Η γενεαλογία του Κακού στο“Η δασκάλα τού Πιάνου” του Μίκαελ Χάνεκε  (του Ελευθέριου Μακεδόνα)

0
496

 

του Ελευθέριου Μακεδόνα

Φαινομενικά, η Έρικα Κόχουτ ζει τη ζωή τής μέσης σύγχρονης Ευρωπαίας γυναίκας. Είναι μία αυστηρή δασκάλα τού πιάνου στο Ωδείο τής Βιέννης, η οποία χαίρει αρκετά μεγάλης εκτίμησης στον επαγγελματικό της χώρο, ως αποτέλεσμα των γνώσεων, της σκληρής δουλειάς και του άτεγκτου επαγγελματισμού της. Ηλικιακά είναι πια αρκετά ‘ώριμη’, όμως δεν έχει παντρευτεί ακόμη. Ζει με τη μητέρα της, με την οποία δεν έχει και τις καλύτερες δυνατές σχέσεις. Οι προστριβές μεταξύ τους είναι συχνές και συνοδεύονται από υστερικές εκδηλώσεις εκατέρωθεν. Η μητέρα της επιμένει ακόμη να ασκεί στενό έλεγχο επάνω της. Παρακολουθεί από κοντά την κάθε της κίνηση, της δημιουργεί σκηνές όποτε αυτή αργεί έστω και λίγο το βράδυ μετά τα μαθήματά της, παρακολουθεί καχύποπτα κι εχθρικά την παραμικρή της επαφή με το άλλο φύλο. Η Έρικα αντιδρά με πρόσκαιρες εκρήξεις θυμού, με φωνές και κλάματα. Κι αμέσως μετά, επανέρχεται ο συμβιβασμός με την αμείλικτη πραγματικότητα του ες αεί εγκλωβισμού, του ματαιωμένου απογαλακτισμού, του ψυχολογικού στίγματος της ‘γεροντοκόρης’ που ξέμεινε να γηροκομεί την αφόρητα εξουσιαστική κι απεχθή μητέρα της.

Ώσπου εμφανίζεται ο νεαρός Βάλτερ Κλέμμερ, ο οποίος ενθουσιάζεται με τα μουσικά γούστα – και τα φυσικά κάλλη – τής Έρικα. Ενώ βασική του φιλοδοξία είναι να σπουδάσει μηχανικός κι ενώ παίζει πιάνο μόνο σε ερασιτεχνικό επίπεδο, αποφασίζει αμέσως να δώσει τις απαιτητικές κατατακτήριες εξετάσεις για το τμήμα τής Έρικα. Το ταλέντο του στο πιάνο είναι περισσότερο από προφανές κι ενώ όλοι οι υπόλοιποι εξεταστές ενθουσιάζονται από την εκτέλεσή του, η Έρικα είναι η μόνη που ψηφίζει εναντίον του, επιχειρηματολογώντας ότι η εκτέλεσή του πάσχει από σοβαρά ελαττώματα, άποψη η οποία αφήνει κυριολεκτικά έκπληκτους τους υπόλοιπους συναδέλφους της. Ωστόσο, η δεξιοτεχνία τού Βάλτερ είναι τόσο εξόφθαλμη, που τελικά γίνεται δεκτός στην τάξη, παρά τις άδικες κι εν πολλοίς ανεξήγητες αντιδράσεις τής Έρικα.

Αμέσως ο Βάλτερ ρίχνεται με τα μούτρα στον στόχο τής κατάκτησης της Έρικα. Διαθέτει όλα τα εχέγγυα για κάτι τέτοιο και δείχνει απόλυτα σίγουρος για την τελική έκβαση της προσπάθειάς του. Όμως η Έρικα είναι περίεργη. Αρχικά, αποκρούει κάθε απόπειρά του να την προσεγγίσει σεξουαλικά. Ενώ είναι φανερό ότι ο Βάλτερ τής αρέσει, παραμένει πεισματικά παγερή απέναντί του, υπενθυμίζοντάς του διαρκώς, ότι μεταξύ τους δεν μπορεί να υπάρξει τίποτε άλλο εκτός από τη σχέση μαθητή και δασκάλας. Το πρόσωπό της είναι το τρομακτικά ανέκφραστο πρόσωπο της Ιζαμπέλ Υπέρ σε όλη την ταινία. Με ένα βλέμμα, το οποίο, παρότι στην επιφάνεια επιτυγχάνει να διατηρήσει τη μεταλλική σκληράδα κι ουδετερότητά του, τρομάζει με τα αχαρτογράφητα βάθη που φαίνεται να κρύβει στο βάθος του. “Είναι σημαντικό να θυμόμαστε, ότι αυτό το σύνδρομο νευρωτικού χαρακτήρα μπορεί σε κάποιες περιπτώσεις να είναι προφανές στην επιφάνεια, ενώ σε πολλές άλλες περιπτώσεις καλύπτεται από μία επιφανειακή μάσκα” (Ράιχ 1933: 45). Το πρόσωπο της Έρικα έχει υποκατασταθεί από μία μάσκα: τη νεκρή, ανέκφραστη μάσκα τού θωρακισμένου[1] ανθρώπου, αυτού που έχει χάσει εδώ και καιρό κάθε ικμάδα ζωτικής ενέργειας μέσα του: “Ο θωρακισμένος οργανισμός δεν αισθάνεται κανένα πρωτοπλασματικό ρεύμα” (Ράιχ 1984: 69). Χιλιάδες χρόνια μίσους προς τη ζωή έχουν απογυμνώσει τον άνθρωπο από την ίδια τη ζωική του φύση. Δεκαετίες ολόκληρες καταπίεσης, κατάπνιξης, άρνησης της πιο γνήσια ζωικής εκδήλωσης μέσα του – της βιοσεξουαλικής του ενέργειας – έχουν μετατρέψει τη ζωή του σε μία μηχανιστική επανάληψη ανόητων κινήσεων κι εκφράσεων, χρήσιμων υποτίθεται στην ‘κοινωνική’ κι ‘επαγγελματική’ σφαίρα, παντελώς άχρηστων – και μάλιστα άκρως επιζήμιων – στη σφαίρα της βιο-ψυχολογικής του υγείας.

Η Έρικα έχει ακολουθήσει την τυπική πορεία του μέσου, σύγχρονου δυτικού ανθρώπου: ανατροφή μέσα σε μία φαινομενικά ‘προστατευτική’, αλλά στην πραγματικότητα καταπιεστική κι εξουσιαστική οικογένεια, σπουδές, απόκτηση εξειδικευμένων γνώσεων, εργασία, επαγγελματική καταξίωση. Μία φαινομενικά ομαλή και ‘ορθολογιστική’ ανατροφή κι εκπαίδευση, η οποία όμως, όπως θα αποδειχθεί σύντομα, είναι στον πυρήνα της άκρως ανορθολογιστική, παρά φύσιν, και γι’ αυτό βαθιά άρρωστη: “Δεν υπάρχει καμιά ενοχή, παρά μόνο μια ακατανόητη ακόμα καταστροφή στη βιοκοινωνική εξέλιξη του ανθρώπινου ζώου. Η βιολογική του θωράκιση είναι ο κύριος μηχανισμός της αποτυχίας του” (Ράιχ, 1984: 59). Ο άνθρωπος έχει αποτύχει ως έμβιος οργανισμός, γιατί από κάποια στιγμή και μετά, ακολούθησε – άγνωστο το πότε ακριβώς ή για ποιους λόγους – την απόλυτα αυτοκαταστροφική οδό τής βιολογικής και συναισθηματικής του συρρίκνωσης: θωρακίστηκε. Επέλεξε τον πόλεμο με τη ζωή κι όχι τη συμφιλίωση μαζί της. Πήγε ενάντια στη φυσική, ζωική του υπόσταση και τότε ήταν που ξεκίνησε η αργόσυρτη διαδικασία της σωματικής, συναισθηματικής κι ηθικής του αποσύνθεσης.

