Η επιτυχία και το κενό (της Δήμητρας Ρουμπούλα)

0
191
Graham-Greene

 

της Δήμητρας Ρουμπούλα

 

                                      «Και η επιτυχία κάτι τέτοιο είναι: ακρωτηριασμός του φυσιολογικού ανθρώπου».

Ο Γκράχαμ Γκρην, από τους δημοφιλέστερους και πιο πολυδιαβασμένους συγγραφείς του 20ού αιώνα, παραλληλίζει τον ακρωτηριασμό του ανθρώπου που πάσχει από λέπρα με τον ακρωτηριασμό της ψυχής εκείνου που υποφέρει από «ηθική λέπρα». Και οι δύο είναι «καμένα χαρτιά». Ο τίτλος «Καμμένο χαρτί» του μυθιστορήματος του σπουδαίου Βρετανού συγγραφέα, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Πόλις», πηγάζει από τον ιατρικό όρο ο οποίος  χρησιμοποιείται για τα θύματα της φρικτής λοιμώδους ασθένειας όταν η μόνη λύση για να απαλλαγούν από τους ανυπόφορους πόνους είναι η αποκοπή των μολυσμένων άκρων. Ο ακρωτηριασμός είναι «η εναλλακτική του πόνου». Ποια είναι όμως η εναλλακτική για τον άνθρωπο που θέλει να ξεφύγει από το παρελθόν και να θεραπεύσει τη ψυχή του;

Ανακατεμένο με τη συνήθη δόση περί καθολικισμού του Γκρην, το μυθιστόρημα διαδραματίζεται στο Κονγκό που είχε εξερευνήσει κάποτε ο Ουαλός Στάνλεϋ, ενώ στον αφηγηματικό χρόνο της δεκαετίας του 1960 παλεύει για την ανεξαρτησία του. Οι ταραχές που συμβαίνουν στη βελγική αποικία μόνο ακροθιγώς αναφέρονται. Δεν απασχολούν εδώ τον συγγραφέα, πρώην πράκτορα των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στη Σιέρα Λεόνε, μια εμπειρία που τροφοδότησε πολλά έργα του. Συγκεκριμένα εκτυλίσσεται σε ένα απομακρυσμένο νοσοκομείο λεπρών, υπό την ευθύνη ενός καθολικού μοναστηριού. Στο σημείο, σε παραπόταμο του θηριώδους ποταμού Κονγκό, φτάνει ένα ατμόπλοιο με προμήθειες κι κάποιον «παράξενο νεοφερμένο στην καρδιά της πιο μαύρης Αφρικής» που γράφει στο ημερολόγιο του μια παράφραση του Ντεκάρτ: «Αισθάνομαι μια δυσφορία, άρα υπάρχω». Δεν είναι ξεκάθαρο γιατί ο επιβάτης επιβιβάζεται εκεί. Ο ίδιος απαντά ότι κατέβηκε εκεί επειδή το σκάφος δεν πάει πιο κάτω. Προσφέρεται να βοηθήσει στο λεπροκομείο, αν και δεν έχει ιατρική κατάρτιση. Είναι ξεκάθαρο ότι ο μεσήλικας άνδρας, ονόματι Κερύ, προσπαθεί να ξεφύγει από κάτι, αλλά τι;

