Η Εκδίκηση των Ρούχων (Διήγημα του Ανδρέα Μήτσου)

0
665

Α ν δ ρ έ α ς     Μ ή τ σ ο υ

 

 

  • «Διατί σου τα ιμάτια και τα ενδύματά σου, ως από πατητού ληνού;»

(Γιατί είναι τόσο κατακόκκινα τα ρούχα σου και τα φορέματά σου, σαν εκείνου που πατά σταφύλια στο λινάρι;)

  • «Πλήρης καταεπιπατημένης˙ και των εθνών ουκ έστιν ανήρ μετ’ εμού»

(Ναι, είμαι γεμάτη από χυμούς σταφυλιών που έχουν καταπατηθεί σε λινάρι˙ και άντρας ειδωλολάτρης δεν έχει απομείνει πια κοντά μου)

 

Ησαΐας Κεφ. 63 ΞΓ

 

 

 

Η κόρη της δήλωνε βέβαιη πως επρόκειτο για εγκληματική ενέργεια. «Η μαμά μου ήταν ευτυχισμένη», επέμεινε. «Δεν θα έβαζε ποτέ φωτιά στα ρούχα της για να καεί κι η ίδια ζωντανή!»

Ανασκάλευαν οι άνδρες του ανακριτικού της Πυροσβεστικής τα αποκαΐδια, έψαχναν κάθε γωνιά του σπιτιού της. Ερεύνησαν ακόμα και για πιθανές σχέσεις εχθρότητας, τόσο στο κοντινό, όσο και στο απώτερο παρελθόν της θανούσης, και τρεις μήνες αργότερα η κόρη έλαβε το επίσημο πόρισμα.

Δεν είχαν προκύψει ίχνη καμιάς εγκληματικής ενέργειας, ο θάνατος οφείλετο σε ανάφλεξη, η οποία ξεκίνησε μέσα από την ντουλάπα της. Είχαν μάλιστα περισυλλεγεί υπολείμματα μεταξωτής κυλότας, χρώματος κατακόκκινου –στην αρχή το εξέλαβαν για αίμα της–. Μισοκαμμένο βρέθηκε ακόμα –λιωμένο στο κορμί της– κομμάτι από σουτιέν του ιδίου χρώματος. Το πόρισμα κατέληγε συμπερασματικά σε: «σαφείς ενδείξεις σκόπιμης αυτοπυρπόλησης και αυτοχειρίας».

«Ούτε εβδομήντα, υγιέστατη, με μυαλό πεντακάθαρο, ξυράφι. Δεν θα ’κανε ποτέ κακό στον εαυτό της, δεν είχε κανέναν απολύτως λόγο. Και τί εσώρουχα είναι ετούτα; Δεν ήταν δικά της, είναι αδύνατον να είναι δικά της», διαμαρτυρόταν αναστατωμένη η κόρη. «Αυτά είναι εσώρουχα κοινής γυναίκας, μιας πόρνης».

Αναστατωμένος ήμουν κι εγώ όταν, επιστρέφοντας μετά από πολλά χρόνια διαμονής μου στο εξωτερικό, η θυγατέρα της αποκάλυψε δημόσια, κατά το ετήσιο μνημόσυνο της μάνας της, –με ανεπίτρεπτη, θα ’λεγα, ευκολία κι έναν αδιόρατο σαρκασμό– το επίσημο πόρισμα του θανάτου στην πάσα λεπτομέρειά του.

Αναστατώθηκα, γιατί ήμουνα εκείνος ο οποίος της είχε αγοράσει το πορφυρό κυλοτάκι, τριάντα χρόνια πριν, τα ερεθιστικά εσώρουχα, που τα φορούσε και λικνιζόταν μπροστά μου αργά, που βογκούσε φιλήδονα κι αναστέναζε προτού χυθεί καταπάνω μου στο κρεβάτι μας. Στο στενό κρεβάτι, εκεί όπου σε λίγο εγώ θα συλλάβιζα με πνιγμένη φωνή, με ρόγχο επιθανάτιο, ένα προς ένα, τα επτά φωνήεντα της αλφαβήτας.

