Η ασκημένη ευαισθησία του Μάριου Ποντίκα (του Δημήτρη Γιατζουζάκη)

0
167

του Δημήτρη Γιατζουζάκη (*)

Παρακολουθείσαι ρε… Παρακολουθείσαι! Όλα όσα έχεις πει, εδώ μέσα είναι. Σε αυτό το χαρτί. Να τα διαβάσω να τ’ ακούσουν κι οι άλλοι και να βγάλουν συμπέρασμα;

“Πολιτική ή θάνατος; είπαν οι τριακόσιοι του Λεωνίδα και η συνέχεια γνωστή…” Γελοιοποιείς τα πράματα και δεν αφήνεις τίποτα όρθιο. Προσπαθώ να αποκαταστήσω την τάξη γιατί αύριο έχουμε γιορτή και πρέπει να να ‘ναι όλα έτοιμα κι εσύ μπαίνεις στη μέση και με γελοιοποιείς. “Μη σπρώχνεστε… Όλοι θα την πατήσουμε! Τ’ ακούτε; Ακούστε κι άλλο. “Ο θεός να σε φυλάει κι αν δεν θέλεις πάρε σκύλο…” Τ’ακούσατε; “Πρόλαβε να τρελαθείς γιατί σε λίγο δε θα υπάρχει κρεβάτι…” Ακούστε κι άλλο. “Κοιτάζομαι στον καθρέφτη και δεν βρίσκω ένα δικό μου άνθρωπο…” Άλλο! “Να μιλάμε σαν άνθρωποι, είπε ο λύκος στο πρόβατο και τό ‘φαγε.

Απόσπασμα από το έργο ΕΘΝΙΚΗ ΓΙΟΡΤΗ (1987 – Θεσσαλικό Θέατρο)

 

Μια αβάσταχτη γελοιότητα κρύβει πολλές φορές από τους ανθρώπους τα προβλήματά τους κι έτσι, άθελά της, διευκολύνει την ευαισθησία τους στην αναπαυτική τάση που έχει να ταξινομεί τα προβλήματα σε σοβαρά και μη σοβαρά () Ήδη αυτή η ταξινόμηση επιβεβαιώνει για μένα την άμβλυνση της ευαισθησίας, αυτής της παραξηγημένης και διασυρμένης συγκινησιακής λειτουργίας που θα έπρεπε να είναι η κινητήρια δύναμη κάθε σοβαρού προβληματισμού() Στην πραγματικότητα η οξύτατα ασκημένη ευαισθησία δεν ταξινομεί, δεν μπορεί να έχει την υποκριτική ψυχραιμία να ταξινομεί τα προβλήματα που θα την προκαλέσουν σε σοβαρά και μη σοβαρά και δεν μπορεί να υπακούει σε ταξινομήσεις που έχουν εκ των προτέρων αρχειοθετηθεί στον κοινό νου, στην κοινή συνείδηση. Η ασκημένη ευαισθησία είναι ανοιχτή σε όλες τις προκλήσεις, είναι ένας μόνιμα ανοιχτός λογαριασμός στους πονηρούς ισολογισμούς της συνείδησής μας ()

Απόσπασμα από σημείωμα του Μάριου Ποντίκα για το πρόγραμμα του έργου του, ΚΟΙΤΑ ΤΟΥΣ (1990 – Θέατρο ΣΤΟΑ).

 

Ο Μάριος σε αυτό το σημείωμα για το “ΚΟΙΤΑ ΤΟΥΣ”, είναι σαν να μιλάει για την δική του ευαισθησία. Μια ανεπανάληπτη ευαισθησία που πηγάζει από μια ανεπανάληπτη θυμική φύση. Ο Μάριος ήταν ένας από τους πιο καλόκαρδους ανθρώπους που έχω γνωρίσει. Χωρατατζής αλλά και ευέξαπτος, καλαμπουρτζής αλλά και αδέκαστος, ένας αυστηρός παρατηρητής του Κόσμου. Η συνείδησή του έκανε τις χορδές της σκέψης του να ηχούν σε απίστευτα ψηλές και βαριές συχνότητες. Από το τρομαγμένο πρόβατο ως τον λύκο, από το αθώο παιδί ως τον στοχαστή με τα ηθικά του χρέη απέναντι στο σύμπαν. Από αυτό το χάρισμα φύτρωνε ο λόγος και οι πράξεις των χαρακτήρων του αλλά και όλη η δομή των έργων του που δεν βασίζεται στο πώς αλλάζουν οι ζωές των ηρώων αλλά στο πώς αλλάζουμε εμείς, ως θεατές βλέποντάς τους όταν το έργο μας έχει ξεναγήσει σε όλες τους τις διαστάσεις.