«Δεν ξέρω πια τι θα πει να έχεις κάτι που να σε τυραννάει. Έχω τελειώσει με όλα», λέει ο Κερύ στον συμπαθητικό ηγούμενο που του απαντά με νόημα: «Η αρρώστια είναι κάτι που έρχεται πάντα όταν τη ζητήσεις». Σελίδα τη σελίδα αναπτύσσεται ένα ψυχολογικό μυθιστόρημα, σε ένα σκηνικό με τόση ζέστη που «και οι Αφρικανοί αισθάνονταν» και τη «γαγγραινώδη οσμή του δέρματος με λέπρα που ήταν η μυρωδιά της Αφρικής». Κεντρικό πρόσωπο ο Κερύ, διεθνούς φήμης αρχιτέκτονας, ο οποίος νιώθει πνευματικά και συναισθηματικά άδειος. Δεν συγκινείται πλέον να σχεδιάσει ένα κτίριο ή να κοιμηθεί με μια γυναίκα παρότι υπήρξε γυναικοκατακτητής. Νιώθει ότι η αγάπη του για τις γυναίκες ήταν αγάπη μόνο για τον εαυτό του, ενώ όταν δημιουργούσε κάτι, αφορούσε στη δική του ευχαρίστηση. Ακόμη και όταν σχεδίαζε σύγχρονες εκκλησίες στην Ευρώπη, δεν τον ενδιέφερε τι συμβαίνει εκεί μέσα. «Ό,τι έχτισα, το έχτισα όχι για τη δόξα του Θεού».  Η τέχνη του «μείζονα Καθολικού αρχιτέκτονα»  ήταν μόνο θέμα χώρου, φωτός και αναλογιών.

Ο Γκρην, δια στόματος του ήρωά του το λέει ξεκάθαρα: «Οι άνθρωποι προσεύχονται σε φυλακές, σε τρώγλες και σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Μόνο η μεσαία τάξη έχει την  απαίτηση να προσεύχεται σε αρμοστό περιβάλλον». Ο ήρωάς του έχει βαρεθεί την επιτυχία και την διασημότητα, έχει κουραστεί να τον θαυμάζουν, έχει χάσει το νόημα στην τέχνη και την ευχαρίστηση στη ζωή, νιώθει συναισθηματικά ανάπηρος. Μέσα στην τρομερή κενότητά του, φτάνοντας ανώνυμα στην αποικία λεπρών δεν μπορεί ούτε να υποφέρει ούτε να γελάσει. «Όταν πεθάνει ένα αίσθημα, πεθαίνει μαζί του και η ανάμνηση της συνθήκης που το γέννησε», λέει,  περιγράφοντας τον εαυτό του ως «καμένο χαρτί».

«Η αυτοέκφραση είναι σκληρό κι εγωιστικό πράγμα. Κατατρώει τα πάντα, ακόμα και τον εαυτό σου. Στο τέλος, βρίσκεις πως δεν έχεις πια εαυτό να εκφράσεις. Δεν έχω ενδιαφέρον για τίποτα πιά, γιατρέ», ομολογεί στον Κολέν,  τον μοναδικό γιατρό του λεπροκομείου,  χάρη στον οποίο ο Κερύ αρχίζει λίγο μετά την άφιξή του να βγαίνει από τη συναισθηματική απομόνωση, αλλά και  χάρη στον υπηρέτη του Ντέο Γκράτιας, έναν ακρωτηριασμένο λεπρό, τον οποίο έσωσε μια νύχτα με κακό καιρό. Ο Κολέν μπορεί να θεωρηθεί το αντίθετο του Κερύ. Γιατί ενώ ο τελευταίος μοιάζει να βασανίζεται από την απώλεια της θρησκευτικής πίστης, ο πρώτος «έχει χάσει την πίστη του σε κάθε θεότητα πολύ πριν έρθει σ΄αυτή την ήπειρο της δυστυχίας και της ζέστης» και αισθάνεται άνετα με τον αθεϊσμό του.  Ενώ ο Κερύ αποφεύγει τον κόσμο γύρω του, ο Κολέν αγκαλιάζει τους πάντες με συμπόνια και στοργή. Παλεύει με πενιχρά μέσα για να σώσει, σχεδόν μάταια, τους λεπρούς ασθενείς του και παρόλο που δεν διαθέτει θρησκευτική πίστη για να τον θωρακίζει, δεν χάνει ποτέ την πίστη του στον άνθρωπο και την κοινωνία. Ευφυής και ακέραιος, αυτός είναι ο μόνος χαρακτήρας που μπορεί να καταλάβει τον Κερύ και εκείνος αναζητά πάντα τη γνώμη του. Με τη δική του βοήθεια ο κεντρικός ήρωας βιώνει μια αναγέννηση του ενδιαφέροντος για τη ζωή.

