Η αθέατη ποιητική γενιά του ΄90 και η πολιτική απομάγευση (Χρήστος Γιαννακός)

0
363
photo: Martin Waltz

Χρήστος Γιαννακός

 

Αν ακολουθήσουμε μια τυπική γραμματολογική θεώρηση, οι νέες και οι νέοι, με ηλικίες από τα δέκα οκτώ έως τα τριάντα πέντε περίπου έτη, που έγραψαν ποίηση κατά τη δεκαετία του ’90, μπορούμε να πούμε ότι ανήκουν στην ποιητική γενιά της συγκεκριμένης δεκαετίας. Κατανοώντας τη σχετική -όσο και αντικειμενική- σημασία της χρονολογικής αναφοράς, πιστεύω πως δεν βλάπτει να λαμβάνεται υπόψιν και η ιστορική περίοδος που δημιουργείται και δημοσιεύεται μια ποίηση με τα μύρια άλλα αισθητικά χαρακτηριστικά.

Όταν συζητάμε για την ποίηση των τελευταίων δεκαετιών, αναφερόμαστε τόσο σε εκείνη που γράφεται μετά το 2000, όσο και στα επιτεύγματα της γενιάς του ’80 ή του «ιδιωτικού οράματος». Γιατί είναι αθέατη η ενδιάμεση γενιά του ’90; Και είναι αθέατη με αντικειμενικούς όρους ή κατά μία αναφορική σύμβαση; Καλοί και εργατικοί δημιουργοί που εμφανίστηκαν (και διαμορφώθηκαν κατά) τη συγκεκριμένη δεκαετία συνέχισαν να δημοσιεύουν ποίηση και μετά το 2000. Τι ώθησε λοιπόν τη συγκεκριμένη περίοδο στη σκιώδη πλευρά της λογοτεχνικής ιστορίας;

Ανέφερε η αείμνηστη Αγγελική Κωσταβάρα στο εισαγωγικό της σημείωμα στη Γεωμετρία μιας αθέατης γενιάςΑνθολογία της ποιητικής γενιάς του ΄90 (εκδ. «ΜΑΝΔΡΑΓΟΡΑΣ», Αθήνα, 2002) πως οι ποιητές που παρουσιάζονται τη συγκεκριμένη δεκαετία δεν δημιούργησαν κοινά σημεία ζύμωσης, ομαδικής έκφρασης και αναγνωρίσιμης ταυτότητας -βιώσιμα περιοδικά ή χώρους συνάθροισης. Δυσκολία πρόσβασης υπήρχε, άλλωστε, στα ήδη εδραιωμένα περιοδικά και τους εκδοτικούς οίκους. Οι  μηχανισμοί προώθησης βιβλίων και προσώπων, είτε με αγοραία κριτήρια είτε λόγω ευνοιοκρατίας, αναμένομενο ήταν να εφαρμόζουν πολιτικές μεροληψίας.

