιωάννη Συκουτρή, υφηγητή Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας στην Αθήνα˙ δεν παραλείπεται ακόμη να τονιστεί ο ρόλος τόσο του Κ.Θ. Δημαρά, «ένας δάσκαλος χωρίς έδρα», όσο και των ποιητών Κωστή Παλαμά και Γιώργου Σεφέρη. Όπως αμέσως γίνεται αντιληπτό ήδη από τους τίτλους όσο και από τα χρονικά όρια της εργασίας, σ’ αυτό το πρώτο μέρος η Αποστολίδου επιδιώκει να προλειάνει το έδαφος και να δημιουργήσει την απαραίτητη υποδομή ώστε να αναπτυχθεί το οικοδόμημα της ΝΕΦ στα επόμενα δύο μέρη του βιβλίου. Το μέρος αυτό κρίνεται απαραίτητο κυρίως για να εκτιμηθούν οι αποστάσεις που χρειάστηκε να διανυθούν ώστε να γίνει απρόσκοπτα η παρακολούθηση των εξελίξεων της ΝΕΦ μετά τον Πόλεμο. Η Αποστολίδου παρακολουθεί τις αντιστάσεις, τις σχέσεις της ΝΕΦ με τις όμορες επιστήμες, τις διασταυρώσεις, τις αντιστάσεις, τις εξελίξεις και τις ευρυχωρίες. Ένα από τα καίρια συμπεράσματα αυτού του μέρους είναι ότι η μεταπολεμική ΝΕΦ μέσα από τον διάλογο που αναπτύσσεται μ’ έναν ποιητή (Γ. Σεφέρης) είναι έτοιμη για μια νέα αρχή που θα μπορούσε πλέον να ενσωματώσει τη μοντέρνα ποίηση στο σχήμα της εξέλιξής της  και ότι η ενσωμάτωση αυτή γίνεται με τρόπο αβίαστο και ομαλό.

Το δεύτερο μέρος, με τίτλο «Οι εκλογές των καθηγητών», αποτελείται από εννέα κεφάλαια και κατέχει κεντρική θέση στο βιβλίο. Εδώ αναπτύσσεται μία κεντρική στιγμή στις ακαδημαϊκές διαδικασίες, οι εκλογές καθηγητών σε εποχές του θεσμού της έδρας. Μελετάται λοιπόν το έργο των εκλεγμένων καθηγητών (Λ. Πολίτη, Στ. Καρατζά- Ά. Αγγέλου, Γ.Π. Σαββίδη, Α. Σαχίνη, Παν. Μουλλά, Β. Σκουβαρά- Κ. Μητσάκη, Π. Δ. Μαστροδημήτρη). Στις παραπάνω διερευνήσεις προστίθενται και τα (απαραίτητα) κεφάλαια για το έργο του Γ. Ζώρα, ο οποίος δεν εκλέχτηκε αλλά διορίστηκε ως μετακινούμενος καθηγητής από το Πανεπιστήμιο της Ρώμης, και του Δ.Ν. Μαρωνίτη, ο οποίος μπορεί να μην εκλέχτηκε καθηγητής της ΝΕΦ, αλλά είχε σημαντική συμβολή στη ΝΕΦ έως και το 1982 που αποτελεί χρονικό όριο στη μελέτη της Αποστολίδου. Όπως γίνεται φανερό από την αναφορά των ονομάτων, οι περισσότερες εκλογές αφορούν τη Φιλοσοφική Θεσσαλονίκης (εδώ ιδρύθηκαν περισσότερες έδρες ΝΕΦ) και λιγότερες τη Φιλοσοφική της Αθήνας. Στο σημείο αυτό χρειάζεται να γίνουν δύο σημαντικές διαπιστώσεις: α) Μπορεί το κάθε κεφάλαιο να τιτλοφορείται από το όνομα του εκλεγμένου καθηγητή αλλά η Αποστολίδου, καθώς μελετά ολοκληρωμένα την κάθε εκλογή, φέρνει στο προσκήνιο και άλλους σημαντικούς συνυποψήφιους επιστήμονες που άφησαν το δικό τους αποτύπωμα, καταθέτει κριτικές τοποθετήσεις των εκλεκτόρων έτσι ώστε να εκτιμηθούν ευχερέστερα απόψεις για το πνεύμα μιας εποχής, για τη στάση απέναντι στη ΝΕΦ, για την εκτίμηση με άλλα λόγια της συνέχειας μιας παράδοσης, για το νέο που κομίζει ο φάκελος υποψηφιότητας, για τον τρόπο με τον οποίο προσλαμβάνεται από μια πανεπιστημιακή κοινότητα και β) το έργο των καθηγητών, όπως διευκρινίζεται στην Εισαγωγή του βιβλίου, μελετάται και παρουσιάζεται με τρόπο που φανερώνει τις αρετές της ακρίβειας και της οικονομίας έως τη στιγμή της εκλογής (χωρίς να παραλείπονται στοιχεία και για την μετέπειτα πορεία τους, όπου αυτό κρίνεται απαραίτητο). Ο φόβος της Αποστολίδου ότι η συζήτηση ενός μέρους μονάχα του έργου των καθηγητών ενδεχομένως να μην μπορεί να διαγράψει το στίγμα τους στη ΝΕΦ δεν επαληθεύεται από τη στιγμή που ακριβώς αυτά τα χρόνια της διαμόρφωσης και της ωριμότητάς τους είναι ικανά να διαγράψουν και τα κεντρικά σημεία της συνεισφοράς τους στην πορεία της επιστήμης. Στο μέρος αυτό η συγγραφέας ξετυλίγει μέσα από πρόσωπα, σε μια κατορθωμένη ισορροπία ανάμεσα στο ατομικό και στο συλλογικό, τις σχέσεις της ΝΕΦ με την Αρχαία Ελληνική Φιλολογία, με τη Μεσαιωνική Φιλολογία, με την Ιστορία ή τη σχέση ανάμεσα στην «ιστοριοδιφία» και την φιλολογία, και ακόμη ανάμεσα στη ΝΕΦ και τη Γενική και Συγκριτική Γραμματολογία για την κατάκτηση ενός πεδίου αυτοδύναμου.