Ο Κερύ ταξιδεύει ως την πρωτεύουσα της επαρχίας , το επινοημένο Λικ, οκτώ ημέρες οδικώς για να μεταφέρει μια ιατρική συσκευή, σχεδιάζει και επιβλέπει ένα νέο κτίριο για το νοσοκομείο και δείχνει ενδιαφέρον για τη Μαρί Ρικέρ, την αξιολύπητη νεαρή σύζυγο ενός διεφθαρμένου, φαινομενικά ένθερμου καθολικού, διευθυντή εργοστασίου φοινικέλαιου ο οποίος υπερηφανεύεται για τις «πνευματικές ανησυχίες» του. Ο αυταρχικός Ρικέρ, πριν διακόψει βίαια και άδικα την αναγέννηση του Κερύ, επιδιώκει διακαώς επαφές μαζί του, καθώς θεωρεί ότι κάτι τέτοιο του προσδίδει κύρος στην ανούσια ζωή του. Για εκείνον η άφιξη του διάσημου αρχιτέκτονα στην Αφρική, ο οποίος έχει γίνει και εξώφυλλο στο Time, είναι το σπουδαιότερο πράγμα που συνέβη στην Αφρική μετά τον Σβάιτσερ (Νόμπελ Ειρήνης 1952) που ήταν και προτεστάντης. Οι θρησκευτικές κορώνες του Ρικέρ ενοχλούν σφόδρα τον Κερύ που ισχυρίζεται ότι έχει χάσει την πίστη του, αλλά ο συγγραφέας μάς δίνει την εντύπωση ότι κατά βάθος εξακολουθεί να πιστεύει με έναν δικό του τρόπο.  «Τότε γιατί μου δίνετε εσείς, περισσότερο απ΄ όλους τους άλλους εδώ, την αίσθηση ότι πιστεύετε;», τον ρωτά κάποιος.

«Ποιος θα περίμενε να βρει ΤΟΝ  Κερύ κρυμμένο σ΄  ένα λεπροκομείο στη σαβάνα;»  Όλα παίρνουν διαφορετική τροπή όταν καταφθάνει στην περιοχή ένας αδίστακτος Άγγλος δημοσιογράφος, ονόματι Πάρκινσον, με σκοπό να γράψει σε ευρωπαϊκές εφημερίδες για τον «ερημίτη του Κονγκό», τον διαπρεπή αρχιτέκτονα που εγκατέλειψε το επάγγελμά του και έχει στο ενεργητικό του διαδοχικές ερωτικές σχέσεις, με μια εξ αυτών να έχει καταλήξει στην αυτοκτονία μιας γυναίκας. Θεωρώντας τον εαυτό του ότι έχει εισχωρήσει σ΄ αυτό που ο Τζόζεφ Κόνραντ αποκαλεί «καρδιά του σκότους», ο Πάρκινσον, ανίκανος ο ίδιος να αναγεννηθεί, απολαμβάνει τις δημοσιογραφικές επιτυχίες του, με τον Γκράχαμ Γκρην να θέλει να δείξει ξεκάθαρα πόσο ο Τύπος μπορεί να διαστρεβλώσει την αλήθεια με μια καλογραμμένη ιστορία.

