Η «γενιά της αριστερής μελαγχολίας»: οι εξουσιαστικοί όροι διαχείρισης ενός «αντιεξουσιαστικού» κανόνα (Μαρία Βαχλιώτη)

0
762

Μαρία Βαχλιώτη (*)

Με αφορμή τη συζήτηση για τη σύγχρονη ποίηση στο συνέδριο του Αναγνώστη καταθέτω ορισμένους προβληματισμούς για τη διαχείριση του όρου «αριστερή μελαγχολία» από τον Βασίλη Λαμπρόπουλο, έναν από τους ελάχιστους πανεπιστημιακούς που ασχολείται συστηματικά με τη σύγχρονη ελληνική ποίηση.

Σε άρθρο του για τον Βύρωνα Λεοντάρη δημοσιευμένο στο περιοδικό Σημειώσεις το 2015, ο Λαμπρόπουλος ορίζει ως θεωρητική αφετηρία αυτής της προβληματικής περί «αριστερής μελαγχολίας»  το έργο των Μπένγιαμιν και Φρόυντ,  και ο όρος εκεί περιγράφεται ως μια «ευρύτερη θεματική»: «Πρόκειται για τη μελαγχολία της αριστεράς από την επαύριο της Γαλλικής Επανάστασης ως την επαύριο των πρόσφατων εξεγέρσεων σε κεντρικές πλατείες  του Αραβικού και Ευρω-Αμερικανικού κόσμου, μια μελαγχολία για την απογοητευτική (και συχνά αυτοκαταστροφική) εξέλιξη της εξέγερσης που εκρήγνυται αλλά για διάφορους λόγους, συχνά εγγενείς, αδυνατεί να διαρκέσει». Στο πλαίσιο αυτής της θεματικής ο Λαμπρόπουλος  εντάσσει το ποιητικό, δοκιμιακό και κριτικό έργο του Βύρωνα Λεοντάρη, το οποίο φαίνεται να θεωρεί πρότυπο «αριστερής μελαγχολίας», προσδίδοντας ένα θετικό πρόσημο στον όρο («Από την αριστερή μελαγχολία στην αναρχική απόγνωση», περιοδ. Σημειώσεις, τχ. 80, Ιούνιος 2015).

Στη συνέχεια, ο Λαμπρόπουλος θα διευρύνει την εφαρμογή του όρου «αριστερή μελαγχολία» και θα προτείνει ως ποιητικό – ιδεολογικό μοντέλο την «παρέα του περιοδικού Σημειώσεις», εισηγούμενος ουσιαστικά μια παραλλαγή του όρου «ποίηση της ήττας»: «Αυτό έκανε κι η παρέα του περιοδικού, διαβάζοντας τη Γενιά του ’50 στο φως της Γενιάς του ’20 με ένα τρόπο τελείως μοναδικό στη νεοελληνική ποίηση που διερευνά την επανάσταση ως πάθος μορφής. Από το Διαφωτισμό ως σήμερα η ελληνική ποίηση δοκίμασε διάφορους νεωτερισμούς, εγκαταλείποντας καθιερωμένες τεχνοτροπίες και δοκιμάζοντας καινούργιες. Όμως, εκτός από ελάχιστες, μεμονωμένες εξαιρέσεις, ποτέ δεν αμφέβαλε για τη λειτουργία της ούτε έχασε την πίστη στον εαυτό της. Η ποίηση στοχάστηκε την ποιότητα, ποτέ τη νομιμότητά της. Αυτό έγινε μόνο με τις Σημειώσεις, κι έγινε άτεγκτα, και γι’ αυτό σύντομα εξελίχθηκε από λογοτεχνική σε πολιτιστική κριτική και τελικά σε πολιτική θεωρία που δεν έχει χάσει την επικαιρότητα και την εμβέλειά της. Όσο κι αν η χώρα υπέφερε κάτω από ξένη κατοχή, εσωτερική τυραννία ή οικονομική δυσπραγία, η ποίηση έπαιξε πάντα τον εθνικό της ρόλο παρηγορώντας και ενθαρρύνοντας. Μόνον οι Σημειώσεις τόλμησαν με ριζοσπαστισμό αντάξιο της Σχολής της Φρανκφούρτης να αμφισβητήσουν την αυθεντικότητα και εγκυρότητα της ποίησης, μιας από τις κορυφαίες νεοελληνικές αξίες και παρακα[τα]θήκες» («Η ποιητική ως πολιτική θεωρία: ήττα, απόγνωση και μελαγχολία», ανακοίνωση σε διημερίδα αφιερωμένη στο περιοδικό Σημειώσεις, 28 Οκτωβρίου 2017).