Η παραπάνω ανθολογία έμελλε να είναι η μοναδική με τέτοια γραμματολογικά χαρακτηριστικά. Έγινε μάλιστα αφορμή να γνωριστούν αρκετοί από αυτούς που συμμετείχαν. Η έκδοση ανταποκρίθηκε στο πνεύμα ανθολόγησης που είχε καταγράψει ο Τ. Σ. Έλιοτ (Thomas Stearns Eliot) ως κριτικός. (Ειδικά για τις ανθολογίες και τις λογοτεχνικές γενιές δείτε το άρθρο «ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΕΛΑΣΣΩΝ ΠΟΙΗΣΗ;», Τ. Σ. Έλιοτ, Επτά δοκίμια για την ποίηση, μτφ. Μαρία Λαϊνά, εκδ. «γράμματα», Αθήνα, 1982. Για τους αγγλομαθείς και στο What is Minor Poetry? | The Sewanee Review.) Σε γενικές γραμμές η ανθολογία τριάντα πέντε ποιητριών και ποιητών -έως τριάντα πέντε ετών- έτυχε θετικής αποδοχής από αναγνώστες και κριτικούς. Επειδή μάλιστα έκανε μόνο μια έκδοση, ακόμα και σήμερα είναι περιζήτητη από τους προσεκτικούς μελετητές. Σύμφωνα με τον εκδότη της ανθολογίας και ποιητή της γενιάς του ’80, Κώστα Κρεμμύδα, οι συμμετοχές έφτασαν τις διακόσιες, αριθμός διόλου ευκαταφρόνητος, αφού η πρόσκληση στο διαγωνισμό δημοσίευσης διαδόθηκε κυρίως με ανακοινώσεις στις εφημερίδες και το περιοδικό Μανδραγόρας. (Επωνύμως στο Συλλογικό Έργο | Η γεωμετρία μιας αθέατης γενιάς | ΜΑΝΔΡΑΓΟΡΑΣ (mandragoras-magazine.gr)) Η συγκέντρωση και καταγραφή, καίτοι ουσιαστική σε ό,τι αφορούσε τα κείμενα, δεν ήταν δυνατό να είναι εξαντλητική -ποιος θα μπορούσε να απευθυνθεί προσωπικά σε όλο το σχετικό ποιητικό δυναμικό εντός κι εκτός Ελλάδας; Κρίνοντας από τον εαυτό μου, αν γνώριζα ορισμένους ποιητές που ξεχώριζα εκείνη την περίοδο, θα τους είχα ενημερώσει για την ανακοίνωση. Η μόνη αρνητική κριτική αποδοκίμασε την ανθολόγηση ευάριθμων ποιητών που, υπό τους όρους της μη θέασής τους, δημοσίευαν για πρώτη φορά -χωρίς να περιλαμβάνεται όμως κάποιος σχολιασμός για την ίδια την ποίησή τους. Η αντιλογία διαδόθηκε προφορικά και κατά τη γνώμη μου επιχείρησε να δημιουργήσει ένα κλίμα απαξίωσης της έκδοσης. Δεν εξακριβώθηκε άλλο κίνητρο πέρα από την παλιά, καλή, λογοτεχνική αντιζηλία. Ή πώς η γραφειοκρατία συναντά την υποκρισία. Επρόκειτο για μια ατυχή, κατ’ ουσίαν, κριτική, αφού, πριν καν διατυπωθεί, είχε απαντηθεί στην προαναφερθείσα παραπομπή από τον Τ. Σ. Έλιοτ. (Δεν αναφέρω ονόματα, γιατί δεν έχω παραπομπές. Προφορικές μαρτυρίες επί τούτων είναι διαθέσιμες από τον υποφαινόμενο.)

Παρατηρώντας τη δημοσιευμένη και ανέκδοτη ποίηση που γράφεται από τη δεκαετία του ’90 και μετά, διακρίνεται ένα εκφραστικό πεδίο που αλλάζει αργά με το χρόνο. Σε μια εικόνα, η σύγχρονη ελληνική ποίηση μοιάζει με ένα τρισδιάστατο ψηφιδωτό δίχως αρμούς. Κατά τόπους εμφανίζεται, είτε θεματικά είτε τεχνοτροπικά, μια συγκολλητική ουσία που επιτρέπει στον αναγνώστη να διαμορφώσει μια πιο καθαρή άποψη. Αν ο παρατηρητής πάρει κάποια απόσταση από το ψηφιδωτό, υπάρχουν περιοχές όπου το βάθος πεδίου διακρίνεται θολό από τους απόηχους, τις αστοχίες, τις παραλλαγές και τις αποκρύψεις. Σε μια εποχή που δεν υπάρχουν τάσεις και ρεύματα, όπως εννοούνταν τον εικοστό αιώνα, πώς εκφαίνεται το ουσιαστικά σύγχρονο; Βέβαια, η δουλειά του αναγνώστη που ψάχνει την απόλαυση δεν είναι τόσο κοπιώδης, γιατί εκτίθεται αρκετή καλή ποίηση. Πάντα όμως απαιτείται υπομονή κι επιμονή στο ξεδιάλεγμα.

Ο έρωτας, ο θάνατος και η φύση παρακινούσαν για να γραφεί ποίηση από την εποχή του ρομαντισμού. Η γενιά του ’90 ακολούθησε με τους δικούς της τόνους αυτές τις θεματικές εμπλουτίζοντας με εξομολογητική διάθεση, υπαρξιακές χρώσεις και τη χρήση αστικής σκηνογραφίας. Παρούσες οι επιρροές από τις μοντέρνες τάσεις, ισχνές από τον μεταμοντερνισμό. Κυριάρχησε δε ο ελεύθερος ή ελευθερωμένος στίχος, χωρίς να λείπει η προσοχή στη φυσική ανάσα της απόδοσης. Το μέτρο και η ρίμα δεν εγκαταλείπονται, αλλά εμφανίζονται σπάνια σε συλλογές και περιοδικά. Κατά τη γνώμη μου το αξιοπρόσεκτο χαρακτηριστικό της ποιητικής έκφρασης εκείνης της δεκαετίας είναι η πολιτική εκτίμηση -με όρους αισθητικής. Οι κοσμογονικές αλλαγές σε παγκόσμιο επίπεδο συνεισέφεραν, τόσο λογικά όσο και συναισθηματικά, σε νέες ερμηνείες, μέσα από την ποίηση, της ζωής και της τέχνης. Θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς πως αρκετοί δημιουργοί διαμόρφωσαν αυτό το είδος αισθητικής συνείδησης την δεκαετία του ’90,  συνεχίζοντας να παράγουν και τη νέα χιλιετία. Ο σκοπός του σημειώματος δεν είναι τέτοιος ώστε να παρατεθούν παραδείγματα, ωστόσο και μόνο ονόματα από τους ανθολογημένους στην προηγούμενη παραπομπή νομίζω πως στηρίζουν το επιχείρημα.

