Η λεπτή διαχωριστική γραμμή της ζωής και του θανάτου

0
359

 

Της Σωτηρίας Καλασαρίδου.

Πώς ένα ταξίδι με προορισμό τον θάνατο καταλήγει στη δικαίωση της ύπαρξης; Σε ποιον βαθμό η ερεβώδης απαισιοδοξία μπορεί να μετατραπεί σε έναν υγιή οπτιμισμό που αιμοδοτεί εντέλει τη θέληση για ζωή; Πρόκειται για κεντρικά ερωτήματα στα οποία απαντά μέσα από το καινούριο του μυθιστόρημα ο Μιχάλης Μοδινός, το οποίο τιτλοφορείται Τελευταία έξοδος Στυμφαλία και κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Εστία (2014). Ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου, ο Ανδρέας, απόφοιτος του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, μεσήλικας, διαζευγμένος, τεχνοκράτης, και πρώην επιτυχημένος ελεύθερος επαγγελματίας ξεκινά με το αυτοκίνητό του ένα τελευταίο ταξίδι στη μεταμεσονύχτια Αττική Οδό με σκοπό του την αυτοχειρία στη Νέα Εθνική Οδό Αθηνών ― Κορίνθου στο ύψος της Κακιάς Σκάλας.

Το μυθιστόρημα του Μοδινού πραγματεύεται την οικονομική κρίση στην Ελλάδα και κατ’ επέκταση δεν μπορεί παρά να ιδωθεί και να θεωρηθεί ως ένα λογοτεχνικό έργο που το γέννησε η βιωμένη παρακμή, η οποία απερίφραστα εμφανίζεται ως απότοκη μιας αλυσίδας κοινωνικών, οικονομικών, πολιτισμικών και πολιτικών αλληλοεπιδρώμενων λαθών. Η πρωτοτυπία του βιβλίου, ωστόσο, δεν εδράζεται τόσο στον τρόπο με τον οποίο η κρίση περιγράφεται και αποτιμάται μέσα από τα άλματα της μνήμης του πρωταγωνιστή, αλλά εντοπίζεται κυρίως στον χρόνο που το μυθιστόρημα τοποθετείται και εκτυλίσσεται. Πρόκειται για μια χρονική μίξη που έχει το χαρακτήρα ενός ιδιότυπου τρίπτυχου συνύπαρξης παρελθόντος, παρόντος, και μέλλοντος, τρίπτυχο στο οποίο το παρελθόν εκφέρεται μέσα από τα μονολογικά και ζωτικής σημασίας για την προώθηση της υπόθεσης flashbacks του «επίδοξου» αυτόχειρα, το παρόν της αφήγησης συντελείται σε χρόνο Ενεστώτα, σε μια πορεία χωρίς επιστροφή, και όλα αυτά σε μια ιστορία που διαδραματίζεται στο εγγύς μέλλον, το οποίο ο συγγραφέας κατονομάζει ως εποχή μετά την Καταστροφή.

Η μετά-εποχή, όπως αυτή αποδίδεται στο παρόν έργο του Μοδινού, έχει αναμφίβολα μια φουτουριστική διάσταση με χαρακτηριστικά δυστοπίας, που είναι ωστόσο άκρως ιδιότυπη στον βαθμό που μοιάζει να είναι βγαλμένη από το παρελθόν. Το μελλοντικό φόντο δηλαδή θυμίζει έντονα παρελθούσες, ζοφερές εποχές της Ιστορίας της Ελλάδας, όπως επί παραδείγματι αυτήν της Κατοχής ή του Εμφυλίου, την ίδια στιγμή όμως οι εν λόγω περιγραφές μας φέρνουν στον νου κολεκτιβιστικές κοινωνίες που έχουν το βλέμμα τους στραμμένο στη φύση. Ίσως και εκεί να κρύβεται, σύμφωνα με τον συγγραφέα, το αντίδοτο για την αποτροπή της σοβούσας καταστροφής, όπως αυτή αποδίδεται μέσα από την ειρωνική γλώσσα του Μοδινού και όπως αποτιμάται από τη σαρκαστική του ματιά. Το μυθιστόρημα, εσωκλείοντας τη δυναμική μιας προειδοποίησης στα όρια της προφητείας και μιας κραυγής για την αναγκαιότητα να διαχειριστούμε το μέλλον μας διαφορετικά είναι πυκνογραμμένο με μια συνετή οικονομία του υλικού του τόσο σε επίπεδο ιδεών όσο και σε επίπεδο γλώσσας, παλινδρομώντας ανάμεσα σε ένα βαθιά πολιτικό σχόλιο για τον πολιτισμό και μια αισιόδοξη προοπτική για τους κύκλους της Ιστορίας και της αναζωογονητικής της δύναμης να απομακρύνει με τους μηχανισμούς της την αποφορά και να οξυγονώνει με φρέσκο, καθαρό αέρα τους πνεύμονες των κοινωνιών.

