Η Αθήνα του Μίλτου Σαχτούρη (της Δώρας Μέντη)

0
546
Η αφίσα από τις εκδηλώσεις για τα 100 χρόνια του ποιητή στην Ύδρα

 

της Δώρας Μέντη (*)

 

Αθήνα προπολεμική-μεταπολεμική/ και συ καφενείο – το καρύδι μέσα στο κλουβί

 

Ο Μίλτος Σαχτούρης γεννήθηκε στις 29 Ιουλίου 1919 στην Αθήνα στην κλινική Λούρου, στο ξεκίνημά του όμως από νεανική υπερηφάνεια έβαζε ως τόπο γέννησης την προγονική Ύδρα, καθώς ήταν δισέγγονος του ναυάρχου του ’21 Γεωργίου Σαχτούρη, εγγονός του αξιωματικού του Ναυτικού Μιλτιάδη Σαχτούρη, και γιος του νομικού συμβούλου του κράτους Δημητρίου Σαχτούρη.  Πέρασε τα παιδικά του χρόνια πέριξ της Κυψέλης, στο πατρικό του που ήταν μια προπολεμική δίπατη μονοκατοικία, προς τη γωνία Ιθάκης-Καλύμνου, στη μέσα και κάτω πλευρά της Πατησίων. Το 1955,  μετά το θάνατο της μητέρας του, πούλησε αυτό το σπίτι μαζί με μεγάλο μέρος της προγονικής κληρονομιάς,. Τα επόμενα χρόνια της ζωής του έζησε σε νοικιασμένα μικρά διαμερίσματα: Ίμβρου 2 και Μηθύμνης 14, στην πλατεία Αμερικής. Βέρος Αθηναίος λοιπόν, με εξαιρετικά περιορισμένη κινητικότητα και λιγοστές θερινές διακοπές σε ελληνικά νησιά,[1] παρακολουθεί την κλειστή ζωή της πόλης σε φθίνουσα τροχιά, σύμφωνα με την ώριμη λιτή αποτύπωση της προσωπικής του διαδρομής:[2] Αθήνα προπολεμική/ Αθήνα υπερτονική/ Αθήνα κατατονική/ με το χρυσό σου δάχτυλο στ’ αυτί.

Ή, σύμφωνα με την περιεκτική απόδοση του φίλου του ποιητή Γιάννη Κοντού:[3]  «Κυψελιώτης εκ πεποιθήσεως. Εκεί γύρω στα καφέ και μέχρι το Κολωνάκι, όπου παλιότερα γευμάτιζε και μέχρι τον ιππόδρομο και στις βιτρίνες με τα παιχνίδια». Αυτός ο κλειστός αθηναϊκός βίος αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσέγγισης η οποία δομείται σε δύο  άξονες, τον ιστορικό χωροχρόνο και το οικείο περιβάλλον, ενώ στηρίζεται παντοιοτρόπως στη βάση της εμμονικής ποιητικής φύσης που χαρακτήριζε δια βίου τον Σαχτούρη. Φύσης που του υπαγόρευσε να μην ανταποκριθεί στις προσδοκίες των οικείων του, να κάψει επιδεικτικά τα βιβλία της Νομικής, να πουλήσει ολοσχερώς την προγονική περιουσία και να αφοσιωθεί εξ ολοκλήρου στην ποίηση, μέσα σε συνθήκες οικονομικής στενότητας,[4] σύμφωνα με τις απόλυτα συνειδητές επιλογές που τις επαναφέρει πεισματικά την εποχή της ποιητικής του αναγνώρισης:[5]

Στο καφενείο/ έρχεται ο χοντρός νονός μου/ με τις λίρες./ Ούτε μια δεν είναι για σένα, λέει/  γιατί δεν έγινες ο βαφτιστικός μου/ που περίμενα./ Τότε λέω κι εγώ στο γκαρσόνι, πλάι μου/

-Φέρε μου ένα φλιτζάνι με μελάνι.