Σύντομα, ωστόσο, κάποιος παράγοντας που προφανώς βρίσκεται σε λειτουργία μέσα στην Έρικα την εξωθεί στο να ενδώσει στον Βάλτερ. Τον συναντά σε μία τουαλέτα και του ρίχνεται με πάθος. Του κατεβάζει το παντελόνι κι αρχίζει να του κάνει στοματικό έρωτα. Επιτέλους, τα πράγματα δείχνουν να παίρνουν μία φυσιολογική τροπή, μετά την αρχική ανεξήγητη καθυστέρηση. Ο Βάλτερ, γρήγορα αρχίζει να χάνει τον έλεγχο τού εαυτού του. Προσπαθεί να τη φιλήσει και να την αγγίξει, όμως κάθε φορά που το επιχειρεί, η Έρικα σταματά κι απομακρύνεται, λέγοντάς του με θυμωμένο ύφος να παραμείνει ακίνητος και να ακολουθήσει επακριβώς τις οδηγίες της. Αρχικά, ο Βάλτερ δεν δίνει σημασία στην περίεργη συμπεριφορά της. Παραμένει όντως ακίνητος και τότε η Έρικα τον ξαναπλησιάζει και συνεχίζει να του κάνει στοματικό έρωτα. Σύντομα, ο Βάλτερ επιχειρεί και πάλι να την αγγίξει, όμως και πάλι αυτή σταματά κι απομακρύνεται ενοχλημένη. Του λέει, ότι αν δεν σταθεί εντελώς ακίνητος, κοιτώντας την ευθεία μέσα στα μάτια, θα σταματήσει και θα φύγει. Ότι αυτό που κάνει ο Βάλτερ είναι ανεπίτρεπτο. Τώρα πια ο Βάλτερ βρίσκεται σε μεγάλη αμηχανία. Επιθυμεί απεγνωσμένα την Έρικα, θέλει οπωσδήποτε να έρθει σε σεξουαλική επαφή μαζί της, όμως προς μεγάλη του έκπληξη βλέπει ότι αυτή παραμένει παγερή και απομακρυσμένη, σαν ένα άψυχο κομμάτι πάγου ή σαν μία πέτρα. Όμως ο ίδιος δεν είναι σε θέση να διεγερθεί ερωτικά χωρίς καμία απολύτως αντίδραση από την πλευρά του, χωρίς κανένα φιλί ή χάδι, απλά και μόνο κοιτώντας την Έρικα κατευθείαν στα μάτια, ενώ αυτή εντελώς ψυχρά κι αποστασιοποιημένα βρίσκεται σκυμμένη πάνω από το μόριό του. Αποφασίζει να ακολουθήσει τις παράλογες ‘οδηγίες’ της μέχρι τέλους. Καταφέρνει κι εκσπερματίζει τελικά, αλλά σίγουρα δεν νιώθει καθόλου ικανοποιημένος από αυτήν την πρώτη σεξουαλική του ‘συνεύρεση’ με την Έρικα. “Αυτό που έχει στερεοποιηθεί κι ακινητοποιηθεί, παρεμποδίζει τη ζωή και την πρωταρχική λειτουργία της, την εναλλαγή έντασης και χαλάρωσης, όπως συμβαίνει τόσο με την ικανοποίηση της πείνας, όσο και με τις σεξουαλικές ανάγκες” (Ράιχ 1933: 41). Ο Βάλτερ παραμένει ακόμη ένας ‘οργονοτικά’ υγιής οργανισμός. Επιδιώκει τη σεξουαλική φόρτιση, με απώτερο σκοπό την όσο το δυνατόν πληρέστερη αποφόρτισή της – τον οργασμό. Όπως απέδειξε ο Ράιχ, πέρα από οτιδήποτε άλλο, η σεξουαλική λειτουργία τού ανθρώπου βασίζεται σε λίγους απλούς κι εύκολα παρατηρήσιμους εμπειρικά, βιοηλεκτρικούς νόμους: “Ο οργασμός είναι πιο πλήρης και δίνει μεγαλύτερη ικανοποίηση, όσο περισσότερη σεξουαλική διέγερση συγκεντρωθεί στα γεννητικά όργανα κι όσο πληρέστερα υποχωρήσει αυτή η διέγερση μέσα στο νευροφυτικό σύστημα” (Ράιχ 1982: 13). Ό,τι για τον Βάλτερ είναι απλό κι αυτονόητο, για την Έρικα είναι εντελώς ακατανόητο κι απροσπέλαστο.

Στην πραγματικότητα, η Έρικα είναι βαριά άρρωστη. Πάσχει από αυτό που η Ψυχανάλυση έχει ονομάσει ‘μαζοχιστική διαστροφή’. Μέσα της έχει ‘στερεοποιηθεί’ πλήρως. Η λιμπιντινική της ενέργεια, η πρωταρχική εκείνη ενέργεια στην οποία ίσως εξαντλείται κάθε ορισμός ή περιγραφή τού φαινομένου ‘ζωή’, έχει παγώσει, έχει ‘ακινητοποιηθεί’ ολοκληρωτικά. Όμως ο αρχαίος παλμός από τον οποίο όλοι προήλθαμε και στον οποίο κάθε έμψυχο ον οφείλει το γεγονός ότι είναι ζωντανό, πρέπει με κάποιον τρόπο να σπάσει το παγωμένο περίβλημα της θωράκισης. Κι ανάλογα με την ένταση της αντίστασης που θα συναντήσει, θα παρεκτραπεί, θα διαστρεβλωθεί και θα εκδηλωθεί σε μυριάδες διαφορετικές βιολογικές και ψυχολογικές εκδηλώσεις, – όλες τους παθολογικές, – ανάλογα με την ειδική χαρακτηροδομή τού κάθε ασθενούς:

“Η παρόρμηση πρέπει να χρησιμοποιήσει βία για να βγει στην επιφάνεια και να πετύχει το στόχο της.  Προσπαθώντας να ξεπεράσει βίαια τη θωράκιση, η παρόρμηση μετασχηματίζεται σε καταστροφική οργή, ανεξάρτητα από την αρχική της φύση… Είτε αναλωθεί ή ανασταλεί, είτε μετατραπεί σε νοσηρή μεμψιμοιρία ή φτάσει στο στόχο της με τη μορφή του απροκάλυπτου σαδισμού, ο πυρήνας αυτής της διαδικασίας είναι ο μετασχηματισμός κάθε ερωτικής παρόρμησης σε καταστροφικότητα κατά τη διάρκεια του περάσματος μέσα από τη θωράκιση” (Ράιχ 1984: 76).

Στην Έρικα, η βίαιη αυτή παρεκτροπή και μετάλλαξη της γενετήσιας ορμής θα πάρει τη μορφή τού μαζοχισμού. Εκεί όπου υπό ομαλές συνθήκες, θα έπρεπε να υπάρχει η υγιής σεξουαλική επιθυμία για τον νεαρό και γοητευτικό Βάλτερ, η ασυγκράτητη ερωτική φόρτιση και τελικά η αποφόρτιση μέσω του ‘γενετήσιου εναγκαλισμού’, – σύμφωνα με τον όμορφο όρο τού Ράιχ, – υπάρχει τώρα μόνο θωράκιση, αναστολή και τελικά διαστροφική εκτόνωση.

