Οι ισορροπίες του τραύματος: πέρα από την (αυτο)λογοκρισία

0
123

Του Σπύρου Κακουριώτη.

 

Πιθανόν Η ισορροπία του Nash να αποδειχθεί η πιο πολυσυζητημένη παράσταση της χρονιάς. Όχι όμως για την καλλιτεχνική της αξία, καθώς αυτή δεν βρέθηκε ούτε για μια στιγμή όχι στο επίκεντρο αλλά ούτε καν στις παρυφές της δημόσιας συζήτησης, του σάλου καλύτερα, που ξεσήκωσε. Άλλωστε στις λίγες ημέρες που παίχτηκε στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, η προσέλευση των θεατών ήταν μάλλον υποτονική και οι αντιδράσεις τους χλιαρές. Το έργο της Πηγής Δημητρακοπούλου έγινε αντικείμενο δημόσιου «διαλόγου» όχι για τις επτά παραστάσεις που έδωσε αλλά για τις τρεις που δεν έδωσε.

Ανατρέχοντας εν τάχει στα γεγονότα, να θυμίσουμε ότι, προκειμένου να προωθηθεί η παράσταση, αναζητήθηκε ο Σάββας Ξηρός (μεγάλα αποσπάσματα από το βιβλίο του οποίου Η μέρα εκείνη: 1.560 ώρες στην εντατική αποτελούσαν υλικό στο οποίο βασίστηκε η Ισορροπία του Nash, μαζί με τους Δίκαιους του Καμύ), συνέντευξη του οποίου δημοσιεύτηκε στο tvxs.gr.

Ομοβροντία αντιδράσεων ακολούθησε την επόμενη μέρα, με βουλευτές της Ν.Δ. να καταθέτουν σωρηδόν ερωτήσεις στη Βουλή (Γεωργιάδης, Αρκαδίου-Καραμανλή, Τζαβάρας, αλλά και Χρ. Παππάς της νεοναζιστικής Χ.Α.), κατηγορώντας λίγο-πολύ το Εθνικό Θέατρο και την κυβέρνηση για προσπάθεια «ηρωοποίησης» της τρομοκρατίας, που χρηματοδοτείται με «τα λεφτά των φορολογουμένων». Από κοντά, οι λιγότερο κραυγαλέες αλλά αποτελεσματικότερες πιέσεις προς το Εθνικό Θέατρο εκ μέρους της ομάδας συγγενών των θυμάτων «Ως εδώ» και του αμερικανού πρέσβη που συντάχθηκε μαζί τους, αλλά και ιδιωτικών ιδρυμάτων που, όπως γράφτηκε, απείλησαν να αποσύρουν τις χορηγίες τους προς το Θέατρο. Μαζί με αυτά, ο φόβος από τις ανώνυμες απειλές «θα σας κάψουμε» και «θα τα σπάσουμε» οδήγησε την καλλιτεχνική διεύθυνση του θεάτρου στη λάθος κίνηση: τη ματαίωση των τεσσάρων τελευταίων παραστάσεων.

Το εκκρεμές των αντιδράσεων έγειρε τώρα από την άλλη πλευρά: καλλιτέχνες και εργαζόμενοι του θεάτρου, θυμωμένοι από την (αυτο)λογοκρισία, δημιούργησαν ένα εκρηκτικό κλίμα, που επέβαλε, τελικά, την πραγματοποίηση της παράστασης την Κυριακή 31 Ιανουαρίου, στο πλαίσιο της συγκέντρωσης διαμαρτυρίας έξω από την Πειραματική Σκηνή. Κίνηση που αποφόρτισε το κλίμα, αφήνοντας τα απόνερα να τα διαχειριστούν, για δικό τους όφελος, οι διάφοροι «Ιζνογκούντ», προηγούμενοι και επερχόμενοι, που επιβουλεύονται τη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή Στάθη Λιβαθινού…