 

Ο ιστορικός χωροχρόνος

Φωτό από το αρχείο Μιχ. Αναστασίου, Λ.Ξανθόπουλου

Έχει ασφαλώς μελετηθεί ο ιστορικός χρόνος που πλαισιώνει την ποίηση του Σαχτούρη και οριστεί ξεκάθαρα η σημαντική τομή για το βίο και το έργο του: 1941. «Πίσω του ο θάνατος του πατέρα του, η διακοπή των σπουδών  και κάθε προσπάθειας για την επιδίωξη ενός επαγγελματικού προσανατολισμού. Και τότε, μέσα και γύρω του, συντελούνται τα καίρια: η απρόοπτη αρρώστια, ο πρώτος ματαιωμένος έρωτας, η μόνωσή του».[6] Ταυτόχρονα, η έκδοση της πρώτης, και αποκηρυγμένης, ποιητικής του συλλογής Η μουσική των νησιών μου, την οποία και έκαψε στον κήπο του τρεις τέσσερεις εβδομάδες μετά. Στη διάρκεια των δύσκολων χρόνων της Κατοχής ο Σαχτούρης μένει έγκλειστος, τα δύο τελευταία χρόνια ωστόσο επανέρχεται σταδιακά στη ζωή,[7] συναντά στην Κηφισιά το φίλο του Ε.Χ. Γονατά,[8] συχνάζει στο πατάρι του Λουμίδη και συμμετέχει στους θορυβώδεις ποιητικούς κύκλους των μεσημεριανών ωρών,[9] ιδιαίτερη φιλία όμως αναπτύσσει με τον ποιητή και ζωγράφο Νίκο Εγγονόπουλο, συχνάζει στο γειτονικό υπόγειο ατελιέ του στην αρχή της οδού Κυψέλης, ένα πρώην γκαράζ με χωμάτινο πάτωμα. Ο Εγγονόπουλος φιλοτέχνησε μάλιστα τη βινιέτα του εξωφύλλου για τη Λησμονημένη (1945). Η σταδιακή του επανένταξη δίνει εμφανώς το στίγμα ενός επιζώντος, ενός «τρελού λαγού» που τρέχει πανικόβλητος ανάμεσα στα σύρματα, αλλά και τη ρεαλιστική εικόνα μιας εφιαλτικής εποχής που διαρκεί ολόκληρη τη δεκαετία του ’40. Χαρακτηριστικά, ας δούμε την ίδια παγερή ατμόσφαιρα τις γιορτινές μέρες, Χριστούγεννα μέσα στην Κατοχή («Χριστούγεννα 1943»):[10]

Οι γιορτινές μέρες πυκνοκατοικημένες/ γυναίκες αγκαλιάζουν πράσινα κλωνιά δεν κλαίνε/

κι ο γέρος εθνικός κήπος κουβαλάει στις πλάτες του/ τρεις πεθαμένους κύκνους/

και τα παιδιά πετάνε ψίχουλα στον ουρανό/ ένα μικρό Χριστό στο κάθε δάκρυ της λησμονημένης/ ένα αρνάκι μια σταλιά στις παγωμένες της παλάμες/

ένα πουλί αστέρινο καρφίτσα στα μαλλιά της

και στη διάρκεια των εμφύλιων συγκρούσεων («Χριστούγεννα 1948»):[11]

Σημαία/ ακόμη/ τα δόκανα στημένα στους δρόμους/ τα μαγικά σύρματα/ τα σταυρωτά/

και τα σπίρτα καμένα/ και πέφτει η οβίδα στη φάτνη/ του μικρού Χριστού/

το αίμα το αίμα το αίμα/ εφιαλτικές γυναίκες/ με τρυφερά κέρινα/ χέρια/ απεγνωσμένα/

χαϊδεύουν/ βόσκουν/ στην παγωνιά/ καταραμένα πρόβατα/ με το σταυρό/ στα χέρια/

και το τουφέκι της πρωτοχρονιάς/ το τόπι/ ο σιδερόδρομος της λησμονιάς/ το τόπι του θανάτου.