Η Έρικα δεν μπορεί να επιτρέψει στον εαυτό της την έντονη διέγερση της σεξουαλικής επαφής και δεν μπορεί να την επιτρέψει ούτε και στον Βάλτερ. Περιορίζεται σε ένα διαστροφικό παιχνίδι, σύμφωνα με το οποίο επιβάλλει και στον ερωτικό της σύντροφο τη νεκρική ακινησία και τη στατικότητα του δικού της παγωμένου σώματος, απαγορεύοντάς του τη φόρτιση που προκαλείται από το ελεύθερο ερωτικό παιχνίδι και την τελική άτακτη και μη ελεγχόμενη αποφόρτιση, μέσω αυτοσχέδιων, αυτόνομων, σπειροειδών προσεγγίσεων κι απομακρύνσεων των δύο ηλεκτρικά φορτισμένων πρωτοπλασματικών οργανισμών. Αυτή, πρέπει πάση θυσία να ελέγχει το καθετί. Πρέπει να τηρεί τις απαραίτητες αποστάσεις. Δεν πρέπει να αφήσει να παραβιαστεί ο περιφραγμένος της χώρος, ο χώρος τού Εγώ της, από τον ξένο εισβολέα. Δεν είναι διατεθειμένη να αποχωριστεί για κανέναν λόγο τη ‘μάσκα’ που της φόρεσε η άρρωστη κοινωνία στην οποία μεγάλωσε: τη μάσκα τής σοβαρής δασκάλας τού πιάνου. Δεν είναι ικανή να εγκαταλείψει τον χαρακτήρα που μέσα από προσπάθειες πολλών ετών απέκτησε – ή μάλλον της τον φόρεσαν, ως άλλο ζουρλομανδύα – η οικογένεια κι η κοινωνία που την ανέθρεψαν. Και μην μπορώντας να αφεθεί η ίδια ελεύθερη στη χαρά τού έρωτα, δεν μπορεί να επιτρέψει την ελεύθερη κινητικότητα, τη χαρά και την ευτυχία σε κανέναν άλλον. Περισσότερο κι από τον ίδιο του τον εαυτό, ο θωρακισμένος οργανισμός μισεί θανάσιμα τον μη θωρακισμένο: “Στην καταστροφικότητά του ενάντια στο ζωντανό ή αθωράκιστο οργανισμό, ο θωρακισμένος οργανισμός δε δείχνει κανένα έλεος. Εδώ πια χάνει τις αξίες που αυτός ο ίδιος θεωρούσε ως ιδανική ανθρώπινη συμπεριφορά. Με το πρόσχημα του ιδεαλιστή ή της υγιεινής, ο θωρακισμένος οργανισμός ξέρει πώς να σκοτώνει κάθε αυθόρμητη παρόρμηση δική του και των άλλων” (Ράιχ 1984: 78). Αφού κατά βάθος αντιλαμβάνεται ότι η ίδια έχει απονεκρωθεί ολοσχερώς κι ότι μέσα της έχει πεθάνει καθετί το ζωντανό και το όμορφο, στρέφεται με μίσος εναντίον εκείνων που ακόμη έχουν αυτό, που η ίδια έχει προ πολλού απωλέσει. Μισεί θανάσιμα την ελεύθερη οργονοτική κίνηση των αθωράκιστων ανθρώπων, αυτών που δεν μπορούν να κατανοήσουν τη δυσκαμψία τού δικού της σώματος, τη σεξουαλική της ανικανότητα, την ανέκφραστη μάσκα και το παγωμένο κακεντρεχές μειδίαμα το οποίο, χωρίς η ίδια να το θέλει, βρίσκεται σταθερά ζωγραφισμένο στο πρόσωπο και στα χείλη της. “Η θωρακισμένη ζωή αντιμετωπίζει την αθωράκιστη ζωή με άγχος και μίσος (Ράιχ 1984: 82).

Πριν από οτιδήποτε άλλο, η Έρικα, είναι μία σαδίστρια. Η Άννα Σόμπερ, μία νεαρή, συνεσταλμένη μαθήτριά της, σέβεται κι αγαπάει τη δασκάλα της με τα αθώα κι αγνά αισθήματα της εφηβείας. Συχνά της εξομολογείται τις κρίσεις άγχους που βιώνει, καθώς προσπαθεί απεγνωσμένα να παρακολουθήσει τους απάνθρωπους στόχους που της θέτει κι η δική της καταπιεστική μητέρα στο πιάνο. Πριν από κάθε εξέταση, πρόβα ή κονσέρτο, η μικρή παγώνει από τον φόβο της κι αρχίζει να τρέμει σύγκορμη. Όμως η Έρικα, αντί να την ενθαρρύνει ή να προσπαθήσει να της τονώσει το ηθικό, της επιτίθεται ανελέητα, την προσβάλλει και της μειώνει ακόμη περισσότερο την αυτοπεποίθηση. Ο λόγος της είναι στρατιωτικός, άκαμπτος, προσβλητικός, όπως κι όλη η αρρωστημένη χαρακτηροδομή της.

Πριν από κάποια πρόβα, ο Βάλτερ ανεβάζει ο ίδιος την Άννα στη σκηνή, ψιθυρίζοντάς της στο αυτί ενθαρρυντικά λόγια. Η μικρή χαμογελάει, δείχνει να παίρνει θάρρος από τα λόγια του και διστακτικά κάθεται στο πιάνο, πολύ πιο άνετη από πριν. Η Έρικα, που έχει παρακολουθήσει όλη τη σκηνή, φεύγει οργισμένη, πηγαίνει στο χώρο τής γκαρνταρόμπας, κάνει θρύψαλα με το παπούτσι της ένα γυάλινο ποτήρι και τοποθετεί τα σπασμένα γυαλιά μέσα στην τσέπη τού παλτού τής Άννα. Μετά το τέλος τής πρόβας, η Άννα βάζει το παλτό της και τραυματίζει σοβαρά το δεξί της χέρι. Είναι πια βέβαιο ότι θα χάσει το κονσέρτο για το οποίο με τόση αγωνία και άγχος προετοιμαζόταν, ενώ μετά τον σοβαρό τραυματισμό της, δεν είναι καθόλου σίγουρο και το αν θα μπορέσει να ξαναπαίξει ποτέ πιάνο με σοβαρές αξιώσεις.

Η μητέρα τής Άννα επισκέπτεται όπως το συνηθίζει την Έρικα και της εκμυστηρεύεται τη βαθιά της θλίψη αλλά και την απορία της για αυτό που συνέβη στην κόρη της. Όλα τα μητρικά όνειρα που έτρεφε για αυτήν, όλες της οι προσπάθειες κι οι ελπίδες που είχε προβάλλει στο πρόσωπο της κόρης της, έχουν πια γκρεμιστεί με τον πιο άδοξο τρόπο. Είναι συντετριμμένη, ωστόσο, η Έρικα συνεχίζει να φοράει την ίδια ανέκφραστη, χαιρέκακη μάσκα στο πρόσωπό της. Την ξεπροβοδίζει, περιοριζόμενη σε κάποια ουδέτερα κι ανούσια σχόλια, χωρίς να θίξει καν την ουσία τού θέματος και τη συμμετοχή της στο θλιβερό συμβάν. “Σε πολλές περιπτώσεις, το άγχος [της θωρακισμένης ζωής] γίνεται σοκ, και το μίσος αιμοχαρής, δολοφονική και τυφλή τρομοκρατία” (Ράιχ 1984: 82). Στην Έρικα, η λίμναση της οργονοτικής ενέργειας, η χρόνια ανάσχεση των λιμπιντινικών της ορμών, η συστηματική, όσο και πεισματική άρνηση του βασικότερου νόμου τού φαινομένου τής ζωής, – του κατά Ράιχ ‘γενετήσιου εναγκαλισμού’, – έχει οδηγήσει στο τυφλό, γενικευμένο μίσος κατά της ζωής συνολικά, σε έναν χαιρέκακο σαδισμό κατά των αθωράκιστων (ακόμη) οργανισμών: κυρίως των παιδιών και των νέων, δηλαδή, των σεξουαλικά υγιών ανθρώπων. Ο Ράιχ είχε αναρωτηθεί από πολύ νωρίς για το δυσεξήγητο φαινόμενο αυτής της βίας, της άτεγκτης σκληρότητας με την οποία όλοι ανεξαιρέτως οι κοινωνικοί θεσμοί έχουν αντιμετωπίσει ανέκαθεν την ελεύθερα κινούμενη ζωτική ενέργεια του νεαρού οργανισμού, όπως αυτή εκφράζεται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο στα παιδιά:

“Δύσκολα καταλαβαίνει κανείς γιατί η γλώσσα των παιδαγωγών είναι τόσο κοφτερή, οι απαιτήσεις τους τόσο αυστηρές, ο τόνος της φωνής τους τόσο σκληρός, οι τιμωρίες τους τόσο υπολογισμένες για να ταπεινώνουν… Δεν υπάρχει καμιά εξήγηση γιατί ο ιδανικός τύπος της δασκάλας εξακολουθεί να είναι η ηλικιωμένη κι άσχημη γεροντοκόρη. Η αγαμία των δασκάλων εφαρμόζεται ακόμη σε πολλές χώρες, και όπου δεν είναι υποχρεωτική, σιωπηρά αναμένεται” (Ράιχ 1984: 82).