Ας σημειωθεί εδώ η χρήση της προγραμματισμένης ποιητικής σύνθεσης -με την αξιοποίηση οργανικών ενοτήτων σε ένα ευρύτερο σύνολο- που εμφανίζεται σε μικρή αλλά υπολογίσιμη έκταση μετά το 2000. Στα δικά μου μάτια, πρόκειται για μια αναζήτηση, μέσω της οργάνωσης, τέτοιων εκφραστικών μέσων που θα επιτρέψουν πιο συλλογικούς τρόπους επικοινωνίας και νέες πρακτικές ζύμωσης. (Για άλλες τέτοιες ιδέες, δείτε και το άρθρο Χρήστος Γιαννακός | ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ (neoplanodion.gr) )

Ακούγοντας τις προτάσεις κατηγοριοποίησης των νέων θεματικών θα παρέθετα την πολιτική απομάγευση σαν μια αφανή αλλά επιδραστική διαδικασία, που ξεκίνησε στον χώρο της νέας ποίησης πριν το 2000. Κι εδώ, βέβαια, υπάρχει παράδοση. Ανέκαθεν, ένα μέρος της ελληνικής ποίησης αντιδρούσε στις κρίσεις του πολιτισμού με τα εκφραστικά μέσα της κάθε εποχής. Πρόκειται για τη φωνή που αμφισβητεί την πραγματικότητα, καταδεικνύοντας πόσο αδικούνται οι αξίες της αληθινής ζωής.

Η ποίηση είναι αυτοσκοπός, και με την έννοια πως δεν λειτουργεί σαν εργαλείο για κάποιον άλλου είδους στόχο. Η αξιολόγησή της από την ανάγνωση, την κριτική και την αισθητική προσφέρει επιπλέον ψυχολογικά, κοινωνικά και πολιτικά στοιχεία διευρύνοντας τις δυνατότητες των ερμηνειών της. Υπήρχε άραγε ποτέ κάποιο κουκούλι καθαρότητας γύρω από την ποιητική δημιουργία; Συμμερίζομαι την άποψη πως το μοναδικό αμιγές στην ποίηση είναι το ταλέντο τής ή του δημιουργού της. Ο χαρακτήρας και η ιδιοσυστασία του ποιητή, άλλωστε, είναι αποτέλεσμα πολλών παραγόντων.

Στις μέρες μας η αλλαγή των συνθηκών, τόσο σε παγκόσμιο όσο και σε τοπικό επίπεδο, μας δίνει νέες αφορμές να συνεχίσουμε να μιλάμε για επικαιροποιήσεις της απομάγευσης που προαναφέρθηκε. Οι επιπτώσεις στο σύνολο του πολιτισμού, σαν συνέπεια «νόμιμων» εγκλημάτων, είναι τεράστιες και δραματικές. Για παράδειγμα, από το 2010, από κοινού με τη φτωχοποίηση των πιο αδύναμων πολιτών στη χώρα μας, έχουμε αναλογιστεί τις επιπτώσεις -και στη χρήση της γλώσσας- από τη μετανάστευση μισού εκατομμυρίου μορφωμένων νέων; Άυλη όπως μια ελεύθερη ψυχή, όσο πολύτιμη σε προσωπικό ή συλλογικό επίπεδο και να είναι η λειτουργία της ποίησης, μοιάζει να μην είναι αρκετή να ικανοποιήσει την κοσμοαντίληψη ενός δημιουργού. Αρκεί να ερμηνεύεται αισθητικά η πολιτισμική καταστροφή; Ο σκοπός -θα έλεγαν όσοι συμφωνούν- είναι να αλλάξουμε τον πολιτισμό ώστε να καταστεί κοινό αγαθό· δυστυχώς, τούτο δεν γίνεται μόνο με τη βοήθεια της ποίησης -ευτυχώς όμως μπορεί να γίνει αποτελεσματικά μόνο με ποιητικά μέσα.

 

 

Προηγούμενο άρθρο15 μελέτες για να γνωρίσετε το πρόσωπο της σύγχρονης Τουρκίας (του Σπύρου Κακουριώτη)
Επόμενο άρθροΟι τουρκικές εκλογές και το μέλλον της Τουρκίας (του Νίκου Χριστοφή)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