Συγκριτικά, ανάμεσα στα Χριστούγεννα του 1943 και του 1948 αρχίζει να διαφαίνεται ένα συλλογικό υποκείμενο που καταγράφει και μετασχηματίζει υπαρκτές εικόνες θανάτου και αιματοχυσίας. Είναι φανερό ότι το ατομικό υποκείμενο απομακρύνεται σταδιακά από τον ιδιωτικό  μικρόκοσμο και στρέφει το βλέμμα του στον δημόσιο χώρο. Σε αυτό το κρίσιμο διάστημα διαμορφώνεται από τη μια μεριά ο προσωπικός μύθος και από την άλλη ο ιστορικοκοινωνικός άξονας της ποίησης του Σαχτούρη, όπως τον εντόπισε αρχικά η Νόρα Αναγνωστάκη[12] και διαγράφεται τόσο στα ποιήματα που δημοσιεύει το 1947 στο περιοδικό Μικρό Τετράδιο[13] όσο και στη συλλογή Παραλογαίς (1948), σε ποιήματα όπως «Η μάχη» και «Η τρίτη και η τέταρτη μέρα»:[14]

Άπλωνες όλο άπλωνες τα χέρια σου/ και μέσα στη βροχή στεκόταν Προσοχή/

ο κρεμασμένος/ με τα χρυσά σιρίτια το βιολί και το μαντίλι του/

με δέκα σύννεφα από λάσπη μέσα στην καρδιά του/

κι από τη λάσπη παίρναν τα μικρά παιδιά/ και χτίζαν δέκα πολιτείες ονείρου

και

Κι οι νύχτες/ ήταν άγριες για όλους/ κανείς δεν ξέχναγε το αίμα/ περνούσαν έρχονταν/

κάπνιζαν τα φουγάρα/ κανείς δεν ξέχναγε το αίμα/ έβγαινε ο παπάς/ έβγαινε ο στρατιώτης/

κι ήταν πάντα νύχτα/ νύχτα μεγάλη/ νύχτα/ νύχτα

Μεταγενέστερα, τα βιώματα και τα αισθήματα αυτού του ιστορικού χρόνου  αποκρυσταλλώνονται κατεξοχήν στη σαχτουρική ποίηση, ξεκινώντας από τα αυτοαναφορικά ποιήματα «Ο τρελός λαγός» και «Ο στρατιώτης ποιητής»[15] και φτάνοντας στις πάγιες μνημονικές ανακλήσεις:[16]

Ακόμα γυρίζουν στρατιώτες από μάχες/ που χάθηκαν/

ακόμα γυρίζουν στρατιώτες από μάχες/ που κέρδισαν

όπου, με αξιοπρόσεκτα συμπεριληπτικό τρόπο, ο ιστορικός χωροχρόνος συνυφαίνεται με τον προσωπικό μύθο:[17]

Θα ερχόταν εποχή/ θωρακισμένα κάλαντα/ με ξένους πυρετούς σε ξένες χώρες/ η λησμονημένη πάντα με την καρφίτσα έμεινε/ γυάλινη και θεοτική χαμένη/ σε ξένους έρωτες σε ξένες χώρες/

γυάλινη με άσπρο αίμα./ Έντομα σιδερένια τρύπαγαν τα πτώματα/ – ύστερα από τόσα χρόνια-

κι ήταν αυτές  «οι ωραίες μέρες» που/ μας έταζαν/ διάβολοι με πιρούνες παραμέριζαν/ τα πτώματα/                 

μέρα Πρωτοχρονιάς

Μύθο απολύτως ευανάγνωστο μέσα στο εξαγιασμένο περιβάλλον της λησμονημένης, του πρώτου έρωτα που δεν ευοδόθηκε:[18]

Τα αίματα/ κι οι στρατιώτες που ξεπετάχτηκαν από τους γύρω/  δρόμους και με δέσανε σ’ ένα ξύλινο κρεβάτι,/ τέσσερις μήνες, κι όταν πια με λύσανε ήτανε/  χειμώνας, έβρεχε συνέχεια κι η Αγία χάθηκε/

κι ούτε που ξαναφάνηκε πια.

Στο περιβάλλον ενός διεσταλμένου ιστορικού χωροχρόνου που αναβιώνει σταθερά μέσα από τα βασικά σημεία αναφοράς του,  την περίοδο της Κατοχής, τη μητέρα και την άφευκτη, αλλά και συντροφική,[19] απειλή του θανάτου μέσα και  έξω από τον προστατευτικό χώρο του σπιτιού:[20]

Έψαχνα να βρω το σπίτι μου. οι δρόμοι ήταν/ γεμάτοι ερείπια͘͘  μοναχά τοίχους πεσμένους και/

πέτρες έβλεπες·   κι ούτε ένας άνθρωπος δεν φαινόταν./

Και τότε φάνηκε η άρρωστη μητέρα./ Ποτέ δεν ήταν τόσο καλά, γεμάτη ενέργεια και δύναμη,/

με πήρε απ’ το χέρι και βρεθήκαμε σ’ ένα/ συμπαθητικό δωμάτιο, το σπίτι μας./

Εγώ έκλαιγα, έκλαιγα γοερά…/ Κι αυτή: Μην κλαις, ο καθένας μας με τη σειρά του.

