Η γοητεία των μικρών φεστιβάλ και το Πανόραμα

0
86

 

 Της Αγορίτσας Μπακοδήμου.

 

Το Σεπτέμβριο επισκέφθηκα για δεύτερη φορά το Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Αδελφοί Μανάκι στα Μπίτολα της γειτονικής Fyrom. Χωριά πανομοιότυπα και από τις δύο πλευρές των συνόρων, το τοπίο να αρνείται κάθε κρατική διαφοροποίηση, ηλικιωμένες Ελληνίδες να παζαρεύουν ορθοπαιδικά παπούτσια σε άπταιστα σλάβικα και μανάβηδες που μοιράζονται με τους «εχθρούς» την οικογενειακή συνταγή για σάλτσα από πιπεριές Φλωρίνης. Στο ξενοδοχείο-καζίνο οι διαπιστευμένοι ξένοι δημοσιογράφοι παρακολουθούν γοητευμένοι, και ταυτόχρονα έκπληκτοι, τις υπερβολές μιας γαμήλιας δεξίωσης στην οποία βρεθήκαμε ακούσιοι θεατές. Εγώ όχι, διαθέτω μεγάλο συγγενολόι και έχουμε κάνει ήδη πολλούς γάμους! Μετά τα μεσάνυχτα στο καζίνο, μια έμπειρη Ελληνίδα παίκτρια μου παραθέτει τις διαφορές των συνοριακών καζίνο, δίνει συμβουλές στον ντόπιο συμπαίκτη της, και ταυτόχρονα με προειδοποιεί ότι «μας μισούν γιατί έχουμε λεφτά». Ένας σερβιτόρος στην αίθουσα του πρωινού επιμένει ότι το Κιλκίς είναι ωραία πόλη, μένει η αδελφή του εκεί. Όταν ζητώ να μάθω το όνομα κάποιου άλλου, με ενημερώνει γελώντας ότι το επώνυμό του αλλάζει ανάλογα με τα σύνορα. «Τον πατέρα μου τον λέγανε Γκούρτζη στην Φλώρινα, εδώ γίναμε Γκουρτζιέφσκι, ο θείος μου στη Βουλγαρία λέγεται Γκουρτζώφ».

Στην κεντρική πλατεία, ανάμεσα σε παλιά ελληνικά αρχοντικά, τζαμιά και αλβανικά ψιλικατζίδικα, το σοβιετικής τεχνοτροπίας άγαλμα του Φιλίππου καλπάζει με το βλέμμα προς την Ελλάδα. Όλοι παραδέχονται ότι είναι κακάσχημο, αυτό είναι το πιο ντροπιαστικό! Και ναι, οι ταινίες ήταν πολύ ενδιαφέρουσες, οι άνθρωποι της τέχνης παλεύουν να εξασφαλίσουν χρηματοδοτήσεις, αντιμετωπίζουν με αξιοπρέπεια τις «ιστορικές Μακεδονικές ταινίες» (μετάφραση: ανεκδιήγητα προπαγανδιστικά κακοτεχνήματα εσωτερικής κατανάλωσης) που αναγκάζονται να προβάλλουν και επιμένουν στο δρόμο τους προς τα άστρα, όπως ήταν το μότο του φετινού φεστιβάλ. Όποιος περιφρονεί τους συμβιβασμούς, μου είχε πει κάποτε αφοριστικά ένας συνάδελφος Ρώσος, διαλέγει την εύκολη οδό της απραξίας.

Τα Βαλκάνια είναι μια μικρή αυλή. Γύρω της είναι χτισμένα καμιά δεκαριά δωμάτια και στο μέσον της μια κοινή βρύση αποτελεί σημείο επαφής και θέατρο καθημερινών καβγάδων. Η εικόνα μπορεί να μην είναι τόσο οικεία για εμάς τους νεότερους που γνωρίσαμε την πρωτόγνωρη άνεση των διαμερισμάτων και την αμφισβητούμενη ιδιωτικότητα και απομόνωση του μπαλκονιού, αλλά η αξέχαστη ασπρόμαυρη ταινία του 1966, Οι κυρίες της αυλής, αποτελεί μια καλή αναπαράσταση της πραγματικότητας. Μικρά και μεγάλα δράματα, συμμαχίες που αλλάζουν αενάως, ζωές στριμωγμένες, γλέντια και μεγάλα όνειρα. Και όλα αυτά στη σκιά παρακείμενων μοντέρνων πολυκατοικιών που μικραίνουν ακόμα περισσότερο τον ορίζοντα, ενώ οι ένοικοί τους από τα ψηλά μπαλκόνια παρακολουθούν -άλλοτε με τρομολαγνεία και άλλοτε αγανακτισμένοι, αλλά πάντα «υπεράνω»- τα τεκταινόμενα και επιβάλλουν κυρώσεις όταν τα «σκουπίδια» των ταπεινών βρωμίζουν την εξώπορτά τους. Τα Βαλκάνια είναι μια μικρή αυλή και η υπόλοιπη Ευρώπη παρακολουθεί το μελόδραμά μας.