Έτσι στην ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΛΩΤ ο Παντελής, ένας φορτηγατζής, χρησιμοποιεί την αθωότητά του για να κρύβει την υποκρισία του και να συνυπάρχει με μια γυναίκα ενώ εκτός σκηνής βγάζει άναρθρες φωνές ένα ανίατο, δίχρονο, αγόρι που το έχει κάνει με μια άλλη γυναίκα που είναι κόρη του. Ο Παντελής με την αφέλεια και την πονηριά του να εναλλάσσονται, πλάθει όνειρα μαζί με την Θεοδώρα στο υπόγειο μιας πολυκατοικίας. Μετατρέπει την αλήθεια σε ψέμμα, την αδιαφορία σε συμπόνια και προσπαθεί να τα φέρει βόλτα ενώ στη σκηνή έρχεται και η Ρήνα, η κόρη του και μητέρα του παιδιού του, μια περιθωριοποιημένη που εκδίδεται για να ζήσει. Παρακολουθούμε αυτή την απελπισμένη συνεύρεση με τον Παντελή να αλλάζει κουβέντα και κάθε τόσο κάτι να παραδέχεται με ένα “Έστω” που ήταν και ο αρχικός τίτλος του έργου. Οι δυο γυναίκες προσπαθούν να καταλάβουν εάν έχει ακόμα τα μυαλά του ή αν απ’ τη δυστυχία του τρελάθηκε και έτσι τις παρέσυρε στην καταστροφή. Εάν το έργο έχει ανέβει σωστά, δηλαδή στο πνεύμα του συγγραφέα, το ίδιο κάνουν και οι θεατές. Παρακολουθούν και αναρωτιούνται, γιατί κρέμονται από το στόμα αυτών των τριών δυστυχισμένων αφού ό,τι συμβαίνει επί σκηνής αναιρείται. Κάποια στιγμή η Ρήνα βγάζει μαχαίρι για να σκοτώσει τον Παντελή ή για να σκοτωθεί αλλά η Θεοδώρα την μεταπείθει. Μοιάζει και οι τρεις να θέλουν να απαλλαγούν από το άρρωστο βρέφος. Αλλά τότε τι θέλει η Ρήνα από τον αιμομίκτη πατέρα της και την τωρινή συμβία του; Γιατί δεν ρίχνει μαύρη πέτρα πίσω της; Είναι αλήθεια ότι ο Παντελής την κυνηγάει και δεν την αφήνει ήσυχη; Και η Θεοδώρα πώς τον αντέχει, πώς αντέχει αυτό το κτήνος; Περιέργως αυτό το κτήνος που έχει πάρει το βρέφος από την κόρη του και δυο χρόνια τώρα το μεγαλώνει με μια άλλη γυναίκα, την Θεοδώρα, δεν κάνει καμία βίαιη πράξη επί σκηνής. Όταν η Ρήνα τον απειλεί της λέει, σφάξε με, κουλουριάζεται και τον δέρνουν, αργότερα η η Ρήνα ομολογεί ότι δεν έχει εξασκήσει ποτέ βία πάνω της. Η οξύτατα ασκημένη ευαισθησία του συγγραφέα δεν ταξινομεί τίποτα. Αφουγκράζεται τους χαρακτήρες και κεντάει την περιέργειά μας. Μέχρι το τέλος δεν θα μας υποδείξει τι από τα δυο πράγματα έχει συμβεί: Εάν ο Παντελής τις έχει παρασύρει με την ανεξιχνίαστη τρέλα του ή εάν και οι τρεις έχουν τρελαθεί από την φτώχια τους. Οι αποκαλύψεις των τριών είναι αργές, τα πράγματα λέγονται και ξελέγονται με ψέμματα, με υπονοούμενα και το παρελθόν που κάθε φορά αποκαλύπτεται είναι κραυγαλέα μελοδραματικό. Κι όμως κρεμόμαστε από το στόμα τους. Στο τέλος, όταν η συγκατάβαση και η καρτερία των προσώπων θα εξαντληθεί, θα καταλάβουμε ότι διψούσαμε όπως κι αυτοί για μια κάθαρση. Μόνο όταν ο Παντελής θα ομολογήσει ότι η μάνα του άρρωστου μωρού είναι κόρη του, μόνο όταν θα τους πει ότι το παιδάκι, που πριν έκλαιγε στο μέσα δωμάτιο, τώρα ησύχασε γιατί αυτός ο ίδιος το απάλλαξε από το άλγος της ζωής όπως έκανε η Φόνισσα του Παπαδιαμάντη θα καταλάβουμε τι είναι αυτό που νοιώθαμε κατά τη διάρκεια του έργου. Μόνο όταν οι δυο γυναίκες θα σκίσουν ένα στρώμα για να κρύψουν μέσα το νεκρό παιδί για να το πάρει ο Παντελής με το φορτηγό και να το πετάξει στο επόμενο ταξίδι του στη Γιουγκοσλαβία, θα καταλάβουμε ότι ταξιδέψαμε στον πυρήνα ενός εγκλήματος. Θα καταλάβουμε ότι ο συγγραφέας έχτισε τον χρόνο και την φύση της εγκληματικότητας και μας ξενάγησε σ’αυτήν μέσα από την συγκατάβαση και την καρτερικότητα των δυο γυναικών. Με τις δυο γυναίκες φτάνουμε στον πυθμένα της κοινωνικής ανισότητας. Η ασκημένη ευαισθησία του συγγραφέα μας έχει δείξει πώς η φτώχια προλαβαίνει να σε τρελάνει ενώ εσύ, που από μικρή ή από μικρός, άκουγες το ρητό “Πενία τέχνας κατεργάζεται”, είχες την ελπίδα πως θα πετύχεις μιαν αρμονική ζωή με την αγάπη και τις ανέσεις που έβλεπες στην τηλεόραση.