 

Το οικείο περιβάλλον

Δεν είναι μάλιστα τυχαίο ότι τα υπαρξιακά αυτά σημεία αναφοράς βρίσκονται στο επίκεντρο της σαχτουρικής ποίησης, εν μέρει ως παρουσίες και εν μέρει ως απουσίες, καταγραμμένες με παιδική αφέλεια που ξεσπά σε νεανική οργή και πείσμα, σαν ξόρκι:  κατάρα με τις εφτά σκιές/ πάντα θα γράφω ποιήματα.[21] Η βαριά σκιά του οικογενειακού δέντρου και η ενοχικότητα από πλευράς του μη αντάξιου γόνου, αντιπαλεύει σταθερά την επιθυμητή από τον ίδιο και αποκλειστική ιδιότητα του ποιητή. Στα είκοσί του χρόνια όμως ο θάνατος του πατέρα απελευθερώνει τον ποιητή από τις κοινωνικές φιλοδοξίες του περίγυρου. Η ιστορική συγκυρία στη συνέχεια σε συνδυασμό με την αρρώστια τον περιορίζει άκρως προστατευτικά μέσα στο οικείο περιβάλλον της μητέρας και της αστικής γειτονιάς, εκεί όπου κατεξοχήν διαπλάστηκαν η ποιητική ιδιοσυγκρασία και οι φιλίες του: «Πρώτα γνώρισα τον Ελύτη, τυχαίως, στο σπίτι του Καραντώνη, ο οποίος είχε πάθει ένα μικρό ατύχημα, τον είχε χτυπήσει ένα αυτοκίνητο και ήρθανε μερικοί γνωστοί του, ήρθε κι ο Ελύτης, αυτός δε είχε δώσει κάτι πρώτα μου ποιήματα που δημοσιεύτηκαν στα Νέα Γράμματα».[22]

Το οικείο περιβάλλον του Σαχτούρη, εκτός από τις παρενθέσεις που αποτελούν οι φιλικές συντροφιές,  είναι στην πραγματικότητα η μικρή κινητικότητα και τα καφενεία της Κυψέλης. Εκεί  συχνάζει ανελλιπώς, γράφει ποιήματα και γνωρίζει τη σύντροφο της ζωής του Γιάννα Περσάκη στου «Φλόκα» της Φωκίωνος Νέγρη.[23] Μετέχει εκεί με τον δικό του απόμακρο τρόπο, από την απόσταση της βιτρίνας, στην καθημερινότητα που διαρκώς εκτυλίσσεται έξω από αυτόν:[24]

Καθόμουνα στο καφενείο και κοίταζα/ από τη βιτρίνα/ […]