Στην Αθήνα τώρα, το Ευρωπαϊκό Πανόραμα Κινηματογράφου επιστρέφει για 27η συνεχή χρονιά από τις 16 έως και τις 26 Οκτωβρίου 2014 και στις 14 ημέρες της διάρκειας του θα παρουσιαστούν 70 ταινίες από την ευρωπαϊκή και την παγκόσμια κινηματογραφία  στους κινηματογράφους Ααβόρα και Άστυ. Το τμήμα «H Διεθνής Εικόνα Σε Πρώτη Προβολή», φιλοξενεί άπαικτες στο αθηναϊκό κοινό ταινίες, από την παγκόσμια κινηματογραφία. Ανάμεσά τους, το “Τα ερείπια είναι πάντα θλιμμένα” του Jeremy Saulnier (Βραβείο Fipresci στο Φεστιβάλ των Καννών), “El ardor” του Pablo Fendrik, με πρωταγωνιστή τον Gael García Bernal, “Inbetween Worlds” της Feo Aladag (Υποψήφιο για Χρυσή Αρκούδα στο Φεστιβάλ του Βερολίνου) και το “Jimmy’s Hall” του Ken Loach, παρουσία του Paul Laverty, σεναριογράφου της ταινίας και μόνιμου συνεργάτη του Βρετανού σκηνοθέτη.

Υπάρχει κι ένα ξεχωριστό αφιέρωμα στους αντικομφορμιστές του ελληνικού σινεμά. Στα τέλη της δεκαετίας του ’60 και μέσα σε εκείνη του ’70, νέοι σκηνοθέτες άρχισαν να καταπιάνονται με θέματα ασυνήθιστα για τον ελληνικό κινηματογράφο της εποχής. Από την «Εκδρομή» του Τάκη Κανελλόπουλου, μέχρι το «Λάβετε θέσεις» του Θόδωρου Μαραγκού, κι από την «Ευρυδίκη Β.Α. 2037» του Νίκου Νικολαϊδη, μέχρι το «Η φόνισσα» του Κώστα Φέρρη (μεταφορά του μυθιστορήματος του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη), οι ταινίες του παρόντος αφιερώματος αγγίζουν θέματα πολιτικά, κοινωνικά, αλλά και υπαρξιακά, δοσμένα με ζωντάνια, ενθουσιασμό και δίψα για ανανέωση, σε μια εποχή που μια αδίστακτη δικτατορία επέβαλλε τη σιωπή σε όλα τα μέσα έκφραση.

Επίσης, ο Elia Suleiman, ο διαπρεπέστερος κινηματογραφικός εκπρόσωπος της Παλαιστίνης θα βρίσκεται στην Αθήνα, καλεσμένος του 27ου Πανοράματος, ιδανική αφορμή για ένα μικρό, αλλά αντιπροσωπευτικό αφιέρωμα στο έργο του. Οχτώ  Έλληνες σκηνοθέτες προτείνουν και προλογίζουν την αγαπημένη τους ευρωπαϊκή ταινία, ενώ θα προβληθούν 11 αριστουργηματικές ταινίες που αφορούν τον Α’ παγκόσμιο Πόλεμο, επ’ ευκαιρία των 100 χρόνων από την έναρξή του

Και παρά το γεγονός ότι οι προτάσεις είναι ήδη πολλές, θα επιμείνω σε μια ταινία που βγαίνει αυτή την εβδομάδα στους κινηματογράφους. Το ’71 πρέπει να το δείτε!

Αφορά τον εμφύλιο πόλεμο στη Β. Ιρλανδία και παρακολουθούμε τα πάντα από την οπτική γωνία  ενός Άγγλου στρατιώτη των δυνάμεων κατοχής. Μια νύχτα στο Μπέλφαστ, μόνο μια νύχτα, που την παρακολουθείς με κομμένη την ανάσα σαν θρίλερ με συνεχείς ανατροπές, ενώ ο παραλογισμός του συγκεκριμένου πολέμου, και κάθε πολέμου, σκάβει ωμά μέσα στην ψυχή σου. Μια από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς!

«’71»

  • Σκηνοθεσία: Γιαν Ντεμάνζ
  • Σενάριο: Γκρέγκορι Μπέρκ
  • Φωτογραφία: Τεντ Ράτκλιφ
  • Μουσική: Ντέιβιντ Χολμς
  • Πρωταγωνιστούν: Τζακ Ο’ Κόνελ, Σαμ Ράιντ, Σον Χάρις, Τσάρλι Μέρφι, Πολ Άντερσον

 

 

Προηγούμενο άρθροΜνήμη, ιστορία, φιλοσοφία: Διασχίζοντας τα όρια
Επόμενο άρθροΤα ροζ φλαμίνγκο του Βασίλη…

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