Οι διαπιστώσεις του (ποίηση της απόγνωσης, διάψευση του επαναστατικού οράματος κλπ.) τεκμηριώνονται με ποιητικά αποσπάσματα από το έργο των Βύρωνα Λεοντάρη, Στέφανου Ροζάνη, Μάρκου Μέσκου και Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου και παραλληλίζονται με ένα απόσπασμα από το ποίημα «Μεσοπέλαγα» του Θωμά Ιωάννου, οδηγώντας στη διαπίστωση ότι: «η “αριστερή μελαγχολία” της ποιητικής Γενιάς του [Ιωάννου] συνομιλεί δημιουργικά με την ήττα και την απόγνωση των δύο προηγουμένων γενεών». Ακόμη πιο συγκεκριμένα, έχοντας κατά νου, όπως αναφέρει, και άλλους ποιητές (Γιάννη Δούκα, Σταμάτη Πολενάκη, Γιάννη Στίγκα και Κυριάκο Συφιλτζόγλου) παρατηρεί ότι «η ποιητική γενιά του [Ιωάννου] βίωσε νωρίς αυτό που ο Μπένγιαμιν αποκάλεσε «αριστερή μελαγχολία», πολύ πριν ενσκήψει η μελαγχολία του κυβερνητικού Σύριζα, επειδή μεγάλωσε με τις Σημειώσεις και αντιλήφθηκε έγκαιρα πως δεν είχε καν την πολυτέλεια να απελπιστεί. (Μόττο Λεοντάρη στη συλλογή Ιωάννου: “Να απελπιστώ λοιπόν/ας έχω αυτό τουλάχιστον το θάρρος”)».

Εδώ ας προβληματιστούμε: Μήπως η παρέα των Σημειώσεων είχε κι άλλα χαρακτηριστικά που δεν την έκαναν μόνο παρέα, αλλά αδιαμφισβήτητα παρέα αριστερών; Μήπως η παρέα αυτή είχε βιωματική σχέση με την Αριστερά, σε εποχές που το να είσαι αριστερός σήμαινε ότι ζεις στα όρια της παρανομίας και θέτεις τη ζωή σου σε κίνδυνο; Μήπως αυτή η παρέα είχε γράψει, πριν από τις Σημειώσεις, σε αριστερά περιοδικά όπως η Επιθεώρηση Τέχνης και συγκρούστηκε με την κομματική ορθοδοξία; Μήπως, εκτός από τη βιωματική τους ένταξη και το ποιητικό τους έργο, τα μέλη της παρέας έγραψαν και κριτικά – δοκιμιακά κείμενα προκειμένου να προσδιορίσουν το πλαίσιο της (μαρξιστικής προέλευσης) αισθητικής και ιδεολογίας τους; Κυρίως, όμως, μπορούμε να συγκρίνουμε μια «παρέα» με μια ολόκληρη ποιητική γενιά;

Το επόμενο βήμα του Λαμπρόπουλου είναι η αναζήτηση ενός ενοποιητικού πλαισίου ιδεολογικού και θεωρητικού προβληματισμού. Επειδή αριστερές παρέες, όπως εκείνη των Σημειώσεων (παρέες δηλαδή με σαφή και ενιαία ιδεολογική συγκρότηση που να τεκμηριώνεται από τη βιογραφία, από την ποίηση και από το δοκιμιακό – θεωρητικό τους έργο), μάλλον δεν υπάρχουν σήμερα, ο Λαμπρόπουλος δεν αρκείται στο ήδη υπάρχον δοκιμιακό έργο των σύγχρονων ποιητών που αρθρογραφούν, αλλά παίρνει την πρωτοβουλία το 2020 να προσκαλέσει ποιητές και ποιήτριες να τοποθετηθούν θεωρητικά στο θέμα «Εξεγερτικό πρόταγμα και φαινόμενο».

Διαβάζουμε στην ιστοσελίδα του, υπό τον τίτλο «Εξέγερση: Η ρήξη με την παράδοση και η σύγκρουση με την εξουσία» τα εξής: «Η Έδρα Κ. Π. Καβάφη του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν κάλεσε προσωπικά συγκεκριμένους Έλληνες ποιητές που εμφανίστηκαν τις δύο πρώτες δεκαετίες του 21ου αιώνα να συμμετάσχουν σε μια συλλογή σύντομων δοκιμίων με θέμα το εξεγερτικό πρόταγμα και φαινόμενο. Οι προσκλήσεις έγιναν σταδιακά το 2020-21 και τα κείμενα αναρτήθηκαν με τη σειρά που ελήφθησαν. H σειρά πρόσκλησης/ανάρτησης ήταν περιστασιακή, όχι αξιολογική».