είδα και τον εαυτό μου να περνάει έξω από τη βιτρίνα/        

ήταν απέραντα θλιμμένος και σκεφτικός

Η εξωτερική αυτή περιγραφή ενός θαμώνα καφενείου με απλανές μελαγχολικό βλέμμα δεν απέχει από την πραγματική εικόνα που διέσωσε η μνήμη των  νεαρών  ποιητών, της Κατερίνας Αγγελάκη Ρουκ «σαν όνειρο τον θυμάμαι τον Σαχτούρη, σχεδόν ν’  ακουμπάει το πρόσωπό του στο τζάμι, με το φλυτζάνι του καφέ στο ένα χέρι και το τσιγάρο στο άλλο»,[25]  και του Γιάννη Κοντού, ο οποίος τον βλέπει ανάμεσα στην πολυπληθή καλλιτεχνική παρέα του «Μπραζίλιαν»:[26] «Ένας ψηλός και εύσωμος κύριος έπινε τον καφέ του όρθιος και κοιτούσε απλανώς μέσα από τη τζαμαρία τους διερχόμενους τη Βουκουρεστίου. Πλάι του κι άλλα πρόσωπα που πρέπει να ήσαν: ο Χατζιδάκις, (φυσικά) ο Γκάτσος, ο Ελύτης, ο Κούνδουρος, ο Τσαρούχης, η Μιλλιέξ, ο Μιγάδης, ο νέος τότε Βασιλικός, η Βακαλό, ο Σινόπουλος, η Παξινού, ο Μινωτής,ο Καραγάτσης, ο Θεοτοκάς, ο Καραντώνης, ο Χορν, η Μερκούρη, ο Ντασέν, η Λυμπεράκη, ο Κατράκης κ.α. Δεν μου πήγαινε το παρουσιαστικό του καθόλου με αυτά που έγραφε». Αυτή η διχοστασία που διακρίνει ο Κοντός ανταποκρίνεται στη γενικότερη εικόνα που κατά κάποιο τρόπο φιλοτέχνησε ο Σαχτούρης για τον εαυτό του και διαφαίνεται ιδιαίτερα σε ποιήματα που τον περιέχουν ως μέλος κοινωνικών συνόλων, διακρίνοντας τη συντροφιά με τους ζωντανούς ανθρώπους από τη συναισθηματική του εγγύτητα με τους νεκρούς ή τους ανύπαρκτους, όπως ομολογεί σε πρώτο πρόσωπο στο ποίημα που αφιέρωσε στον αυτόχειρα φίλο του υπαρξιστή φιλόσοφο Γιώργο Μακρή:[27]

 Έζησα κοντά στους ζωντανούς ανθρώπους/ κι αγάπησα τους ζωντανούς ανθρώπους/

όμως η καρδιά μου ήταν πιο κοντά/ στους άγριους άρρωστους με τα φτερά/

στους μεγάλους απεριόριστους τρελούς/ κι ακόμα στους θαυμάσια πεθαμένους

Έτσι θα συναντήσουμε την ανύπαρκτη παρουσία του σε συγκεκριμένα τοπόσημα και εποχές να παρεμβάλλεται ανάμεσα στις βροχερές εικόνες της «άσεμνης πόλης»[28] και, ιδίως, ανάμεσα στις μοναχικές ψυχές του πυρωμένου Ιουλίου,[29] στην άδεια Κυψέλη της δεκαετίας του ’90:[30]Ε, Μάρκο Πόλο/ μου φώναξε τότε ο «Χριστός»/ άδεια η Φωκίωνος Νέγρη/ μονάχα εμείς οι δύο/  είχαμε μείνει/  και τα σκυλιά.

Αυτοί οι άδειοι δημόσιοι χώροι περιέχουν και σχεδόν αφομοιώνουν την ύπαρξη του ποιητή ο οποίος είναι φανερό ότι τους προσλαμβάνει με οικειότητα, καθώς σαν δεύτερη φύση του εγγράφεται η ανύπαρκτη εικόνα του εαυτού του μέσα στο άδειο καφενείο:[31]

Το καφενείο που πίνω τον καφέ μου/ είναι άδειο/ μόνο εγώ υπάρχω/

έτσι το καφενείο είναι τελείως άδειο/γιατί ούτε εγώ υπάρχω

Το αίσθημα της ανυπαρξίας εξάλλου είναι κοινό, καλλιεργείται εξίσου στη θεωρία και στην πράξη στον προσωπικό του χώρο, εκεί που ο ίδιος αναπνέει ανάμεσα στις φωτογραφίες με  νεκρούς του φίλους, φαντάσματα, εκτοπλάσματα και αγαπημένους νεκρούς ποιητές:[32]

Στο  σπίτι του πεθαμένου ποιητή/ είναι κολλημένες φωτογραφίες/ άλλων νεκρών ποιητών/