Τέλος καλό, όλα καλά, δηλαδή; Όχι ακριβώς… Νομίζω πως υπάρχουν τρία σημεία, αλληλένδετα, τα οποία πέρασαν σχεδόν απαρατήρητα από τον δημόσιο «διάλογο». Το ένα αφορά τη δυσανεξία απέναντι στη διαφορετική άποψη που επιδεικνύει συστηματικά σημαντικό τμήμα της κοινωνίας, όπως τουλάχιστον διερμηνεύεται από τα μέσα ενημέρωσης, η οποία εύκολα ασπάζεται απαιτήσεις για λογοκρισία της «εξοργιστικής» διαφορετικότητας. Η διαχρονική αυτή δυσανεξία επιτρέπει στα φαινόμενα λογοκρισίας να επαναλαμβάνονται τακτικότατα (να θυμηθούμε το Χυτήριο; την αποκαθήλωση του Stills του Kris Verdonck στην Κλαυθμώνος; την Outlook παλιότερα;) και διασφαλίζει την επανάληψή τους στο μέλλον.

Όπως συμβαίνει συνήθως, οι διαμαρτυρόμενοι αγνοούσαν το έργο το οποίο απαιτούσαν να λογοκριθεί –είναι χαρακτηριστικά τα σφάλματα σχετικά με το περιεχόμενο της παράστασης που περιλαμβάνονται στις κοινοβουλευτικές ερωτήσεις. Έτσι, το έργο και η όποια επιτυχία ή αποτυχία του να αναμετρηθεί με το υλικό του, να το προσεγγίσει πολυπρισματικά και να το μετουσιώσει σε τέχνη δεν μετριέται με τα κριτήρια του δικού του πεδίου, αλλά με άλλα, τελείως εξωγενή, με αποτέλεσμα να καταδικάζεται –ή να δικαιώνεται– ερήμην του…

Έχοντας «άγνοια κινδύνου», η σκηνοθέτις, αλλά και οι υπεύθυνοι της Πειραματικής Σκηνής, έθεσαν τον δάκτυλον επί τον τύπον ενός πολλαπλού τραύματος, το οποίο η ελληνική κοινωνία δεν έχει φέρει στο φως, δεν έχει συζητήσει, αντιθέτως, το έχει απωθήσει στη σιωπή: αυτό της δολοφονικής ένοπλης βίας κατά τη διάρκεια της μεταπολίτευσης. Η εμπειρία, ο πόνος, η απώλεια των συγγενών των θυμάτων σχεδόν ποτέ δεν εκφράστηκε στον δημόσιο χώρο και όποτε έγινε αυτό ήταν με τρόπο μειοψηφικό, δημιουργώντας τους τη βεβαιότητα πως όχι μονάχα θα πρέπει να διαχειριστούν το τραύμα τους απομονωμένοι και μέσα στη σιωπή αλλά και ότι η υπόλοιπη κοινωνία αδιαφορεί, αν δεν επιχαίρει κιόλας για τις δολοφονίες των δικών τους.

Από την άλλη μεριά, η ανάκριση του Σάββα Ξηρού στην Εντατική του Ευαγγελισμού, το μακρινό 2002 (στην οποία αναφέρεται το βιβλίο του), έγινε υπό συνθήκες για τις οποίες η δημοκρατία μας δεν μπορεί να είναι και τόσο υπερήφανη. Για την ακρίβεια, έγινε υπό συνθήκες που συνιστούν ένα τραύμα, το οποίο έχει εξίσου αποσιωπηθεί. Η αναγνώριση του τραύματος αυτού δεν συνιστά ούτε δικαιολόγηση ούτε δικαίωση της δολοφονικής δράσης του Σάββα Ξηρού και των καταδικασμένων συγκρατουμένων του. Σημαίνει αναγνώριση της ανθρώπινης υπόστασής του –αυτό που ο ίδιος και οι σύντροφοί του δεν αναγνώριζαν στα θύματά τους.

Ίσως, πράγματι, να είναι πολύ νωρίς για την αμοιβαία αναγνώριση αυτού του «εμφύλιου» τραύματος. Όπως όμως έχει αποδειχθεί πολλάκις, η τέχνη είναι σε θέση να αναγνωρίζει και να διαχειρίζεται, με τα δικά της εργαλεία, πολύ νωρίτερα από την ιστορική επιστήμη, το τραύμα, ανοίγοντας το δρόμο για το πέρασμα από το πένθος στη δημιουργική κατανόηση, στη γνώση…

Προηγούμενο άρθροΣυνέδριο: Γλώσσα, εξουσία, ΜΜΕ
Επόμενο άρθροΟ γάμος της στιχουργικής με το παραμύθι

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