Στo τρίτο μέρος του βιβλίου, με τίτλο «Οι διδακτορικές διατριβές», η συγγραφέας παρακολουθεί τις εξελίξεις στη ΝΕΦ μέσα από τις είκοσι τέσσερις διδακτορικές διατριβές που υποστηρίχτηκαν στις δύο Φιλοσοφικές: εδώ δίνεται πρώτα μια γενική εικόνα, οι διατριβές διακρίνονται σε κατηγορίες με το κριτήριο της θεματολογίας και των μεθόδων που χρησιμοποιούν. Στα υπόλοιπα τέσσερα κεφάλαια μελετώνται ορισμένες διατριβές κατά μικρές ομάδες. Επιλέγονται οι διατριβές του Κώστα Στεργιόπουλου, της Ελένης Πολίτου-Μαρμαρινού και της Βασιλικής Τοκατλίδου στεγασμένες κάτω από τον γενικό τίτλο «Η Γενική και Συγκριτική Γραμματολογία στο Πανεπιστήμιο»˙ της Ελένης Τσαντσάνογλου, «Μια λανθάνουσα ποιητική σύνθεση του Σολωμού», σημείο τομής στις σολωμικές σπουδές˙ οι υφολογικές μελέτες του Ξ.Α. Κοκόλη και του Ερατοσθένη Καψωμένου για την ποίηση του Γιώργου Σεφέρη, οι διατριβές του Βασίλη Λαμπρόπουλου και του Νίκου Καλταμπάνου στεγασμένες κάτω από τον τίτλο «Η θεωρία της λογοτεχνίας ως πρόκληση». Το τελευταίο κεφάλαιο αυτού του μέρους αφιερώνεται σε δύο διατριβές [Νάσου Βαγενά, Ο ποιητής και ο χορευτής. Μια εξέταση της ποιητικής και της ποίησης του Σεφέρη (1979), και του Γιάννη Δάλλα, Ο Καβάφης και η δεύτερη σοφιστική (1984)], οι οποίες αν και είτε απομακρύνονται του χρονικού ορίου είτε υποστηρίζονται σε Πανεπιστήμια του εξωτερικού επιλέγονται προσφυώς από τη συγγραφέα διότι με τον τρόπο αυτό επιχειρείται ένα γενναιόδωρο άνοιγμα στις μελλοντικές εξελίξεις της ΝΕΦ.