που όταν ήταν ζωντανοί/ αστειευόντουσαν/ ή τσακωνόντουσαν/ με τον πεθαμένο

Αν δεχτούμε αυτήν την ιδιότυπα κλειστή κοινωνική πραγματικότητα του ποιητή, την οποία όσοι τον γνώρισαν κι εγώ προσωπικά συνυπογράφω, ποια είναι, τέλος, η Αθήνα του Σαχτούρη και η πραγματική κινητικότητά του στην πόλη;  Η ποίησή του έχει καταγράψει λιγοστές εστίες ανά τις εποχές, κήπους,[33] δρόμους, κινηματογράφους, με ευτυχέστερη τη συντροφευμένη συνοικιακή σκηνή:[34]  τρέχαμε / το φθινόπωρο/ μες στη βροχή/ στους υπαίθριους/ συνοικιακούς/ κινηματογράφους/ ύστερα καθόμαστε/ στα μαρμάρινα σκαλοπάτια/ κάποιων σπιτιών. Ευάριθμες είναι, επίσης, οι αναφορές σε άλλα αστικά τοπόσημα, τα πλοία ή τις αναμνήσεις από παλιές οικογενειακές επισκέψεις στον Πειραιά, απ’ όπου σταθερά δεν είναι έτοιμος να αναχωρήσει και «-Γρήγορα πίσω στην Αθήνα! Φώναξα έξαλλος στο πρώτο ταξί που βρέθηκε μπροστά μου».[35] Ταξί επιστρατεύεται εξάλλου για τη μόνη και σημαίνουσα συνάντηση στην Κηφισιά όπου είχε «ραντεβού με τον Διάβολο».[36] Στην Κυψέλη πάντα θα κλείσει πραγματικά ο κύκλος της ζωής του, όπως τον κατέγραψε ο στοργικός του φίλος κινηματογραφιστής και ποιητής Λευτέρης Ξανθόπουλος:[37]

Από τον θάλαμό του στο νοσηλευτήριο ηλικιωμένων

Βασιλάκειον της οδού Τενέδου και πολύ κοντά στο μικρό

διαμέρισμα της οδού Μηθύμνης όπου ζούσε τα τελευταία

είκοσι τέσσερα χρόνια της ζωής του μόνος και εντελώς

μέσα στη δική του περιοχή από την παιδική του ακόμα

ηλικία ο ποιητής Μίλτος Σαχτούρης και καθώς όλη τη

νύχτα βογκίζαν άγρια σκυλιά στο προσκεφάλι του

περνούσαν ελάφια είδε εξαίφνης το ποίημα που έβλεπε σε

όλη του τη ζωή όμως τώρα πια δεν μπορούσε δεν

προλάβαινε καν να γύρει στο πλάι για να το γράψει κι

έβγανε μέσα στον ύπνο του και μέσα στον ξύπνο του μια

κραυγή γεμάτη οργή και πόνο και μίσος και πάθος και

ανάγκη και μεγάλο θυμό πού την ακούσαν όλοι οι

θάλαμοι σε όλες τις πτέρυγες και όλο το νοσοκομείο της Κυψέλης

Ολοκληρώνοντας τη μικρή αυτή, εξαιτίας της κλειστής ζωής του ποιητή μας, περιπλάνηση στη μεταπολεμική Αθήνα της έμμονης μνήμης και στις μεταβατικές παρακμιακές και ύστερες φάσεις της Κυψέλης, αξίζει να αναρωτηθούμε αν η πόλη έχει σημαντικό ρόλο στη ζωή και το έργο του ποιητή. Είναι το ιστορικό και πολιτισμικό τοπόσημο της Αθήνας διακριτό ώστε να αποτελεί ένα θέμα προς μελέτη, όπως ο ουρανός, ή ένα ορατό αντικείμενο παρατήρησης, όπως οι ζωγραφικές εικόνες στη σαχτουρική ποίηση; Από πλευράς μου, η απάντηση νομίζω ότι δίνεται  με αυτήν την ανακοίνωση που γίνεται στη βάση της παρουσίας και μαζί της απουσίας της πόλης στη ζωή ή στο θάνατο που μονίμως, κατά δήλωσή του, παραστέκει τον ποιητή. Η Αθήνα και ο ιστορικός χωροχρόνος της στεγάζει αποκλειστικά τη ζωή του ποιητή, εκείνος όμως λειτουργεί χάρη στο προσφιλές του τέχνασμα της φασματικής παρουσίας, του είναι και δεν είναι εκεί – «δεν είναι τύχη ότι ζω πιο πέρα»,[38] όπως μας έχει προειδοποιήσει.