Το θέμα των δοκιμίων, όπως εξηγεί ο Λαμπρόπουλος σε άλλο άρθρο του, είχε οριστεί ως εξής: «Η ριζική ρήξη με τις αξίες και ιεραρχίες μιας κανονιστικής παράδοσης, η ρητή σύγκρουση με την εξουσία που ασκεί αυτή η παράδοση, και η διεκδίκηση αυτονομίας και ισονομίας. Μια εξουσιαστική παράδοση μπορεί να είναι πολιτική, κοινωνική, εθνική, θρησκευτική, λογοτεχνική, αισθητική κλπ. Η εξέγερση εκφράζεται ως σύγκρουση με το ισχύον και το κρατούν, όχι ως αμφισβήτηση ή αναθεώρηση (γενεών, κανόνων, σχολών κλπ.)» («Η αδιαφορία των ποιητών του 21ου αιώνα για την Επανάσταση του 1821», Χάρτης, τχ. 38, Φεβρουάριος 2022).

Πενήντα ποιητές και ποιήτριες διατυπώνουν τις θέσεις τους. Τα δοκιμιακά κείμενα φαίνεται ότι στηρίζουν τον στόχο του Λαμπρόπουλου, καθώς το θέμα είναι δοσμένο και περιοριστικό. Το μόνο πρόβλημα είναι ότι δεν προκύπτει από τα κείμενα που καταθέτουν, αλλά ούτε και από κάπου αλλού, πως όλοι αυτοί οι ποιητές είναι αριστεροί, όπως η παρέα των Σημειώσεων. Η προϋπόθεση αυτή δεν θα είχε ίσως μεγάλη σημασία για την κατανόηση του διευρυμένου όρου του Λαμπρόπουλου, αν ο ίδιος δεν την έφερνε εμμέσως στο προσκήνιο.

Συγκεκριμένα, στην εφημερίδα Καθημερινή, στις 17 Δεκεμβρίου 2020, δημοσιεύεται άρθρο (με τίτλο «Έλληνες ποιητές που εξεγείρονται στο Μίσιγκαν») για την παραπάνω δράση/πρόσκληση, η οποία χαρακτηρίζεται πρωτοβουλία «εξεγερσιακή». Εκεί ο Λαμπρόπουλος αναφέρει: «Είναι ενδεικτικό πως από νωρίς οι καινούργιοι ποιητές απέρριψαν τους παραδοσιακούς τρόπους κυκλοφορίας, κριτικής, ανθολόγησης, δικτύωσης, οι οποίοι ελέγχονταν από καθηγητές πανεπιστημίων, επιφανείς κριτικούς, ισχυρούς εκδοτικούς οίκους, συλλόγους και σαλόνια. Κατάφεραν να συνεργαστούν μεταξύ τους, και να πάρουν την παραγωγή και διακίνηση της ποίησης στα χέρια τους».

Το πορτρέτο των εξεγερμένων ποιητών ολοκληρώνεται: εκτός από την «αριστερή μελαγχολία» της ποίησης και τον εξεγερσιακό θεωρητικό λόγο τους, παρουσιάζονται, σε επίπεδο δράσης και ακτιβισμού, ως αντισυστημικοί – ασυμβίβαστοι – αντιεξουσιαστές που δεν ποδηγετούνται (και μάλιστα από καθηγητές πανεπιστημίου). Το ότι η πρόσκληση και η οργάνωση της δράσης έγινε από καθηγητή πανεπιστημίου δεν φαίνεται να αποτελεί αντίφαση! Επίσης, το ότι το θέμα έχει σχεδόν υπαγορευθεί από τον ίδιο τον Λαμπρόπουλο, δεν συνιστά ποδηγεσία! Δύο χρόνια αργότερα τα δοκίμια αυτά θα χρησιμοποιηθούν από τον ίδιο ως επιχείρημα για να υποστηρίξει την άποψη του ότι σήμερα «εκδίδεται δυναμική ποίηση η οποία αντιστέκεται στη συνένοχη συμφιλίωση και αφουγκράζεται την εξέγερση» («Πώς μπορεί να ακουστεί μια ριζοσπαστική κριτική την εποχή της συμπεφωνημένης συμμόρφωσης;», Ο Αναγνώστης, 4/4/2023).