Ο μονόλογος του πρωταγωνιστή ή καλύτερα η συνομιλία με τον εαυτό του και η κυριαρχική παρουσία του πρώτου ενικού προσώπου δεν υπογραμμίζουν μόνο τη μοναξιά του υποκειμένου σε ένα μυθιστόρημα δρόμου (road novel) στο οποίο δεν υπάρχει συνοδοιπόρος και κατ’ επέκταση συνομιλητής, αλλά αναδεικνύουν καταληκτικά την αντίστιξη ανάμεσα στον επαπειλούμενο θάνατο της κοινωνίας και του ατόμου και την εγγενή δυνατότητα κάθε οργανισμού για υπέρβαση της «νόσου» του.

Ταυτόχρονα, η Μνήμη στο έργο του Μοδινού, μολονότι διαδραματίζει καίριο ρόλο, εντούτοις δεν έχει απλά χαρακτήρα λυτρωτικό, καθώς ο πρωταγωνιστής δεν αναμοχλεύει εικόνες, δεν ανακαλεί μυρωδιές και δεν αναδεύει κοιμισμένα συναισθήματα μόνο για να παραμείνει λίγο ακόμη μέσα στο παιχνίδι· το σκάλισμα των αναμνήσεων ενέχει επιπρόσθετα μια διάσταση αποσύνθεσης της λογικής, υποδαύλισης της απαισιοδοξίας και αντίστοιχα ενίσχυσης της βούλησης του υποκειμένου προς το σχεδιασμένο «σάλτο μορτάλε». Και είναι εν προκειμένω εμμέσως συνδεδεμένες με τη Μνήμη οι έννοιες της βούλησης και της ελευθερίας, οι οποίες διαπλέκονται αριστοτεχνικά. Η βούληση και η ελευθερία, όπως μας αποκαλύπτονται κυρίως μέσα από τους αναστοχασμούς της ζωής του μυθιστορηματικού ήρωα, δρουν διχαστικά, καθώς από τη μια ωθούν τον πρωταγωνιστή να διαρρήξει κάθε δεσμό με μιαν ανυπόφορη πραγματικότητα, από την άλλη την ίδια στιγμή τον κρατούν ζωντανό μέχρι να ολοκληρωθεί ο απολογισμός μιας ζωής που για να τελειώσει πρέπει πρώτιστα να έχει ξορκιστεί.

Καταληκτικά, νευραλγικός είναι και ο ρόλος της Ύπαρξης ως έννοιας που εδώ είναι επιφορτισμένη με την αναπόδραστη αποστολή να αποδείξει την ανεπανάληπτη αξία της και να διακηρύξει τη μοναδικότητά της, μέσα στα όρια της αυτονομίας της και των ευθυνών που της αναλογούν για τις πράξεις της. Η δικαίωση της Ύπαρξης, ωστόσο, όπως διαπιστώνουμε στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου, φαίνεται να είναι εν πολλοίς υπόθεση μιας δύναμης, ενός, θα έλεγε κανείς, από μηχανής θεού, που ρυθμίζει τα ρευστά, συγκεχυμένα, και επισφαλή όρια ανάμεσα στο σκοτάδι και το φως, ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο, και που σηματοδοτεί με το βέλος της τελικής εξόδου της διαδρομής τη ζωή, οδηγώντας τους ήρωες και τους αναγνώστες στη λύτρωση και φέρνοντάς τους πιο κοντά σε μια δική τους Γη της Επαγγελίας.

 

Μιχάλης Μοδινός Τελευταία έξοδος Στυμφαλία, εκδ΄.Βιβλιοπωλείον της Εστίας 

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΗ κοιλάδα του ανθρώπινου λογισμικού
Επόμενο άρθροΜια σουηδική ματιά στην ελληνική κρίση

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here