Η ιδέα και η πράξη της φυγής στον Απόστολο Στραγαλινό (του Αλέξη Καλοφωλιά)

0
69

 

του Αλέξη Καλοφωλιά

Ένα πτώμα που σφυρίζει τον σκοπό του Louie Louie και βολτάρει στη λεωφόρο των B-Movies. Δυο πιτσιρικάδες από τον Βόλο που ξεκινάνε για μια βόλτα μέχρι τη Λάρισα και καταλήγουν σε ένα ταξίδι βεντερικών προδιαγραφών που παραλίγο να τους οδηγήσει στην Αθήνα. Ένας μακροχρόνια άνεργος που πιάνει δουλειά στον Δήμο Αθηναίων και αναγκάζεται να σβήσει τους στίχους που ο ίδιος γράφει στους τοίχους μιας Αθήνας σε ελεύθερη πτώση. Ένας γερμανός άστεγος που αναζητά μια θέση σε ένα υπνωτήριο και ζεσταίνεται με την ανάμνηση από ένα ψήγμα ανθρωπιάς. Ο διάλογος με ή μέσα σε μία φωτογραφία από αυτές που αποθησαυρίζει μια μητέρα που παρακολουθεί τις δημοσιεύσεις του αγαπημένου της γιου. Η Οδύσσεια ενός γκασταρμπάιτερ δεύτερης γενιάς που προσπαθεί να ριζώσει στον τόπο των γονιών του μα παραμένει ξένος παντού. Ένας ανέστιος που χάνεται στα βουνά της μεθορίου και συναντάει μια υπερβατική θηλυκή παρουσία που τον πλοηγεί. Μία σκηνοθέτρια που καταλήγει να δουλεύει σεζόν σε ένα ελληνικό νησί μέχρι που φτιάχνει ένα αντίσκηνο στην παραλία που γράφει ΕΛΕΥΘΕΡΗ και εξαφανίζεται. Ένας γερμανός περιπλανώμενος που το σπίτι του καίγεται σε ένα κρεσέντο μισαλλοδοξίας. Ένας «γραφικός»- προσέξτε τα εισαγωγικά γκαραζόβιος που χτίζει τη ζωή του γύρω από τη μουσική και οδηγείται σε έναν ενθουσιασμό σχεδόν ανυπόφορο για τον ίδιο και τους άλλους.

Καταπιάνομαι με αυτό το κείμενο δυο μέρες και όσο προσπαθώ να σκιαγραφήσω την πρώτη συλλογή διηγημάτων του καλού μου φίλου Απόστολου τόσο νιώθω ότι καταστρέφω τη λεπτή εσωτερική ισορροπία και την απόλαυση που προέκυψε αβίαστα από την ανάγνωσή τους. Ας ξεκινήσω λοιπόν με κάτι προφανές, μια αναγωγή που δηλώνει και ο ίδιος ο τίτλος της, ότι είναι μια σειρά από μικρές και κάπως μεγαλύτερες ιστορίες που πραγματεύονται την ιδέα και την πράξη της φυγής. Βινιέτες από το πρωινό που θα φύγουμε. Φυγή είναι η επόμενη μέρα που θα σε ξημερώσει κάπου αλλού, αλλά φυγή είναι και ο θάνατος. Η διττή σημασία της λέξης διατρέχει με την αμφισημία της όλο το βιβλίο.