Έτσι μόνο μπορεί να εξηγηθεί η σκληράδα στο πρόσωπο και στη συμπεριφορά τής Έρικα: “Αυτό που μετατρέπει κάθε βασική βιολογική παρόρμηση σε καταστροφικότητα είναι η προσπάθειά της να εκδηλωθεί φυσικά και να φτάσει στο στόχο της. Τα χαρακτηριστικά που παρουσιάζει τότε το θωρακισμένο άτομο μόνο σα σκληράδα ή δυσαρμονία μπορούμε να τα περιγράψουμε” (Ράιχ 1984: 77). Κάτω από την επιφανειακή συγκρότηση και συγκράτηση που επιδεικνύει η Έρικα, στις αποστάσεις που τηρεί με ιδιαίτερη προσοχή από τους ανθρώπους, ακόμη κι από τον ‘ερωτικό της σύντροφο’ Βάλτερ, στην επαγγελματική μάσκα που φορά, στην επίπλαστη ευταξία που κυβερνά τα λόγια και τη στάση της απέναντι στους ανθρώπους, κρύβεται το μίσος κι η χαιρεκακία της εναντίον όλων εκείνων, οι οποίοι ξεκάθαρα διαφοροποιούνται από την ίδια, χωρίς αυτή να είναι σε θέση να κατανοήσει ακριβώς το γιατί:

“[Ο θωρακισμένος οργανισμός] είναι σα να επικοινωνεί με τον κόσμο μέσα από κενά ή τρύπες που υπάρχουν στη θωράκιση. Αλλά καθώς δεν μπορεί να αφήσει τον εαυτό του ελεύθερο, η αγάπη του είναι περιορισμένη, μοιρασμένη και μετρημένη προσεκτικά. Το ενδιαφέρον του για τα παιδιά είναι “συγκρατημένο”, “παίρνοντας υπόψη του τα πάντα”. Ό,τι κάνει είναι “καλομετρημένο” και “αιτιολογημένο”, και στοχεύει σ’ ένα συγκεκριμένο “σκοπό”. Το μίσος του είναι “προσανατολισμένο” και “προκαθορισμένο”. Με λίγα λόγια, δεν χάνει ποτέ την ψυχραιμία του, είναι πάντα “λογικός” και “μετρημένος”, όπως ταιριάζει σ’ ένα “ρεαλιστή πολιτικό”. Ο οργανισμός αυτός απεχθάνεται την εξαιρετικά μεταβλητή ελευθερία των φυσικών διαδικασιών ή τις φοβάται (Ράιχ 1984: 77-78).

Γρήγορα, ωστόσο, ο σαδισμός τής Έρικα θα μετατραπεί σε νοσηρό μαζοχισμό: “Ο σαδισμός, καθώς στρέφεται προς τον εαυτό, μετατρέπεται σε μαζοχισμό” (Ράιχ 1933: 40). Είναι το λεγόμενο ‘υπερεγώ’, ο εποπτικός μηχανισμός που αποτελεί την αντανάκλαση των πιέσεων και των καταναγκασμών που έχει ασκήσει μέχρι τώρα η κοινωνία στο εγώ τού ασθενούς, αυτός που θα αναλάβει τον ρόλο τού ‘τιμωρού’, οδηγώντας στη μαζοχιστική χαρακτηροδομή (Ράιχ 1933: 40). Σε κάποια σκηνή τής ταινίας η Έρικα κλείνεται στην τουαλέτα, συγκεντρώνει τα ‘σύνεργά’ της με την αδημονία τού εφήβου που έχει μείνει επιτέλους μόνος του στο σπίτι, παίρνει θέση στην μπανιέρα, βγάζει από την τσάντα της ένα ξυραφάκι και, ιεροτελεστικά, το τοποθετεί στο αιδοίο της. Το αίμα αρχίζει να κοκκινίζει την μπανιέρα κι η Έρικα δείχνει να αντλεί απόλαυση από τον πόνο που προκαλεί στον εαυτό της. Η ενοχλητική σκηνή διακόπτεται, όταν ξαφνικά ακούει τη μητέρα της να τη φωνάζει. Με γρήγορες, αγχώδεις κινήσεις, σαν μικρή μαθήτρια σχολείου που φοβάται την επικείμενη τιμωρία, η Έρικα μαζεύει τα ‘ερωτικά’ της εργαλεία, ντύνεται και βγαίνει από την τουαλέτα. Η όλη σκηνή μάς θυμίζει τον μαζοχιστή ασθενή τού Βίλχελμ Ράιχ, ο οποίος από μικρό παιδί συνήθιζε να “… πηγαίνει στην τουαλέτα, να κλειδώνεται και να προσπαθεί να μαστιγώσει τον εαυτό του” (Ράιχ 1933: 46).

Η Έρικα ανήκει στην τρίτη από τις γενικές κατηγορίες σαδισμού κατά Ράιχ, ανάλογα με το είδος της σεξουαλικής παρόρμησης που έχει απωθηθεί βίαια, στον λεγόμενο ‘φαλλικό’ σαδισμό: “… γενετήσια ευχαρίστηση, καταστολή → επιθυμία να τρυπήσει· φαλλικός σαδισμός” (Ράιχ 1933: 40). Η επί μακρόν καταστολή των γενετήσιων ορμών της, η αποχή της από τον έρωτα, έχει συσσωρεύσει μέσα της τεράστια αποθέματα λιμνάζουσας ενέργειας. Η ενέργεια αυτή επιχειρεί ξανά και ξανά να τρυπήσει την αδιαπέραστη χαρακτηρολογική θωράκιση που της έχουν επιβάλει οικογένεια και κοινωνία και, μην μπορώντας να το καταφέρει, μετατρέπεται σε μία διαστροφική σαδιστική – κι αμέσως μετά μαζοχιστική – επιθυμία να τρυπήσει, είτε το νεαρό σώμα τής μικρής Άννα, είτε το δικό της ανέραστο κι αποξηραμένο από ηδονή σώμα.

