Η ελληνική λογοτεχνία στο εξωτερικό: από μέσα προς τα έξω (της Μένης Πουρνή)

0
379

 

της Μένης Πουρνή

 

Λίγο πριν την αυγή της νέας χιλιετίας διάβαζα ως νεαρή υποψήφια των εισαγωγικών εξετάσεων με βαθύ ενδιαφέρον και προβληματισμό το πρωτοχρονιάτικο αφιέρωμα του ένθετου Βιβλιοθήκη της εφημερίδας Ελευθεροτυπία τις ελπίδες και τις προσδοκίες των αρθρογράφων για το μέλλον της νεοελληνικής λογοτεχνίας στον 21ο αιώνα. Το άρθρο που συγκράτησα περισσότερο στη μνήμη μου αφορούσε το δίλημμα που έθετε ο συγγραφέας σχετικά με το αν η νεοελληνική λογοτεχνία θα παραμείνει περιχαρακωμένη στον μικρόκοσμό της ή θα προσπαθήσει να συμπορευτεί επάξια με την παγκόσμια, κυρίως την ευρωπαϊκή. Διαβάζοντας και μελετώντας περαιτέρω τα επόμενα χρόνια δεν άργησα να διαπιστώσω πως το δίλημμα αυτό αποτελεί ένα σημαντικό μέρος του ευρύτερου διλήμματος για την ταυτότητα του σύγχρονου ελληνικού κράτους και έθνους.

Στην άκρως επίκαιρη συζήτηση που ξεκίνησε στο περιοδικό Ο Αναγνώστης ο συγγραφέας Νίκος Α. Μάντης-και τις ενδιαφέρουσες απαντήσεις που ακολούθησαν-γιατί δεν υπάρχει μεγάλο ενδιαφέρον για την σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία στο εξωτερικό, θα μπορούσαμε να απαριθμήσουμε μία σειρά από λόγους και αιτίες απλά και μόνο στα πλαίσια μιας γενικής, φιλικής συζήτησης, αν δεν επισημάνουμε εξ αρχής ότι αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση να επιδείξουν οι αντίστοιχοι δημόσιοι και ιδιωτικοί φορείς ισχυρή θέληση και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό.

Ο εσωτερικός χαρακτήρας του ζητήματος θα μπορούσε, ίσως, να συμπυκνωθεί επιγραμματικά στους τομείς της εκπαίδευσης, της καλλιέργειας φιλαναγνωστικής κουλτούρας, της ύπαρξης ενός στοιχειώδους πλάνου για την «εξωτερική πολιτική» του σύγχρονου εθνικού πολιτισμού και τέλος, εξωστρέφειας των ίδιων των δημιουργών.

Στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα σπάνια εφαρμόστηκε κάποιο πρόγραμμα για την προώθηση της ανάγνωσης με εξαίρεση μάλλον κάποια προγράμματα του παλιού ΕΚΕΒΙ. Ακόμη και σήμερα ελάχιστα σχολεία διαθέτουν βιβλιοθήκη, έστω και υποτυπώδης, πόσω μάλλον υπεύθυνο βιβλιοθηκονόμο. Οι μαθητές επαφίενται στον ευεργετικό ρόλο της τύχης με την έννοια της τοποθέτησης στο σχολείο ενός φιλόπονου εκπαιδευτικού ή ενός δραστήριου συλλόγου γονέων και κηδεμόνων. Σε άλλες περιπτώσεις γίνονται μεν προσπάθειες καλλιέργειας φιλαναγνωστικής κουλτούρας στους μαθητές, αλλά δεν εφαρμόζεται πάντα μία συνεπής και κατάλληλη πρακτική ή η προσπάθεια παραμένει επιδερμική. Φυσικά, θα πρέπει να γίνουν πιο συχνές οι επισκέψεις των συγγραφέων στα σχολεία.

Σε ένα παράλληλο σκέλος του θέματος, η διδασκαλία της νεοελληνικής λογοτεχνίας στα σχολεία γίνεται στα πλαίσια ενός παγιωμένου, παραδοσιακού σχήματος διδασκαλίας, όπου προκρίνεται η συμβατική ανάλυση του εξεταζόμενου λογοτεχνικού κειμένου, η βαθμολόγηση και η αναγνώριση ρητορικών σχημάτων έναντι της αληθινής μύησης των μαθητών στη μαγεία της λογοτεχνίας, η ανάπτυξη κριτικής σκέψης, η ελεύθερη συζήτηση προβληματισμών και απόψεων. Ιδιαίτερα για την δευτεροβάθμια εκπαίδευση, η διδασκαλία ενός ολόκληρου λογοτεχνικού έργου, όπως ανέφερε στο άρθρο της η κ. Αποστολίδου, αποτελεί αίτημα πολλών εκπαιδευτικών και συγγραφέων, ώστε οι μαθητές να αντιληφθούν στην ολότητα του την σημασία και  την αξία της ανάγνωσης και ανάλυσης ενός ολόκληρου μυθιστορήματος, πάντα υπό τις κατάλληλες συνθήκες. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε αρχικά να εφαρμοστεί υπό την μορφή ενός επιλεγόμενου σεμιναρίου.