Από άποψη μορφής λοιπόν, το «Πρωινό» δεν υπακούει σε κάποιον αυστηρό κανόνα. Τα διηγήματα καταλαμβάνουν άλλοτε δύο σελίδες και άλλοτε είκοσι, ο λόγος είναι αλλού σκληρός και εσωστρεφής και αλλού τρυφερός, σχεδόν προστατευτικός προς τους χαρακτήρες. Οι οποίοι χαρακτήρες είναι ετερόκλητοι: δύο πιτσιρικάδες της επαρχίας που πηγαίνουν στο δισκάδικο μιας κοντινής πόλης για να αγοράσουν τους αγαπημένους τους δίσκους, ένας  αλβανός μετανάστη που παίζει τη ζωή του κορώνα γράμματα στα σκληρά σύνορα της εποχής μας, ένας τσακισμένος από την κρίση άνεργος πτυχιούχο που μέσα του χτυπάει μια ποιητική καρδιά. Τι τους συνδέει;

Νομίζω πως το κοινό νήμα που συνδέει όλους αυτούς τους ανθρώπους είναι η πίστη τους στον επόμενο ορίζοντα. Η βαθιά τους πεποίθηση, σχεδόν ενστικτώδης, ότι η ζωή είναι μία δυναμική συνθήκη και ότι το κάθε βήμα τροφοδοτείται από το προηγούμενο. Ότι ο προορισμός είναι τελικά μόνο μια πρόφαση, ότι «δεν είχε  ποτέ, κατ’ ανάγκη ύψιστη και δεσπόζουσα σημασία». Ακόμα και ο τελικός προορισμός, η αναντίρρητη συνθήκη, μπορεί ο θάνατος, μπορεί να είναι ένα αστείο, όπως λέει στο πρώτο διήγημα ο Τέλης, ο οποίος βολτάρει στις κινηματογραφικές οθόνες σε μια αλληγορία του παράδοξου της ζωής. Και, όπως οι δύο πιτσιρικάδες στο δεύτερο διήγημα, βιώνουν μια σειρά από κοσμοϊστορικά γεγονότα με το δικό τους κοσμοϊστορικό φευγιό, το ΄89 ο κόσμος αλλάζει, η ιστορία σφαδάζει αλλά ένας άλλος κόσμος χτίζεται από μικρά, ανθεκτικά υλικά. Ροκ εν ρολ, ποίηση, αφήγηση.

Ένα δεύτερο πεδίο αναφοράς είναι ο απόηχος της καταστροφικής οικονομικής κρίσης που ζήσαμε και ζούμε. Μόνοι άνθρωποι που τριγυρίζουν στην πόλη, flaneurs της ανάγκης, σε μια χώρα ρημαγμένη από την κρίση. Εδώ υπάρχει μία λογοτεχνία τίμια, που δεν αποστρέφεται την πραγματικότητα, αλλά την αφήνει να την ορίσει σε ασυνείδητο και συνειδητό επίπεδο. Και, με έναν υποδόριο αλλά σχεδόν αναπόδραστο τρόπο, συντριπτική. Γιατί αυτά είναι τα υλικά του κόσμου όπου εμείς, αγαπητοί φίλοι και φίλες, ζήσαμε και ζούμε, όπου το μόνο πράγμα που δίνει ελπίδα είναι ότι δεν μπορεί να υπάρχει κόσμος δίχως ελπίδα:

Λένε ότι η φλέβα της αξιομνημόνευτης  λογοτεχνίας βρίσκεται στις απλές περιγραφές. Να λοιπόν μια τέτοια περιγραφή, που χωρίς να φωνάζει, δίνει όλο το βάθος της απόγνωσης:

Το παιδικό, λιτό δωμάτιό του: δεξιά από την πόρτα ένα ξύλινο κρεβάτι που τρίζει, κολλητά στον τοίχο, δίπλα του το κομοδίνο με μια λάμπα και βιβλία, το παράθυρο αντικριστά στην πόρτα, αριστερά του ένα τραπέζι-γραφείο, μια καρέκλα και απέναντι από το κρεβάτι η βιβλιοθήκη, ένα ράφι με δίσκους και η ντουλάπα. Σε μια παλιά κίτρινη μπερζέρα, σφηνωμένη στη γωνία ανάμεσα στο τραπέζι και στη βιβλιοθήκη, έχει τοποθετήσει προσωρινά το πικάπ που έφερε από το διαμέρισμα της Φιλαδέλφειας. Πάνω στο πικάπ, πεταμένο ένα μαύρο σακίδιο, και στα μπράτσα της μπερζέρας, παρατημένα τα ρούχα που φορούσε το προηγούμενο βράδυ.