Ο κόσμος από τον οποίο προσπαθεί να ξεφύγει ο Κερύ είναι εκεί. Ο δημοσιογράφος «μαγειρεύει», με τη βοήθεια του αποκρουστικού Ρικέρ, ένα άρθρο που παραποιεί την αλήθεια της ζωής του αρχιτέκτονα. Μαζί παραποιείται, με έναν άλλο τρόπο, και η σχέση του με την αφελή σύζυγο του Ρικέρ, κόρη Βέλγων αποίκων, η οποία σε μια προσπάθεια να ξεφύγει από τον αδιάφορο σύζυγό της και την κενότητα της ζωής της καταστρέφει άθελά της τη νέα ήσυχη ζωή του Κερύ, οδηγώντας το μυθιστόρημα σε   ένα ειρωνικό και βίαιο φινάλε. Όμως ο κεντρικός ήρωας ήδη έχει βρει την αγάπη. «Όταν την ψάχνουμε, ίσως την έχουμε βρει ήδη», αναφέρει ο Γκρην κατά τη ρήση του Πασκάλ πως «όποιος ψάχνει τον Θεό Τον έχει ήδη βρει».

Τα γεγονότα, ωστόσο, είναι λιγότερο σημαντικά από τους ίδιους τους διαλόγους μεταξύ των χαρακτήρων σχετικά με τον πόνο, την αγάπη για τον εαυτό και την ανιδιοτέλεια, την πίστη και τη μη πίστη που μας παραθέτει ο Γκράχαμ Γκρην σε πιο ήπιους τόνους από άλλα έργα του. Γραμμένο το 1960, το «Καμμένο χαρτί» δεν προσπαθεί τόσο να δείξει τις κακές πλευρές της ανθρωπότητας και του χριστιανισμού όσο τη φιλανθρωπία με την έννοια των καλών πράξεων και της στοργικής κατανόησης της ανθρώπινης ύπαρξης. Αυτό δείχνει η στάση και η πρακτική του θρησκευτικά αδέσμευτου γιατρού, αλλά και του κεντρικού ήρωα, για το τι σημαίνει χριστιανική αγάπη. Το ίδιο και οι ιερείς εκείνοι που ενδιαφέρονται περισσότερο να θεραπεύσουν τα σώματα των ιθαγενών, παρά για την ηθική θεολογία που είναι το τελευταίο πράγμα το οποίο τους απασχολεί.

Αφιερώνοντας το «Καμμένο χαρτί» στον Βέλγο λεπρολόγο γιατρό Michel Lechat, ο συγγραφέας γράφει, πριν ανοίξει την αφήγηση, ότι με αυτό το βιβλίο προσπαθεί να δώσει «δραματική έκφραση σε διάφορες μορφές πίστης, ημι-πίστης και μη πίστης, σ΄ ένα περιβάλλον μακριά από πολιτικές και οικογενειακά προβλήματα, όπου τέτοιες διαφορές γίνονται έντονα αισθητές και βρίσκουν έκφραση».

Χωρίς να είναι ένα μυθιστόρημα έκρηξης συναισθημάτων, όπως άλλα έργα του Γκράχαμ Γκρην (Αγγλία 1904- Ελβετία 1991), ή ένα μυθιστόρημα που υποφέρει από «τη βαναυσότητα των Ευρωπαίων» και πάλλεται από τη βίαια μεταβαλλόμενη Αφρική στους αγώνες της να αποτινάξει την αποικιοκρατία, είναι ένα βιβλίο που αγγίζει τον αναγνώστη, ευαίσθητο σε διλήμματα γύρω από την ύπαρξη, την ηθική, το νόημα της ζωής και την περιπλοκότητα της έννοιας της πίστης, και το οποίο απολαμβάνουμε χάρη στην εξαιρετική όπως πάντα μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη.

 

Γκράχαμ Γκρην, Καμένο χαρτί, μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης, Πόλις

Βρες το εδώ

 

 

Προηγούμενο άρθροΣυζήτηση:  Για τη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία στο εξωτερικό (της Εύας Στάμου)
Επόμενο άρθροΣυζήτηση: Ποιοι και πώς (δεν) μας διαβάζουν; (του Δημήτρη Τζιόβα)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