Αφού μαζί της έμαθα την αλφαβήτα του κορμιού, πάνω της μυήθηκα στους κρυφούς κώδικες της ηδονής. Κι ήταν για μια ώρα, όσο έλειπε ο γιατρός, ο άντρας της, και ο πιο στενός μου φίλος. Μια ώρα μόνο κράταγε η βόλτα μου στον παράδεισο.

Τη φαντάζομαι, τη βλέπω μπροστά μου ζωντανή, να τακτοποιεί αδιάφορη τα ρούχα στην ντουλάπα της, να ξεκλειδώνει κι ένα παλιό συρτάρι. Να πέφτει επάνω στο δικό μου δώρο.

Να το παίρνει περίεργη στα χέρια της, να το κοιτάζει απορημένη, να το κοιτάζει σκεπτική, σαν να μην το αναγνωρίζει, ή σαν να υπολογίζει προσεχτικά πόσα χρόνια έχουν περάσει. Και μόλις τα βρίσκει, κάποτε, να ξεγυμνώνεται βιαστικά, να φορά τη μικροσκοπική κυλότα, να φορά και το μεταξωτό σουτιέν. Να στέκεται ύστερα άγαλμα μπροστά στο μεγάλο καθρέφτη ώρα πολλή. Με πρόσωπο θυμωμένο.

Ξαφνικά αρχίζει να τρέχει μες στο δωμάτιο, να το κάνει άνω-κάτω το δωμάτιο, ώσπου ανακαλύπτει ένα κουτί σπίρτα. Χωρίς να διστάσει στιγμή βάζει φωτιά στα κόκκινα εσώρουχα, στα κόκκινα εσώρουχα πάνω της. Και λαμπαδιάζει ολόκληρη, καίγεται, ψήνεται, αφήνοντας ψιλές φωνούλες και πνιχτά βογκητά. Είναι τα ίδια ηδονικά βογκητά, τα παλιά της κλάματα.

Αν το θέλησε να γίνει παρανάλωμα του πυρός και να πεθάνει ένδοξα, ή, από μια ύπουλη τρυφερότητα του χρόνου αποπλανεμένη, από τη δικαιοσύνη του ίσως, άναψε το σπίρτο και έβαλε φωτιά και λαμπάδιασε και έγινε στάχτη και φλόγα ψηλόλιγνη, όταν δεν έστεργε πια το κορμί ν’ ανάψει από μόνο του και ν’ αναφλεγεί, δεν μπορώ να το ξέρω.

Πασχίζω να τη φέρω κοντά μου την Ελένη. Έχω ανάγκη να θυμηθώ ξανά την ηχώ των επτά φωνηέντων. Νοστάλγησα τα υγρά σύμφωνα, τις μικρές τους στάμπες σάλιου στο μουσκεμένο μαξιλάρι μου. Την αληθινή ζωή.

Αλλά, ούτε ήχος βγαίνει τώρα από το στόμα μου, ούτε ένα δάκρυ στα μάτια.

Την αλήθεια δεν χρειάζεται να την ψάχνουμε αλλού, επέμεινε ο Πλάτων, αρκεί μόνο να τη θυμηθούμε. Όφειλε όμως, ο μεγάλος σοφός, να μας προειδοποιήσει για τις καταστροφικές συνέπειες της αφύπνισης της μνήμης.

Προηγούμενο άρθροΗ Πάπισσα Ιωάννα, ο Εμμανουήλ Ροΐδης και το θέατρο (του Βαγγέλη Μαυρουδή)
Επόμενο άρθροΗ ασκημένη ευαισθησία του Μάριου Ποντίκα (του Δημήτρη Γιατζουζάκη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