Πληκτρολογεί στο γκουγκλ: «Δήμος Αθηναίων, θέσεις εργασίας».

Τα διηγήματα ακροβατούν ανάμεσα στην εξέγερση και τη νοσταλγία. Ισορροπούν ανάμεσα σε δίπολα δίχως σημασία, υπό την έννοια ότι έχουν βαρύτητα μόνο για όσους τα αισθάνονται ως συστατικά του κόσμου τους. Σε αυτό το καμένο λιβάδι, δεν υπάρχουν αντικειμενικές θεωρήσεις. Υπάρχει μόνο συναίσθημα και κίνηση. Αν υπήρχε ένα στοίχημα που ήθελε να κερδίσει ο Απόστολος Στραγαλινός με τα διηγήματά του, είναι πώς μπορείς να γράψεις κάτι σπαρακτικό χωρίς να εκβιάσεις το συναίσθημα του αναγνώστη. Είναι αυτό που θα μπορούσα να ονομάσω τίμια λογοτεχνία, ή λογοτεχνία της άδικης κατακρήμνισης. Οι άνθρωποι τους πρωινού που θα φύγουμε προσπαθούν με κάποιο τρόπο να θεραπευτούν από μία αδιάγνωστη μελαγχολία. Γίνονται οι γονείς του εαυτού τους, τη στιγμή που η γονεϊκότητα εξαναγκάζεται στην εγκατάλειψη της καθοδήγησης. Στον «Εκπρόσωπο», αυτή η ειρωνεία εμφανίζεται με σχεδόν οξύμωρο τρόπο: Η καταστροφή της δημιουργίας του Ζήση, ο αφανισμός της ποιητικής πλευράς του, γίνεται η βάση για την υλική σωτηρία του. «Καθώς έσβησε για πρώτη φορά ένα δικό του παλιότερο σύνθημα στη συμβολή των οδών Ακαδημίας και Θεμιστοκλέους, ένιωσε να σβήνει την ύπαρξή του». Το κρυφό με τη μοτοσικλέτα της αστυνομίας, είναι ένα κρυφτό με τον ίδιο τον εαυτό. Μια σειρά από αντιφάσεις, που εμφανίζονται ξανά και ξανά με διαφορετική μορφή. Και η φυγή, μια προσπάθεια να υπάρξει ολοκλήρωση, όταν αυτές οι αντιφάσεις δεν προσφέρουν τη λύση τους από μόνες.

Στην «Αδέσποτη φωτογραφία», άλλη μια ακροβασία, αυτή τη φορά ανάμεσα στο αυτοβιογραφικό (την πηγή του διηγήματος) και το ετεροβιογραφικό (τον μύθο, την πλοκή του, την εμμονή της μητέρας). Ένα παιδί των τελών του 20ου αιώνα, του αιώνα της καταγραφής, που γνώρισε το πολιτιστικό απόσταγμα αυτής της κατακλυσμικής εποχής στην καλύτερη μορφή του, διυλισμένο μέσα από τον πόνο. Συγχρόνως, «Πολλοί συμβιβασμοί, τρελή πορεία, γεμάτη σταυροδρόμια. Ματαιώσεις, απώλειες, αυταπάτες». Ο διάλογος μπορεί να διασωθεί μόνο όταν τα πάντα μετέχουν σ’ αυτόν, όταν τα άψυχα αποκτούν φωνή, με τον τρόπο των παραμυθιών.