Σημασία έχει ότι ο κανόνας έχει σχηματιστεί. Βρισκόμαστε στον «αστερισμό της αριστερής μελαγχολίας», ο οποίος, όπως δηλώνει ο Λαμπρόπουλος, δεν έχει περιορισμούς: στη διαδικασία πρόσκλησης και επιλογής των 50 συνεργατών «εκπροσωπήθηκαν διάφορες ταυτότητες, ηλικίες, τεχνοτροπίες, ιδεολογίες και τάσεις» («Η αδιαφορία των ποιητών του 21ου αιώνα για την Επανάσταση του 1821», ό.π.).

Το διευρυμένο σχήμα του Λαμπρόπουλου φαίνεται ότι μπορεί να σταθεί εμπερικλείοντας ακόμα και φιλελεύθερους ποιητές, εφόσον η αριστερή μελαγχολία είναι έννοια πολιτιστικής τάξης, πρόκειται δηλαδή για μια «φιλοσοφική και υπαρξιακή στάση της αντιεξουσιαστικής σκέψης», όπως δήλωνε σε άλλο κείμενο του («Η αριστερή αποποίηση της εξουσίας και της νομοτέλειας στη μεταπολεμική Ελλάδα», στον συλλογικό τόμο Η δυναμική του ελληνικού λόγου στο θέατρο, επιμ. Ελένη Κουτσιλαίου, Δημοτικό θέατρο Πειραιά, 2019).

Διατρέχοντας κανείς τα κείμενά του, διαπιστώνει ότι ο Λαμπρόπουλος φορτίζει ιδεολογικά τον όρο «αριστερή μελαγχολία» και τον συνδέει με την Αριστερά όποτε του είναι χρήσιμο (όταν αναζητά προγόνους, όταν αναφέρεται στο παρελθόν) και τον αποφορτίζει όταν θέλει να τον διευρύνει. Το αποτέλεσμα είναι να διαμορφώνει τελικά έναν τόσο ευρύ και ρευστό όρο, έναν όρο «ομπρέλα», κάτω από τον οποίο μπορεί να χωρέσει όλη σχεδόν η σύγχρονη ποιητική παραγωγή. Οτιδήποτε συνιστά άρνηση, αποποίηση, ή αντίδραση, μπορεί να θεωρείται αριστερή μελαγχολία, και συνεπώς ο Λαμπρόπουλος έχει την άνεση να επιλέγει ο ίδιος και να εντάσσει στον κανόνα του όποιο έργο θέλει. Το αν αυτό είναι θεμιτό, ας το απαντήσουν οι θεωρητικοί. Το πώς η χρήση ενός τέτοιου όρου εξυπηρετεί τη σημερινή κριτική και μας βοηθάει να αποκτήσουμε μια πιο καθαρή εικόνα του ποιητικού πεδίου, ας το απαντήσουν οι κριτικοί. Ο δικός μου προβληματισμός αφορά στο εξής: Έχουν οι ποιητές και οι ποιήτριες το δικαίωμα να τοποθετηθούν; Έχουμε δικαίωμα να κρίνουμε το έργο της κριτικής; Μας επιτρέπεται να διαφωνήσουμε ή όχι;

Σε δύο περιπτώσεις διαφωνίας που έχω υπ’ όψιν μου (ενδεχομένως υπάρχουν κι άλλες) οι διαφωνήσαντες με τον κανόνα της αριστερής μελαγχολίας (Ορφέας Απέργης, Χρήστος Νάτσης) αντιμετωπίστηκαν από τον Λαμπρόπουλο ως λογοτέχνες με ιδιοτελή κίνητρα, οι οποίοι διαμαρτύρονται γιατί είναι αποκλεισμένοι από κανόνες ή γιατί η κριτική τους αγνοεί (βλ. Β. Λαμπρόπουλος, «Ελληνική ποίηση και μελαγχολική πολιτική τον 21ο αιώνα», Ποιητική, τχ. 28, Φθινόπωρο–Χειμώνας 2021 και Χρ. Νάτσης, «Η κριτική ως νταβατζιλίκι», περιοδ. Unfollow, 4/8/2017).