Αντλεί πράγματι απόλαυση άραγε η Έρικα κάνοντας κακό στους άλλους και στον εαυτό της; Σίγουρα όχι, όπως είχε αποδείξει ο Βίλχελμ Ράιχ. Παρά τις επανειλημμένες αποτυχημένες απόπειρές της να έρθει με έναν οποιονδήποτε τρόπο σε σωματική επαφή με τον Βάλτερ, η Έρικα δεν είναι τελικά ικανή να το πράξει. Κάθε φορά που το επιχειρεί, πολλαπλά στρώματα αντιστάσεων και διαστροφικών παραμορφώσεων της το απαγορεύουν. Ξανά και ξανά προσκρούει στα αλλεπάλληλα, αδιαπέραστα στρώματα της θωράκισής της. Συν τω χρόνω, η θωράκιση στερεοποιείται σε τέτοιο βαθμό κι αποκτά ένα τόσο περίπλοκο δίκτυο ψυχοσωματικών διακλαδώσεων, που πλέον είναι ουσιαστικά αδύνατο για τον ασθενή να τη διαπεράσει. Και τότε ακριβώς είναι που τα πράγματα αρχίζουν να ακολουθούν τη δική τους αυτόνομη, σκοτεινή πορεία. Ο μαζοχιστικός χαρακτήρας βεβαίως και συνεχίζει να επιθυμεί την απόλαυση, τη σαρκική ένωση, την οργασμική έκσταση, όπως και κάθε άλλος έμβιος οργανισμός. Ανίκανος, ωστόσο, να κατανικήσει τη θωράκισή του, τελικά νοσεί:

“Απεδείχθη, ότι αντιθέτως, ο ιδιαίτερος μηχανισμός απόλαυσης του μαζοχιστή εδράζεται στο γεγονός ότι ενώ κι αυτός, όπως και κάθε άλλος άνθρωπος, πασχίζει για την απόλαυση, ένας ανασχετικός μηχανισμός μέσα του οδηγεί την προσπάθειά του αυτή στην αποτυχία και, από ένα ορισμένο επίπεδο έντασης και μετά, τον κάνει να βιώνει ως δυσάρεστες, κάποιες αισθήσεις τις οποίες ένα υγιές άτομο βιώνει ως ευχάριστες. Μακριά από το να επιζητεί τη μη-ευχαρίστηση, ο μαζοχιστής υποφέρει από μία ορισμένη δυσανεξία στις ψυχικές εντάσεις κι από μία υπερπαραγωγή μη-ευχαρίστησης, σε πολύ μεγαλύτερα επίπεδα απ’ ό,τι συμβαίνει σε οποιοδήποτε άλλο είδος νεύρωσης” (Ράιχ 1933: 44).

Εξού κι οι αλλεπάλληλες αποτυχημένες απόπειρες της Έρικα να έρθει στην περιπόθητη σεξουαλική επαφή με τον Βάλτερ. Θα επιλέξει τελικά μία πολύ τυπική λύση. Επιχειρεί να του γράψει σε ένα γράμμα όλα όσα θα ήθελε να του πει από κοντά, ελπίζοντας ότι με τον απρόσωπο κι ουδέτερο αυτόν τρόπο, ίσως καταφέρει να λυτρωθεί. Και περιμένει την αντίδρασή του αφού διαβάσει το γράμμα της. Ο Βάλτερ την επισκέπτεται κάποιο βράδυ απρόοπτα στο σπίτι της. Παρότι είναι αργά και μέσα καραδοκεί η μητέρα της, ο Βάλτερ μπαίνει στο σπίτι σχεδόν με το ζόρι και, προσπερνώντας τη γριά μάνα της που ωρύεται πίσω τους, κλείνεται μαζί της στο δωμάτιό της. Ελπίζει ότι επιτέλους θα καταφέρει να κάνει με την Έρικα αυτό που προσπαθεί μάταια να καταφέρει εδώ και καιρό.

Όμως η Έρικα συνεχίζει να φορά το γνώριμο, παγωμένο της πρόσωπο. Τον ρωτά ανέκφραστα εάν έχει διαβάσει το γράμμα της. Ο Βάλτερ δεν το έχει ανοίξει ακόμη, αλλά τυχαίνει να το έχει μαζί του. Ανυποψίαστος, υποθέτει ότι θα πρόκειται για κάποιο από τα γνωστά ερωτικά γράμματα που συνηθίζουν να δίνουν οι πιο ντροπαλές και συνεσταλμένες γυναίκες στους εραστές τους. Τον περιμένει, ωστόσο, μία ακόμη μεγάλη έκπληξη. Ανοίγει το γράμμα κι αρχίζει να το διαβάζει φωναχτά. Εμβρόντητος, αντιλαμβάνεται ότι πρόκειται για ένα ντελίριο μαζοχιστικής διαστροφής. Με το γράμμα της, η Έρικα του εξομολογείται όλες τις διαστροφικές επιθυμίες και φαντασιώσεις που κυοφορούνται όλο αυτό το διάστημα στο άρρωστο μυαλό της σε σχέση με τον Βάλτερ. Τον παρακαλεί να έρθει σε μία μαζοχιστικού τύπου ‘επαφή’ μαζί της, να βιαιοπραγήσει εναντίον της, να τη χτυπήσει, να την πονέσει όσο μπορεί περισσότερο, με πολλούς διαφορετικούς τρόπους, να την εξευτελίσει. Ο Βάλτερ κατανοεί πια, ότι απέναντί του βρίσκεται ένας άρρωστος άνθρωπος. Ενοχλημένος, φεύγει από το σπίτι της, ενώ πίσω του η μητέρα τής Έρικα συνεχίζει να γρυλίζει και να εξαπολύει τα προσβλητικά της σχόλια για την αναίδεια του Βάλτερ να εισβάλλει με αυτόν τον απαράδεκτο τρόπο βραδιάτικα στα ξένα σπίτια.

Αυτήν τη φορά η Έρικα, με πολύ πιο επιθετικό τρόπο θα τον επισκεφθεί στο γήπεδο του χόκεϊ, όπου ο Βάλτερ συνηθίζει να προπονείται. Θα μπει κατευθείαν στα αποδυτήρια των ανδρών μετά τον αγώνα και, αδιάφορη για τις πονηρές ματιές και τα σχόλια των συμπαικτών του, θα ζητήσει από τον Βάλτερ να την ακολουθήσει. Μόλις βρίσκονται οι δυο τους σε έναν πιο απομονωμένο χώρο τού γηπέδου, του ρίχνεται στην κυριολεξία. Είναι φανερό, ότι ο Βάλτερ έχει απομυθοποιήσει ήδη σε μεγάλο βαθμό την Έρικα και τον αρχικό του έρωτα γι’ αυτήν. Θα την ακολουθήσει, ωστόσο, και θα προσπαθήσει για μία ακόμη φορά να κάνει έρωτα μαζί της. Όμως το ίδιο περίπου υπόδειγμα θα επαναληφθεί και τώρα. Σ’ αυτό το στάδιο η σεξουαλική διέγερση της Έρικα κι η επιθυμία της για τον Βάλτερ είναι περισσότερο από προφανείς. Και όντως, αυτήν τη φορά ο Βάλτερ θα καταφέρει να προχωρήσει πιο πολύ. Κάποια στιγμή εκσπερματίζει στο στόμα τής Έρικα και τότε, ακόμη μία δυσάρεστη έκπληξη τον περιμένει: η Έρικα τον απωθεί από πάνω της, σηκώνεται κι αρχίζει να κάνει εμετό για αρκετή ώρα, μπροστά στα έκπληκτα κι αηδιασμένα μάτια τού Βάλτερ.

Το ίδιο βράδυ, ο Βάλτερ την επισκέπτεται στο σπίτι της. Με πολύ πιο επιθετικές διαθέσεις, ωστόσο. Αφού κλειδώνει τη μητέρα της σ’ ένα δωμάτιο, ακολουθεί πιστά τις οδηγίες τής Έρικα στο γράμμα της, τη βιάζει και τη χτυπάει άγρια, αφήνοντάς την αιμόφυρτη στο πάτωμα.

Την επόμενη μέρα, η Έρικα πρόκειται να αντικαταστήσει την τραυματισμένη Άννα στο κονσέρτο. Αρπάζει ένα μαχαίρι από την κουζίνα και πηγαίνει στον χώρο τής εκδήλωσης με σκοτεινές διαθέσεις. Περιμένει τον Βάλτερ στην είσοδο του κτηρίου με το μαχαίρι στα χέρια. Όντως, ο Βάλτερ εμφανίζεται μαζί με τα υπόλοιπα μέλη τής οικογένειάς του. Περνάει δίπλα της κοιτώντας την μάλλον ειρωνικά, γελώντας επιδεικτικά, σαν να θέλει να της τονίσει την εύθυμη διάθεσή του. Η Έρικα δείχνει να βράζει εσωτερικά. Όμως και πάλι παραμένει ακίνητη και σιωπηλή, με την ίδια ανέκφραστη μάσκα ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της. Ανήμπορη να πράξει αυτό το οποίο είχε ίσως σχεδιάσει αρχικά, μπήγει με δύναμη το μαχαίρι στον δικό της ώμο κι αποχωρεί με γρήγορα βήματα από το κτήριο.