Στον Επίλογο του βιβλίου, η Αποστολίδου συνοψίζει τα συμπεράσματά της συνθέτοντας μια εικόνα της εξέλιξης της επιστήμης που μελετά, με ρήξεις και συνέχειες, σημεία καμπής και αλλαγής του επιστημονικού παραδείγματος από ένα διαφορετικό δρόμο από αυτόν που επιχείρησε έως τώρα. Το υποκείμενο της αφήγησής της δεν είναι τα πρόσωπα αλλά η ΝΕΦ ως συλλογικό πλέον υποκείμενο.

Η Αποστολίδου ανοίγει ένα ευρύ πεδίο, στο οποίο δεν πρωταγωνιστεί απλώς η ΝΕΦ, τα πρόσωπα και οι θεσμοί που το καθορίζουν, αλλά δημιουργεί με τρόπο ανάγλυφο και διαυγή, με μία γλώσσα ρέουσα που δραστικά απομακρύνεται από την ξηρότητα και στενότητα του σχολαστικισμού ομόκεντρους κύκλους που ξανοίγονται στην ιστορία των επιστημών, ειδικότερα των ανθρωπιστικών επιστημών, στην ιστορία των θεσμών. Στο σημείο αυτό αξίζει να τονιστεί ότι η συγγραφέας χειρίζεται με δεξιότητα το υλικό που καλείται να μελετήσει (τόσο του πρωτογενούς όσο και των βιβλιογραφικών μελετημάτων που το συνοδεύουν κάθε φορά ώστε η εικόνα να δίνεται εμπεριστατωμένα), δεν αρκείται σε επιφανειακές περιγραφές αλλά υπερασπίζεται τόσο την διεισδυτικότητα και οξυδέρκεια του αναγνωστικού της βλέμματος όσο και την ισχύ της δικής της κριτικής φωνής. Ένα άλλο προτέρημα του βιβλίου είναι ότι κατορθώνει να ισορροπεί όχι μόνο ανάμεσα στο ατομικό και στο συλλογικό, όπως παραπάνω τονίστηκε, αλλά και ανάμεσα στις πανεπιστημιακές εξελίξεις και στο ευρύτερο περιβάλλον (εθνικό, κοινωνικό, πολιτικό) που το διαμόρφωσε αλλά και διαμορφώθηκε από αυτό. Ερωτήματα όπως: «Ποια είναι η επιστημονική σκευή με την οποία καλείται ο φιλόλογος να διδάξει; Ποιες είναι οι αντιλήψεις του (πεποιθήσεις, αξίες, προκαταλήψεις) περί λογοτεχνίας, περί γλώσσας, περί κριτικής και θεωρίας; Ποιο είναι το μορφωτικό κεφάλαιο που φέρει η μελέτη της σύγχρονης λογοτεχνίας σε σχέση με το απολύτως αδιαμφισβήτητο κεφάλαιο της αρχαιογνωσίας;» απαντώνται με επάρκεια. Επειδή οι απαντήσεις στα ερωτήματα που έρχονται και ξανάρχονται στην πορεία του βιβλίου με παραλλαγές και μετατοπίσεις δεν είναι ίδιες, αναδεικνύεται ακριβώς η ιστορικότητα τόσο του ερωτήματος όσο και της απάντησης.

Και κάτι τελευταίο, αλλά εξίσου σημαντικό για την αντίληψή μου: η συγγραφέας θεωρώντας ότι η ενασχόληση με αρχεία του πεδίου που μελετά δεν αποτελεί απλώς ένα επεισόδιο ενός μουσειακού παρελθόντος δίνει το έναυσμα και το κίνητρο για μελλοντικές έρευνες και γόνιμους αναστοχασμούς και καταθέτει την προσδοκία ότι «[…] ίσως η αναψηλάφησή τους βοηθάει στη συλλογική μας αυτογνωσία και στην αναζήτηση απαντήσεων που ταιριάζουν στους δικούς μας καιρούς».

 

(*)Η Μαίρη Μικέ είναι καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας (Τμήμα Φιλολογίας, ΑΠΘ).

Βενετία Αποστολίδου, Η λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο. Η συγκρότηση της επιστήμης της Νεοελληνικής Φιλολογίας (1942-1982), Αθήνα, Πόλις, 2022, σ. 554.

Βρες το εδώ

Προηγούμενο άρθροΤο μέλλον ανήκει στην «Αυτοκρατορία των συναινέσεων» (της Άννας Αφεντουλίδου)
Επόμενο άρθροΠερί Παραφροσύνης και άλλων δαιμονίων (της Δέσποινας Παπαστάθη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