Ο Λέο ήταν το πιο δύσκολο από τα διηγήματα. Δύσκολο γιατί καταλαβαίνεις ότι η φυγή εδώ είναι η ύστατη – ο θάνατος. Αυτό το απείρως και συγχρόνως καθόλου ποιητικό θεματικό αντικείμενο, που φέρνει μαζί του την ολοκλήρωση. Με έναν σχεδόν χαϊντεγκεριανό τρόπο, το συνειδητό σχηματίζει την ενότητα  που έλειπε από τη ζωή, αλλά τι γίνεται όταν η κυρίαρχη μορφή που προβάλλει είναι η ετερότητα; Ο γιος των γκασταρμπάιτερ, το παιδί που επιζήτησε την ταυτότητα όπου μπορούσε, και όταν επέστρεψε, η χώρα του επιφύλαξε μόνο ματαιώσεις. Ξένος παντού, η κατάρα και μαζί άσσος στο μανίκι, άπατρις και μετέωρος όπως μας λέει ο Απόστολος, σίγουρος μόνο για την αβεβαιότητά του. Και, κάτι που σε οποιοδήποτε άλλο μέρος του κόσμου θα ήταν μια τυχαία συμφορά, είναι εδώ το τελικό χαστούκι μιας άκαρδης μάνας.

Στο «Ρίτα ή οχτώ γράμματα σε λευκά σεντόνια» η αβεβαιότητα μεταφέρεται σε έναν άλλο χώρο, όπου η «βεβαιότητα είναι πως διαθέτει φτερά και, μόλις το αποφάσιζε εκείνη, θα δραπέτευε ξανά». Όλοι μας πρέπει να πιστέψουμε σε κάτι.

Το «Πρωί που θα φύγουμε», όπως κάθε πόνημα  τίμιας λογοτεχνίας, είναι ένα βιβλίο που δεν κρατάει μυστικά. Ο συγγραφέας μας δίνει το σύμπαν του συμπυκνωμένο με εξαίσιο τρόπο, σε ένα απόσπασμα που και μόνο αυτό θα δικαιολογούσε τους επαίνους και έτσι θέλω να κλείσω αυτό το σύντομο σημείωμα:

το ιριδίζον Πανοπτικόν – οι εκπυρσοκροτήσεις των νευρώνων – οι φιλντισένιες φλέβες- η λαβυρινθώδης μνήμη – η ανυπότακτη φαντασία – τα πυροδοτημένα όνειρα – το διψασμένο στόμα – η σκονισμένη προϊστορία – οι ενδότερες περιοχές της παραφροσύνης – ο ολόφωτος φιδογυριστός φάρος – η περιστρεφόμενη γυάλινη σφαίρα της ζωής – η κρυστάλλινη άμμος των μυστικών παραλιών – οι βουβές ταινίες στα κλειστά βλέφαρα – τους υποδόριους χάρτες- το τζουκ μποξ στον υμένα του αυτιού – η παραισθησιογόνος παραφορά – το μπαρε με το αστείρευτο μπέρμπον και τους άγιους πότες – τα ανυπόμονα πόδια και οι καυτοί, απάτητοι δρόμοι – η αίθουσα των εξαίσιων πορτρέτων και των οπτικών ψευδαισθήσεων , των συντριμμιών και των μεταλλίων – τα χαμόγελα δίχως πρόσωπο – τα σκουριασμένα καρφιά – οι ματωμένες ξιφολόγχες – η τρυπημένη καρδιά – οι ανεμόμυλοι της Εδέμ – τα αγαπημένα χέρια που κρατούν σφιχτά οι παλάμες σου – το αόρατο υπερθέαμα!

   

Απόστολος Στραγαλινός, Το πρωί που θα φύγουμε , Κριτική 

Προηγούμενο άρθροΥπάρχει συνέχεια στη ζωή των Πόλεων; (του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου)
Επόμενο άρθρο100 Μεγάλα Ινδικά Ποιήματα, «Να κερδίζεις τον χρόνο, γιατί δεν το επιδίωξες» (του Μανώλη Γαλιάτσου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