 

(*) Η  Δώρα Μέντη είναι ΕΔΙΠ Νεοελληνικής Φιλολογίας, ΕΚΠΑ. Η πρώτη μορφή του κειμένου παρουσιάστηκε σε συνέδριο αφιερωμένο στον ποιητή που οργάνωσε το Υφυπουργείο Πολιτισμού Κύπρου («Μίλτος Σαχτούρης, ο ποιητής των τολμηρών εικόνων», Λευκωσία, αίθουσα Καστελιώτισσα 18-19 Ιανουαρίου 2023)

 

 

Το περίφημο καφέ Select στη Φωκίωνος Νέγρη, δρόμο στον οποίο άρεσε να σουλατσάρει ο ποιητής.

 

[1] Μέντη, «Τα νησιά του Σαχτούρη. Από την εισόδεια αποκηρυγμένη ποιητική συλλογή Η μουσική των νησιών μου (1941) ως του «θανάτου τα νησιά» της Καταβύθισης», Ο προσωπικός μύθος. Ένα ερμηνευτικό κλειδί στην ποίηση του Σαχτούρη, Εκδόσεις Καστανιώτη 2004, σ. 108-119.

[2] Σαχτούρης, «Συμπτώματα», Χρωμοτραύματα (1980), Ποιήματα, Κέδρος 2014, σ. 274.

[3] Γιάννης Κοντός, «Μίλτος Σαχτούρης, το απόλυτα μοντέρνο», Αντί, τχ. 858-859, 2005, σ. 32-33: 32

[4] «Όταν ήμουν νεότερος, είχα κάποια περιουσία που φυλλορόησε με τον καιρό. Πέρασα χρόνια πολύ δύσκολα, οικονομικής ανέχειας, θα έλεγα. Τώρα υπάρχουν οι ογδόντα χιλιάδες του Υπουργείου Πολιτισμού, οι οποίες, αν και δεν είναι τίποτε σπουδαίο, σε γλιτώνουν από την εξαχρείωση», Σαχτούρης, «Τα έρημα τοπία της ποίησης», Συνέντευξη στον Μισέλ Φάις, Ταχυδρόμος, 3.1.1991 = Ποιος είναι ο τρελός λαγός. Συνομιλίες, Εκδόσεις Καστανιώτη 2000, σ. 42-51: 49.

[5] Σαχτούρης, «Στο καφενείο με τις λίρες», Έκτοτε (1996), ό.π., σ. 341.

[6] Γιάννης Δάλλας, «Έγινα καθώς φαίνεται πουλί ιστορικό», Ο ποιητής Μίλτος Σαχτούρης, Κέδρος 1997, σ. 163-181: 163.

[7] «Για πολλά χρόνια ζούσα με το χαρτζιλίκι που μου ’δινε από τη σύνταξη η μητέρα μου. Όσο ήταν οι Γερμανοί, ζούσα με ένα δίφραγκο, ένα τάλιρο και σκισμένο παντελόνι… Μετά βγάζανε λάδι από το κτήμα και μας δίνανε και κάπως συνήλθαμε…», Σαχτούρης, «Δεν είναι εύκολο να ζει κανείς μ’ έναν ποιητή», Συνομιλία με τον Θανάση Λάλα, Το Βήμα, 5.2.1995 = Ποιος είναι ο τρελός λαγός, ό.π., σ. 100-128: 116.

[8] Ε.Χ. Γονατάς, «Οφείλω πολλά στον Εγγονόπουλο», Η Λέξη, τχ. 179, Γεν.-Μαρτ. 2004, σ. 48-49.

[9] Οδυσσέας Ελύτης, «Το χρονικό μιας δεκαετίας», Ανοιχτά χαρτιά, Ίκαρος 1996 (4), σ. 317-459: 400, 415.

[10] Σαχτούρης, «Χριστούγεννα 1943», Η λησμονημένη (1945), ό.π., σ. 25.

[11] Σαχτούρης, «Χριστούγεννα 1948», Με το πρόσωπο στον τοίχο (1952), ό.π., σ. 80.

[12] Νόρα Αναγνωστάκη, «Οι «Δύσκολοι καιροί» μέσα από την ποίηση του Μίλτου Σαχτούρη», Κριτική (1960) = Μαγικές εικόνες, Νεφέλη 1980 (2), σ. 21-43.