Είναι ακριβώς αυτή η μόνιμη υπερβάλλουσα εσωτερική ένταση που νιώθει η Έρικα, το κύριο παθολογικό πρόβλημα της μαζοχιστικής χαρακτηροδομής της. Στον μαζοχιστικό χαρακτήρα δεν έχουν πάψει να λειτουργούν και να απαιτούν εκτόνωση τα ίδια σεξουαλικά ορμέμφυτα που χαρακτηρίζουν και τον υγιή οργανισμό. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι η ανάγκη τού μαζοχιστικού χαρακτήρα για αγάπη είναι ακόμη μεγαλύτερη από αυτήν του μέσου υγιούς ανθρώπου. Τόσο μεγάλη, που καθίσταται πρακτικά αδύνατο να βρει ανταπόκριση: “Οι πραγματικές απογοητεύσεις στον μαζοχιστικό χαρακτήρα εντείνονται ακόμη περισσότερο από μία εξαιρετικά έντονη ανάγκη για αγάπη, η οποία καθιστά την ικανοποίησή της στην πράξη αδύνατη” (Ράιχ 1933: 48).

Η Έρικα δεν αντλεί ευχαρίστηση από τον πόνο που προκαλεί στον εαυτό της ή στους άλλους. Είναι η εσωτερική της ένταση, ο βαθύς ψυχολογικός της πόνος, η ανικανότητά της να εκτονώσει τα τεράστια αποθέματα ενέργειας που έχει καταπιέσει για πολύ καιρό μέσα της, σε τελική ανάλυση είναι η ασυγκράτητη δίψα της για αγάπη, την οποία ποτέ δεν βρήκε και την οποία δεν ξέρει πώς να εκφράσει και να ικανοποιήσει, οι παράγοντες που την έχουν οδηγήσει στο μαζοχισμό της: “Ήταν ο δικός του τρόπος να απαιτεί την αγάπη, όπως είναι κι ο τρόπος όλων των μαζοχιστικών χαρακτήρων. Χρειαζόταν αποδείξεις αγάπης, οι οποίες θα μείωναν το άγχος του και την εσωτερική του ένταση” (Ράιχ 1933: 48).

Εγκλωβισμένη στη βαρετή εναλλαγή ενός άρρωστου οικογενειακού περιβάλλοντος και μιας εξίσου βαρετής δουλειάς, η σεξουαλική της ανάπτυξη παρέμεινε στάσιμη στα πρώτα παιδικά ή εφηβικά της στάδια: παρά την ηλικία της, μετά τα απογευματινά της μαθήματα, η Έρικα επισκέπτεται σινεμά και πορνό video clubs ή ‘παίρνει μάτι’ τα ζευγαράκια που κάνουν έρωτα μέσα στα αυτοκίνητα των drive-ins. Όταν βρίσκεται στο σπίτι της, επιδίδεται σε μαζοχιστικές πράξεις. Μάλιστα, όσο περισσότερο βυθίζεται στις διεστραμμένες αυτές συμπεριφορές της, τόσο πιο έντονη γίνεται μέσα της η ανάγκη για αγάπη κι ικανοποίηση. Η ένταση της επιθυμίας της για τον Βάλτερ είναι ευθέως ανάλογη των μαζοχιστικών της διαστροφών: “Όσο περισσότερο ένιωθε αυτό το αίσθημα της αποτελμάτωσης, τόσο πιο έντονη γινόταν η μαζοχιστική του συμπεριφορά, μ’ άλλα λόγια, η απαίτησή του για αγάπη”, αναφέρει ο Ράιχ για τον δικό του μαζοχιστή ασθενή (Ράιχ 1933: 48).

Γιατί τελικά, ακόμη και το μίσος που τρέφει η Έρικα για τη μητέρα της είναι ουσιαστικά η αγάπη που περίμενε ως παιδί από αυτήν και δεν της δόθηκε. Στο ότι η Έρικα εξαντλεί όλο κι όλο το ρεπερτόριο της σεξουαλικότητάς της στο πέος τού Βάλτερ και στο στοματικό έρωτα που του κάνει – έστω και υπό τους δικούς της αγκυλωμένους, αρτηριοσκληρωτικούς κι εντελώς παρανοϊκούς όρους – διακρίνουμε τις “στοματικές απαιτήσεις” κάθε μαζοχιστή, όπως τις ονομάζει ο Ράιχ, οι οποίες “συνεισφέρουν στην ακόρεστη φύση τής απαίτησης για αγάπη που έχει ο μαζοχιστικός χαρακτήρας” (Ράιχ 1933: 50). Όταν η παραπαίουσα πια Έρικα, μετά από τις αλλεπάλληλες αποτυχημένες απόπειρές της να έρθει σε μία φυσιολογική επαφή με τον Βάλτερ, ‘ρίχνεται’ τελικά στη μητέρα της, φιλώντας την παθιασμένα στο στόμα κι επιχειρώντας να κάνει μαζί της έρωτα, βρίσκεται και πάλι σε λειτουργία η ίδια ακυρωμένη επιθυμία τού παιδιού-Έρικα, να έρθει σε επαφή με το γυμνό σώμα τής μητέρας, να το εξερευνήσει ερωτικά και να αντλήσει ικανοποίηση από την ελεύθερη οργονοτική επαφή της μ’ αυτό: “Όταν όμως δοκίμασε να εξερευνήσει και άλλες δυνατότητες σεξουαλικής ικανοποίησης, όταν άρχισε να δείχνει ενδιαφέρον για το γεννητικό όργανο της μητέρας του και θέλησε να την αγγίξει, τότε ήρθε αντιμέτωπος με τη γονική εξουσία στο μέγιστο επίπεδο αγριότητάς της”, γράφει και πάλι ο Ράιχ για τον μαζοχιστή ασθενή του (Ράιχ 1933, 51).

Κι έτσι, το αρχικώς αθώο, αθωράκιστο, οργονοτικά υγιές παιδί έχει μετατραπεί σταδιακά σε ένα τέρας: σε μία Έρικα Κόχουτ. Στη σεξουαλική θωράκιση που επιβάλλει στο μικρό παιδί η καταστροφική επίδραση της άρρωστης κοινωνίας, δολοφονείται ξανά και ξανά ο Χριστός. Δολοφονείται κατά συρροήν όχι ο ιδεατός, μεταφυσικός κι ανύπαρκτος θεός των ανθρώπων, με τα εκατομμύρια πλαστά πρόσωπά του, αλλά ο Θεός: η άμορφη ενέργεια που γεννά τα πάντα, ακούραστα, αγόγγυστα, στο διηνεκές. Χωρίς κάποιον ιδιαίτερο σκοπό ή κατεύθυνση. Δολοφονείται η ‘οργόνη’, όπως ονόμασε ο Ράιχ τον ένα και μοναδικό θεό που υπάρχει. Στην επίμονη δολοφονία δισεκατομμυρίων παιδιών μέχρι σήμερα, έχει δολοφονηθεί ισάριθμες φορές ο Θεός, που δεν είναι άλλος από τη ζωή την ίδια. Και πέρα από την άσκοπη, αλλά ελεύθερα κινούμενη ζωή, δεν υπάρχει τίποτε άλλο. Κανένας νόμος δεν υπάρχει πέρα από τους απλούς, θεμελιώδεις νόμους τής διατήρησης και της αναπαραγωγής τής ζωής. Ο σκοπός τού φαινομένου ‘ζωή’ εξαντλείται στην ίδια της την ύπαρξη. Αρκούν οι κανόνες τής λειτουργίας της για να νομιμοποιήσουν απόλυτα την ύπαρξη και τη διατήρησή της. Κι όμως, ο άνθρωπος δεν έχει καταφέρει ακόμη να σεβαστεί αυτούς τους νόμους. Κινήθηκε μάλιστα ιστορικά προς την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση. Υπήρξε ο μόνος έμβιος οργανισμός που απεδείχθη ανεπαρκής για την κατανόηση και την πλήρη αποδοχή ενός κατά τα άλλα απλού φαινομένου όπως είναι η ζωή και στην αδυναμία του αυτή αποξενώθηκε πλήρως από κάτι του οποίου μέρος υπήρξε κάποτε κι ο ίδιος. Και “… έκτοτε, ένας μηχανιστικός-μυστικιστικός πολιτισμός άρχισε να καταπνίγει τις ‘θεϊκές’ ιδιότητες που ενυπήρχαν στον άνθρωπο” (Ράιχ 2013: 9).