Ας δούμε πως σχολιάζει ο Λαμπρόπουλος σε άλλο άρθρο του («Η ποιητική αντίσταση στην ένταξη», Χάρτης, τχ. 35, Νοέμβριος 2021) την αντίδραση κάποιων ποιητών στην κατάταξη και ομαδοποίηση του έργου τους: «Οι περισσότεροι μεταπολεμικοί ποιητές/-τριες αντιδρούν πολύ έντονα σε κάθε ομαδοποίησή τους. Δεν θέλουν να τους εντάσσουν πουθενά. Απορρίπτουν την κατάταξή τους κατά ηλικία (“γενιά του 2000”), φύλο (“γυναικεία ποίηση”), περίοδο (“γενιά της κρίσης”), ιδεολογία (“αριστερή μελαγχολία”), τάση (“μεταμοντέρνο”) κλπ. Απαιτούν να κριθεί ο καθένας τους ξεχωριστά έξω από κάθε ομοιότητα με συγγραφείς της συντεχνίας. Το καλό σε αυτή την αντίσταση είναι πως ο καθένας διεκδικεί τη μοναδικότητά του και ζητά να ακουστεί η δική του φωνή. Το κακό είναι πως ο καθένας διεκδικεί τη μοναδικότητά του πιστεύοντας πως κάθε σύγκριση με άλλους (εκτός κι αν είναι οι κορυφαίοι) τον αδικεί. Κι εδώ αρχίζουν τα προβλήματα. Όλοι επιθυμούν να περιληφθούν σε ανθολογίες, επισκοπήσεις και ιστορίες λογοτεχνίες αλλά ως μοναδικές περιπτώσεις με τελείως δικούς τους όρους. Κάθε ομαδοποίηση σε σχολή, ύφος ή αισθητική απορρίπτεται: αν την ασκεί Έλληνας, θεωρείται “καπέλωμα”, αν ξένος, αποικιοκρατία. Όμως η κριτική, η φιλολογία και η επιλογή λειτουργούν κατατάσσοντας σε ομάδες και όχι με σκέτους καταλόγους περιπτώσεων. Συγκροτούν ονόματα, έργα και τεχνοτροπίες σε κατηγορίες. Όποιος δεν θέλει να ανήκει πουθενά, μπορεί θαυμάσια να μείνει έξω από όλα, ανεξάρτητος κι αναπαλλοτρίωτος, αλλά ας μην παραπονεθεί πως αποκλείστηκε».

Όσο κι αν ένας ποιητής αναγνωρίζει τον πνευματικό κόπο που έχει καταβάλει ο κριτικός, είναι δύσκολο να μη νιώσει μια «εξεγερσιακή διάθεση» απέναντι σε τέτοια τελεσίγραφα.

Πριν από λίγες μέρες (4/4/2023) με νέο άρθρο του στον ΑναγνώστηΠώς μπορεί να ακουστεί μια ριζοσπαστική κριτική την εποχή της συμπεφωνημένης συμμόρφωσης;») ο Λαμπρόπουλος επανέρχεται με τις ίδιες διαθέσεις κάνοντας λόγο από τη μία για «καθησυχαστική ομοιογένεια» και «φιλήσυχη μετριότητα» στο πεδίο της κριτικής, και από την άλλη για «δυναμική ποίηση η οποία αντιστέκεται στη συνένοχη συμφιλίωση και αφουγκράζεται την εξέγερση». Το άρθρο καταλήγει στη διαπίστωση ότι «υπάρχουν αρκετοί δραστήριοι κριτικοί και συγγραφείς που δεν συναινούν σε συναλλαγές μεταξύ συνειδήσεων όμως δεν είναι εύκολο να ακουστούν μέσα στη γενικευμένη συναινετική απάθεια».

Ομολογώ πως με τρομάζει το ενδεχόμενο να θεωρηθούν «συναλλασσόμενοι» και «φιλήσυχες μετριότητες» όλοι όσοι βρίσκονται έξω από τον κανόνα του Λαμπρόπουλου ή διαφωνούν μαζί του. Η πρόθεση επιβολής και εξουσιαστικών διαθέσεων που δηλώνει η στάση του φοβάμαι ότι μετατρέπει το κριτικό πεδίο (όπως θα έλεγε και η παρέα των Σημειώσεων) σε «σκέτη αντεπανάσταση».

 

Υ.Γ. 1: Θεώρησα δεδομένο ότι η «αριστερή μελαγχολία» τεκμηριώνεται και ενδοκειμενικά στα ποιητικά έργα που εντάσσει ο Λαμπρόπουλος στο σχήμα του, γιατί αυτή είναι μια άλλη συζήτηση.

 

Υ.Γ. 2: Όλα τα κείμενα του Βασίλη Λαμπρόπουλου βρίσκονται συγκεντρωμένα στην ιστοσελίδα του poetrypiano.wordpress.com.

 

(*) Η Μαρία Βαχλιώτη είναι ποιήτρια

Προηγούμενο άρθροΣάββατο, 22 Απριλίου: Περίπατος Βιβλίου στο κέντρο της Αθήνας,
Επόμενο άρθροΈλενα Καρακούλη: Πως ξηλώνεται ένας γάμος (συνέντευξη στην Αλεξάνδρα Σαμοθράκη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