[13] Σαχτούρης, «Η ηρωίδα», «Η πληγωμένη Άνοιξη», «Ο θάνατος», «Η μάχη», Μικρό Τετράδιο, τχ. 2, Μάρτιος 1947, σ. 118-121. Βλ. ειδικότερα και Μέντη, ««Η πολυθρόνα», «Η ηρωίδα», «Η φωτιά», «Οι εχθροί της Άνοιξης». Τρία ανένταχτα ποιήματα και ένα αυτόγραφο του Μίλτου Σαχτούρη», Αντί, τχ. 858-859, 30.12. 2005, σ. 42-49.

[14] Σαχτούρης, «Η μάχη», «Η τρίτη και η τέταρτη μέρα»,  Παραλογαίς (1948), ό.π., σ. 63, 72.

[15]  Σαχτούρης, Τα φάσματα ή η χαρά στον άλλο δρόμο (1958), ό.π., σ. 129, 132.

[16] Σαχτούρης, «Τα χέρια ο δίσκος της αγάπης», Χρωμοτραύματα (1980), ό.π., σ. 275.

[17] Σαχτούρης, «Θα ερχόταν εποχή», ό.π., σ. 282.

[18] Σαχτούρης, «Η αγία», Εκτοπλάσματα (1986),  ό.π., σ. 299.

[19] Σαχτούρης, «Batir des chateaux en Espagne», «Το τρανζίστορ», Καταβύθιση (1990), ό.π., σ. 309, 317.

[20] Σαχτούρης, «Η μητέρα», Έκτοτε (1996),  ό.π., σ. 333.

[21] Σαχτούρης, «Τα γράμματα», Χρωμοτραύματα, ό.π., σ. 263.

[22] Σαχτούρης, «Ποιος είναι ο τρελός λαγός», Συνομιλία με τον Λευτέρη Ξανθόπουλο, Εντευκτήριο,τχ. 20, 1992 = Ποιος είναι ο τρελός λαγός, ό.π.,  σ. 52-67: 57.

[23] Ιάνα Μπούκοβα, «Μια συνάντηση με τη Γιάννα Περσάκη», Αντί, ό.π., σ. 16-17.

[24] Σαχτούρης, «Το καφενείο», Το σκεύος (1971), ό.π., σ. 251.

[25] Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, «Μίλτος Σαχτούρης, ο τρελός λαγός της ελληνικής ποίησης», Αντί, ό.π., σ. 30-31: 30.

[26] Κοντός, ό.π., σ. 32-33: 32.

[27] Σαχτούρης, «Έζησα κοντά», Το σκεύος, ό.π., σ. 243.

[28] Σαχτούρης, «Η άσεμνη πόλη», Εκτοπλάσματα, ό.π., σ. 302.

[29] Σαχτούρης, «Φρέκεν Τζούλι», ό.π., σ. 245.

[30] Σαχτούρης, «Ιούλιος 1990», Έκτοτε, ό.π., σ. 331.

[31] Σαχτούρης, «Η μικρή ιστορία», Εκτοπλάσματα, ό.π., σ. 298.

[32] Σαχτούρης, «Στο σπίτι του νεκρού ποιητή», Έκτοτε, ό.π., σ. 344.

[33] Μέντη, «Το περιβόλι του μεγάλου πυρετού. Ο κήπος και τα λουλούδια του Μίλτου Σαχτούρη», Χάρτης, τχ. 31, Ιουλ. 2021 https://www.hartismag.gr/hartis-31/afierwma/to-periboli-toy-megaloy-pyretoy-o-khpos-kai-ta-loyloydia-toy-miltoy-saxtoyrh

[34] Σαχτούρης, «Έναστρη», ό.π., σ. 324.

[35] Σαχτούρης, «Η επίσκεψη β΄ ή οι νεοζηλανδοί», ό.π., σ. 312.

[36] Σαχτούρης, «Ησυχάστε», Καταβύθιση, ό.π., σ. 311.

[37] Λευτέρης Ξανθόπουλος, «Ο θάνατος του Μίλτου Σαχτούρη», Οι εχθροί και οι φίλοι μου, Εκδόσεις Γαβριηλίδης 2014, σ. 64-65.

[38] Σαχτούρης, «Δεν είναι τύχη ότι ζω πιο πέρα», Το σκεύος, ό.π., σ. 240.

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΦανταστική βόλτα στη Φλωρεντία (της Κυριακής Μπεϊόγλου)
Επόμενο άρθροΗ σκόνη (διήγημα της Αθηνάς Βογιατζόγλου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