Ο μηχανιστικός άνθρωπος της παραγωγής που εξαντλεί την ύπαρξή του ως εξάρτημα μίας απρόσωπης παραγωγικής μηχανής, ο μυστικιστής που αφιερώνει τη ζωή του στον ανύπαρκτο θεό του και κατακρεουργεί ανενδοίαστα στο όνομά της άλλους ανθρώπους, ο μηχανιστικός γιατρός που απομακρύνει με σκληρότητα το νεογέννητο βρέφος από την αγκαλιά τής μητέρας του και το αφήνει μόνο του, φασκιωμένο, αμέσως μετά τη γέννησή του, σε ένα παγωμένο δωμάτιο να κλαίει απαρηγόρητο, ο μυστικιστής ιδεολόγος που έχει τάξει τη ζωή του στο Κόμμα και βασανίζει και σκοτώνει ανθρώπους όπως ακριβώς το πράττει κι ο θρησκόληπτος, ο μηχανιστικός γονιός που τιμωρεί βάναυσα τις πρώτες εκδηλώσεις της σεξουαλικότητας του παιδιού του, είτε γιατί δεν τις κατανοεί, είτε γιατί και σ’ αυτόν κάποτε τις αρνήθηκαν με τον ίδιο βάναυσο τρόπο, ο εθνικιστής – μυστικιστής κι αυτός με τον τρόπο του – που παραδίδεται άκριτα στην ομαδική παραισθητική ψύχωση της ‘πατρίδας’ και του ‘Έθνους’, όλες αυτές και πολλές άλλες ψυχοπαθολογικές ανθρώπινες χαρακτηροδομές προήλθαν ακριβώς από την ίδια ριζική και ακόμη ανεξήγητη άρνηση της ζωής και των νόμων της και δολοφονούν έκτοτε ξανά και ξανά τον Χριστό, κάθε φορά και με πιο ευρηματικούς και βάρβαρους τρόπους.

Ο όφις τής Παλαιάς Διαθήκης το γνώριζε καλά: “καὶ εἶπεν ὁ ὄφις τῇ γυναικί· οὐ θανάτῳ ἀποθανεῖσθε· ᾔδει γὰρ ὁ Θεός, ὅτι ᾗ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ᾿ αὐτοῦ, διανοιχθήσονται ὑμῶν οἱ ὀφθαλμοὶ καὶ ἔσεσθε ὡς θεοί, γινώσκοντες καλὸν καὶ πονηρόν” (Ράιχ 2013: 11). Μα αν τρώγοντας κανείς από το απαγορευμένο αυτό δέντρο, γίνεται κι ο ίδιος Θεός, τότε προς τι αυτή η δαιμονοποίηση και καταδίκη του; “Ή μήπως είναι όλο αυτό η μαγειρεμένη φαντασία τού ανθρώπου που βρίσκεται μέσα στην παγίδα, σε σχέση με μία αμυδρή ανάμνηση μίας περασμένης ζωής εκτός παγίδας;” (Ράιχ 2013: 14). Κι ενώ μέχρι να διαπράξουν το ‘προπατορικό αμάρτημα’, οι ‘πρωτόπλαστοι’ δεν είχαν καμία απολύτως αίσθηση ντροπής ή ενοχής, αίφνης αρχίζουν να νιώθουν ντροπή για τα γεννητικά τους όργανα. Είχαν μόλις πιαστεί στην παγίδα, από την οποία δεν θα ξανάβγαιναν ποτέ. Η Εκκλησία κι η υπόδουλή της ‘κοσμική’ κοινωνία θα αναλάμβαναν να διασφαλίσουν εφεξής, ότι ο άνθρωπος θα παρέμενε ες αεί φυλακισμένος μέσα στην παγίδα του, ακόμη κι αν αυτό θα σήμαινε όλους τους ωκεανούς αίματος που έχουν χυθεί έκτοτε.

Ο Χριστός υπήρξε πράγματι ένας απεσταλμένος τού Θεού επί Γης, με αποστολή την απελευθέρωση του ανθρώπου από την παγίδα: “Ο μύθος τού Ιησού Χριστού παρουσιάζει όλες τις ποιότητες του “Θεού”, μ’ άλλα λόγια, της φυσικά δοσμένης Ενέργειας της Ζωής, με έναν τρόπο που αγγίζει την τελειότητα” (Ράιχ 2013: 17). Όμως φευ: ο ίδιος ο φυλακισμένος έμελλε να είναι αυτός που θα σταύρωνε τον απελευθερωτή του:

“Σε κάθε νεογέννητο βρέφος, ο Θεός βρισκόταν ήδη εκεί, να τον αισθανθείς, να τον δεις, να τον μυρίσεις, να τον αγαπήσεις, να τον προστατέψεις, να τον βοηθήσεις να αναπτυχθεί. Κι όμως, σε κάθε ένα νεογέννητο βρέφος, μέχρι σήμερα, ο Θεός έχει καταπνιγεί, έχει περιοριστεί, έχει καταπιεσθεί, έχει τιμωρηθεί, έχει αντιμετωπισθεί με τρόμο. Αυτή είναι μία μόνο από τις πολλές επικράτειες της χρόνιας Δολοφονίας τού Χριστού. Η αμαρτία (το Κακό) δημιουργείται από τον ίδιο τον άνθρωπο. Αυτό είναι το μυστικό που αποκρύφτηκε” (Ράιχ 2013: 17).

Πέρασαν ορισμένες χιλιάδες χρόνια ακόμη. Στη σημερινή μεταβιομηχανική, τεχνολογική, Δυτική κοινωνία τής Επιστήμης, των Τεχνών, των μεγάλων Ευρωπαίων συνθετών τής Κλασικής και Ρομαντικής περιόδου, την κοινωνία του (πορνο-)θεάματος, με τους πουριτανικούς κώδικες συμπεριφοράς και το savoir-vivre των μουσικών σαλονιών και των λοιπών κοινωνικών συναθροίσεων, τα πράγματα δεν έχουν αλλάξει και πολύ. Ή, αν έχουν αλλάξει, έχουν αλλάξει μάλλον προς το χειρότερο. Η σεξουαλική καταπίεση, η άρνηση των βασικών νόμων τής ζωής εξακολουθεί να κυριαρχεί και να διαιωνίζεται, μέσω των ίδιων κοινωνικών μηχανισμών, πρωτίστως αυτόν της οικογένειας. Ο άνθρωπος παραμένει αλυσοδεμένος στην ίδια αρχαία παγίδα, οικειοθελής τρόφιμος της δικής του φυλακής, πεισματικά αντιστεκόμενος στην απελευθέρωσή του.

