Η Λευκωσία και τα Βριλήσσια, ο θείος Κωστάκης και η Ρίτα Χέιγουορθ (της Μαρίας Στασινοπούλου)

0
219

 

της Μαρίας Στασινοπούλου

Με τον Ανδρέα και την Ελένη Αντωνιάδη μάς συνδέει πολύχρονος δεσμός και ευχάριστες, κυρίως, στιγμές. Έχουμε φάει, έχουμε γλεντήσει, έχουμε ταξιδέψει μαζί, έχουμε συνυπάρξει σε ημερίδες και συνέδρια, έχουμε παρουσιάσει αμοιβαίως τα βιβλία ο ένας του άλλου, αγαπιόμαστε με λίγα λόγια. Όλα αυτά δεν νοθεύουν, θέλω να πιστεύω, την ευθυκρισία μας.

Μιλώντας για τον Ανδρέα ένα βασικό του χαρακτηριστικό που θα επεσήμαινα και έχει φανεί σε όλη τη μέχρι τώρα πορεία του, είναι το χιούμορ, η ειρωνική ματιά και η καλή διάθεση. Αυτό το χιούμορ φαίνεται από τον τίτλο ακόμη του βιβλίου που παρουσιάζεται απόψε: Ο θείος Κωστάκης και η Ρίτα Χέιγουορθ με πρόταξη του ονόματος του θείου Κωστάκη, σαν αυτός να είναι το σπουδαίο πρόσωπο. Και είναι βέβαια στα μάτια του μικρού Ανδρέα.  Έχω μιλήσει εκτενώς για τη γραφή του Ανδρέα σε προηγούμενα βιβλία του. Η ασκημένη και οξεία ματιά της Ανθούλας Δανιήλ μάς τα είπε εξαιρετικά για το καινούργιο βιβλίο. Δυο λόγια μόνον ως χαιρετισμό.

Πρόκειται για ένα σύντομο οικογενειακό χρονικό, μια ενδιαφέρουσα παρακαταθήκη στα παιδιά και τα εγγόνια. Πέρα από την ιστορία μιας πολύκλαδης οικογένειας, περνά η ιστορία της Κύπρου, στην κρίσιμη δεκαετία 1950-1960. Το ιδιωτικό εντάσσεται στο δημόσιο. Η οικογένεια για την οποία μας μιλά είναι μία πολυπρόσωπη και στενά δεμένη, από αυτές που ζουν μαζί τη ζωή τους και ξέρουν να λένε και να γράφουν ιστορίες.  Μια έγχρωμη οικογενειακή πραγματικότητα που εναλλάσσεται με τις ασπρόμαυρες σελίδες της μεγάλης Ιστορίας, ενώ πολλά λαογραφικά και ηθογραφικά στοιχεία προκύπτουν εμμέσως. Η κινηματογραφική και συγγραφική ματιά του Ανδρέα αναπτύσσεται από πολύ νωρίς και εμβολίζεται στην αφήγηση.

Αξιοσημείωτο είναι το ύφος της γραφής που αποδίδει πράγματι το ύφος και τη σκέψη ενός παιδιού και ύστερα, για λίγο, ενός εφήβου. Χωρίς εκζήτηση και χωρίς τίποτε το «μικρομέγαλο».

Ο Ανδρέας Αντωνιάδης επιλέγει, για να εκφραστεί λογοτεχνικά, τα σταθερά νερά της γνώσης, του βιωμένου, διατηρώντας όμως σεβαστή απόσταση από τα αφηγούμενα, απόσταση που πείθει ότι ξέρει να παρατηρεί και να απομακρύνεται. Υπάρχουν κάποια διακριτά στοιχεία στη γραφή του: Κινηματογραφική δομή, λόγος στακάτος, κίνηση γρήγορη, ταχεία εναλλαγή στην αφήγηση, φυσικοί διάλογοι, τίποτα πεποιημένο. Κατέχει την τέχνη να υπολογίζει το φως, τις γωνίες λήψης και την ατμόσφαιρα των πλάνων, τόσο στο στήσιμο της εικόνας, όσο και στην αφήγηση. Οι ήρωές του πραγματικοί, γίνονται οικείοι. Συνηθίζει να παρομοιάζει πολλούς απ’ αυτούς με σταρ του σινεμά. Ενσωματώνει ακόμη στον δικό του λόγο συγγραφείς, τίτλους βιβλίων, κινηματογραφικές ταινίες ή σκηνές γνωστών ταινιών υποδεικνύοντας έτσι στον αναγνώστη τις οφειλές του ή το κλίμα μέσα στο οποίο ανδρώθηκε και ωρίμασε ο ίδιος.

Ο θείος Κωστάκης και η Ρίτα Χέιγουορθ, βιβλίο του οποίου η αφήγηση κινείται σε δύο επίπεδα που διακρίνονται τυποτεχνικά, θα μπορούσε να θεωρηθεί και παραμύθι για μικρά και μεγάλα παιδιά. Το τότε και το σήμερα. Η Λευκωσία και τα Βριλήσσια. Η Αγγλοκρατία με τα κέρφιου και τον αγώνα της ΕΟΚΑ και η σύγχρονη Ελλάδα με τον covid και τον εγκλεισμό. Ανάλαφρο βιβλίο για πολύ σοβαρές καταστάσεις.

 

(*) Παρέμβαση από την παρυσίαση του βιβλίου στο Σπίτι της Κύπρου, 14.11.2022

Αντρέας Αντωνιάδης, Ο θείος Κωστάκης και η Ρίτα Χέιγουορθ, Βακχικόν

 

 

 

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΓραφή και σώμα (της Βαρβάρας Ρούσσου)
Επόμενο άρθρο“Pomona”: το παιχνίδι της ζωής και του θεάτρου (της Όλγας Σελλά)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