Τα δεδομένα που λαμβάνουμε από τις κατά διαστήματα έρευνες δίνουν την εικόνα μίας μαθητικής κοινότητας χωρίς ιδιαίτερα στενή σχέση με την ανάγνωση λογοτεχνικών βιβλίων.

Η έκθεση βιβλίου-ορόσημο στην Φρανκφούρτη το 2001 με τιμώμενη χώρα την Ελλάδα άφησε πολλές προσδοκίες για μία δυναμικότερη παρουσία της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας στο εξωτερικό για το μέλλον. Στα επόμενα χρόνια έγιναν σίγουρα κινήσεις και υπήρξαν επιτυχίες, αυτό, όμως, δεν σημαίνει πως θεσμοθετήθηκε μία σταθερή κρατική πολιτική για την προώθηση της νέας ελληνικής λογοτεχνίας στο εξωτερικό ή αν υπήρχε κάπου μία τέτοια πρόθεση, χάθηκε μέσα στο χάος των κλυδωνισμών της μακρόχρονης οικονομικής κρίσης. Εξακολουθούμε να στηριζόμαστε στον παράγοντα του τυχαίου ή των ατομικών επιτυχιών των συγγραφέων. Θα πρέπει να στηρίζεται, όσο είναι δυνατόν, κάθε κίνηση για την προώθηση της ελληνικής λογοτεχνίας με ελληνική ή ξένη πρωτοβουλία και να αναπτυχθούν στενότεροι διακρατικοί δεσμοί στον τομέα των πολιτιστικών ανταλλαγών. Ζωτικής σημασίας είναι η διατήρηση των εδρών νεοελληνικών σπουδών σε ανώτατα ιδρύματα του εξωτερικού και η πρόνοια δημιουργίας μίας νέα γενιάς νεοελληνιστών, Ελλήνων και ξένων, που θα βοηθούσαν στο μέγιστο στην διάδοση της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας.

Σε ένα δεύτερο επίπεδο θα μπορούσε να αποδειχθεί χρήσιμη η διεξαγωγή μίας έρευνας για την εικόνα που έχουν οι ξένοι αναγνώστες για την Ελλάδα και πόσο θα τους ενδιέφερε να διαβάσουν για την σύγχρονη Ελλάδα. Ακόμη, σε μία εποχή κυριαρχίας των μεγάλων γλωσσών, η καθιέρωση ενός λογοτεχνικού βραβείου για λογοτεχνικά έργα που εκδίδονται σε χώρες με γλώσσα που δεν ομιλείται από τόσο μεγάλο αριθμό ανθρώπων, όπως η αγγλική, η γαλλική κτλ στα πλαίσια των ευρωπαϊκών θεσμών ίσως να βοηθούσε σε ένα γενναιότερο άνοιγμα της εκδοτικής αγοράς και του αναγνωστικού κοινού σε αξιόλογα λογοτεχνικά έργα από  τις χώρες αυτές.

Αν και παλιότερα αγαπήθηκαν στο εξωτερικό λογοτεχνικά έργα που έδιναν βάση στα ξεχωριστά χαρακτηριστικά της ελληνικής ζωής που την έκαναν να μοιάζει εξωτική στα μάτια του ξένου, ευρωπαϊκού περισσότερο, κοινού, σήμερα ένα σημαντικό μέρος των Ελλήνων συγγραφέων εκδίδουν έργα τα οποία εκφράζουν παρόμοιες ανησυχίες με εκείνες των συγγραφέων του δυτικού κόσμου. Αρκετοί μελετητές ισχυρίζονται πως η έλλειψη παράδοσης του μεγάλου μυθιστορήματος στην Ελλάδα, όπως στην Αγγλία, Γαλλία, Γερμανία κλ., επηρέασε την δυνατότητα μίας πιο εύρωστης ανάπτυξης του είδους που θα βοηθούσε, ενδεχομένως, στην παραγωγή έργων άξιων να σταθούν πλάι στα έργα-σταθμούς της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας δημιουργώντας παράλληλα πιο ευοίωνες συνθήκες για το μέλλον. Μην αποκλείοντας την πιθανότητα να δημιουργηθεί ένα σημαντικό λογοτεχνικό έργο ακόμη και κάτω από εξαιρετικά δυσχερείς συνθήκες, θα λέγαμε ότι λείπει περισσότερο από τους Έλληνες δημιουργούς η πεποίθηση πως θα  μπορέσουν να σταθούν επάξια στο ύψος των δημιουργών που ανήκουν σε μία πιο διαδεδομένη γλώσσα ή κουλτούρα παρά η έλλειψη δημιουργικής ικανότητας και έμπνευσης οδηγώντας τους σε ένα είδος μονομερούς εσωστρέφειας.

Για να γίνουν εμφανή εξωτερικά τα σημάδια μίας επανάστασης, θα πρέπει πρώτα να έχει συντελεστεί και αφομοιωθεί εσωτερικά. Και ίσως από εδώ να πρέπει να αρχίσουμε.

 

 

*Η Μένη Πουρνή είναι φιλόλογος-αρχαιολόγος,  συγγραφέας.

Προηγούμενο άρθροΣυζήτηση: Περί πολιτιστικής (κρατικής) πολιτικής (της Άννας Αφεντουλίδου)
Επόμενο άρθρο Συζήτηση : Μερικές παρατηρήσεις ακόμα για την ελληνική λογοτεχνία (της Βαρβάρας Ρούσσου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