Κι ο Χριστός εξακολουθεί να δολοφονείται ακόμη. Η ταινία τού Χάνεκε μόνο έτσι μπορεί να ιδωθεί: ως μία μαρτυρία τής κατ’ εξακολούθησιν δολοφονίας τού Χριστού ακόμη και στη σημερινή ‘εξελιγμένη’, τεχνολογικά ανεπτυγμένη, ‘πολιτισμένη’, αλλά εξίσου βίαιη και βάρβαρη, δυτική κοινωνία μας. Όπως και σε κάθε άλλη του ταινία, ο Χάνεκε μας προσφέρει μία εγκάρσια διατομή τού προβλήματος, μαζί με τη λύση του. Είναι ο σκηνοθέτης που περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον, μας έχει παρουσιάσει με τον γνωστό του ανατομικό τρόπο την ίδια τη ρίζα τού κακού που πλήττει τις σύγχρονες κοινωνίες και τον άνθρωπο γενικά. Το κακό δεν πρέπει να αναζητηθεί στη σφαίρα των ιδεών, των θεωριών ή των ιδεολογιών, όπως έχουμε πιστέψει για καιρό, φαίνεται να μας λέει ο Χάνεκε. Υπάρχουν βαθύτερα αίτια που οδηγούν και στον ιδεολογικό εκφυλισμό του ανθρώπου. Το πρόβλημα βρίσκεται μέσα στον ίδιο τον άνθρωπο. Όμως όχι υπό μία έννοια μεταφυσική, η οποία θα ήταν εξίσου αφηρημένη κι επομένως άχρηστη από πρακτικής απόψεως. Το πρόβλημα είναι η ανθρώπινη βία και κακία, είναι αυτή η ακατανίκητη ώση τού ανθρώπου να βλάψει τον εαυτό του και τους άλλους. Για την κατανόηση της βίας αυτής δεν μπορούμε να ανατρέξουμε σε κάποια από τις πολλές αφελείς εξηγήσεις που έχουμε επινοήσει, όπως αυτή των χριστιανών και του ‘προπατορικού αμαρτήματος’. Η βία, το Κακό, μας λέει ο Χάνεκε, δεν είναι μεταφυσικού χαρακτήρα, ούτε οφείλεται σε κάποιου είδους ανεξήγητη γονιδιακή μετάλλαξη του ανθρώπινου ζώου σε κάποια απροσδιόριστη φάση τής εξέλιξής του. Αποτελεί σίγουρα ένα καθολικό, πανανθρώπινο φαινόμενο. Αφορά στην πλειοψηφία των ανθρώπων και συναντάται σταθερά σε όλη την Ιστορία τού ανθρώπινου είδους. Όμως ο Χάνεκε μας αποδεικνύει ότι η γενεαλογία του ανθρώπινου Κακού πρέπει να αναζητηθεί στις δομές, στους θεσμούς και στα ‘ιδανικά’ του σύγχρονου πολιτισμού μας: είναι η οικογένεια ο πυρήνας μέσα στον οποίον συντελείται η αρχική σταύρωση του κάθε νεογέννητου Χριστού και το έργο της αναλαμβάνουν στην πορεία η οργανωμένη εκπαίδευση, η θρησκεία, η ‘επαγγελματική’ δουλεία, όλοι εκείνοι οι μηχανισμοί που συνθέτουν αυτό που αποκαλούμε ‘πολιτισμό’.

Ειδικά στη χώρα τού Χάνεκε, την Αυστρία – και στον ευρύτερο γερμανόφωνο χώρο – ακόμη αντηχούν μέχρι σήμερα οι ήχοι τού Μπαχ και του Μπετόβεν στα γραφεία των αξιωματικών των Ες Ες και στις αίθουσες βασανιστηρίων των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Το γεγονός και μόνο, ότι η Έρικα είναι μία δασκάλα του πιάνου, με ένα ιδιαίτερα εκλεπτυσμένο μουσικό ‘αυτί’ και γούστο, δεν αρκεί από μόνο του για να αποτρέψει το Κακό από το να ευδοκιμήσει μέσα της. Τουναντίον, φαίνεται να μας εξηγεί ο Χάνεκε: είναι πολύ πιθανό να υπάρχει σημαντική συσχέτιση μεταξύ των δύο. Για την παθολογία τής Έρικα ευθύνεται η ίδια η κουλτούρα της οποίας αποτελεί μέρος και την οποία έχει υπηρετήσει πειθήνια όλη της τη ζωή. Ευθύνονται η οικογένειά της κι ολόκληρος ο δυτικός τρόπος ζωής που της έχει επιβληθεί. Για το Κακό ευθύνεται η δολοφονία των σεξουαλικών της ορμών, ήδη από την παιδική της ηλικία, υπονοεί ο Χάνεκε και σ’ αυτό φαίνεται πως δανείζεται επιχειρήματα από τον συμπατριώτη του Βίλχελμ Ράιχ. Καθόλου τυχαίο δεν είναι ότι και πολλοί άλλοι μεγάλοι συμπατριώτες του στον χώρο της επιστήμης και των τεχνών επιδόθηκαν σε μία αντίστοιχη ενδελεχή μελέτη του ίδιου αυτού Κακού, συνδέοντάς το με τη σεξουαλική καταπίεση και με το φαινόμενο του φασισμού: Φρόυντ, Σνίτσλερ, Μπρούκνερ, Μούζιλ και τώρα Χάνεκε και Γέλινεκ, μεταξύ πολλών άλλων Αυστριακών λογοτεχνών, επιστημόνων και διανοητών, μελέτησαν στην πραγματικότητα όλοι τους τα ολέθρια αποτελέσματα που μπορεί να έχει η άρνηση του απλού γεγονότος, ότι κι ο άνθρωπος, όπως και κάθε άλλος έμβιος οργανισμός, δεν αποτελεί τίποτε περισσότερο από ένα πρωτόπλασμα. Ένα πρωτόπλασμα που κυβερνάται κι αυτό, όπως και κάθε άλλος οργανισμός, από το τον ίδιο βασικό βιοηλεκτρικό νόμο τής ‘φόρτισης-εκφόρτισης’ κι από την ίδια καθολική αρχή τής αποφυγής του πόνου και της αναζήτησης της ευχαρίστησης. Η πηγή πολλών από τα δεινά τού σύγχρονου ανθρώπου, μας λέει ο Χάνεκε, είναι πιθανότατα η τόσο απόλυτη και δογματική παράδοση του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού μας στη λατρεία τής ‘μάσκας’, του ‘χαρακτήρα’, της ‘προσωπικότητας’, στο πλαστό κι επικίνδυνο αυτό υποκατάστατο της φυσικής, αυθόρμητης, βιολογικής μας υπόστασης.

 

 

 

 

Αναφορές

– Wilhelm Reich, The Masochistic Character (from Wilhelm Reich’s book Charakter-Analyse (1933). https://arteorg.com/wp-content/uploads/2018/07/03-Wilhelm-Reich.-The-Masochistic-Character-1933.pdf Οι μεταφράσεις των κειμένων στα Αγγλικά που χρησιμοποιούνται στο παρόν κείμενο είναι δικές μας, όπως και η έμφαση με italics, όπου υπάρχει.

– Wilhelm Reich, The Murder of Christ, Kindle edition, 2013.

– Βίλχελμ Ράιχ, Ο Αιθέρας, ο Θεός και ο Διάβολος (Αθήνα: Αποσπερίτης, 1984).

– Βίλχελμ Ράιχ, Η Βιοηλεκτρική Θεωρία τής Σεξουαλικότητας και του Άγχους (Αθήνα: Αποσπερίτης, 1982).

[1] Ο όρος ανήκει βεβαίως στον Βίλχελμ Ράιχ. Βλ. για παράδειγμα στο: Βίλχελμ Ράιχ, Ίλζε Όλεντορφ-Ράιχ, Φελίτσια Σάξι, Ελίζαμπεθ Τάισον, Ο θωρακισμένος άνθρωπος (Αθήνα: Καστανιώτης, 1990).

 

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here