**

Το 2012 και το 2014 οι εκδόσεις Γαβριηλίδη τύπωσαν δυο συλλογές σύντομων κειμένων του Μάριου με τίτλο ΚΟΥΤΑΜΑΡΕΣ (ΚΑΙ ΜΙΑ ΕΞΥΠΝΑΔΑ). Μου είχε ζητήσει τότε να συμμετέχω στην παρουσίαση του δεύτερου τόμου αλλά ενώ είχα ετοιμάσει το κείμενο η εκδήλωση μετατοπίστηκε σε άλλη ημερομηνία στην οποία δεν θα ήμουν στην Αθήνα και έτσι δεν μπόρεσα να παραστώ. Σε αυτά τα κείμενα ο Μάριος φτιάχνει ένα κωμικό μωσαϊκό, όπως έκανε με τις επιθεωρησιακές αλληλουχίες σκηνών που χαρακτηρίζουν τα θεατρικά του “ΕΣΩΤΕΡΙΚΑΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ” και “ΚΟΙΤΑ ΤΟΥΣ”. Για εκείνα τα έργα ο Μηνάς Χριστίδης στην Πρωϊνή της 5ης Οκτωβρίου 1979, έγραφε: “Κανένα από τα νούμερα που απαρτίζουν το ΕΣΩΤΕΡΙΚΑΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ δεν αποσκοπεί στο να αποσπάσει με εύκολα τεχνάσματα το γέλιο του θεατή. Πρόκεται για μια σειρά από χιουμοριστικές πινελιές πάνω σε ένα βαθυσκότεινο φόντο. Μια περίπλοκη, αποσπασματική τοιχογραφία της σύγχρονης εγχώριας πραγματικότητας που δεν χαρίζει κάστανα κανενός. Υπάρχουν σκηνές που φιλοδοξούν να εικονογραφήσουν την ωμότητα ενός κυβερνητικού μηχανισμού και το προσωπικό συμφέρον μια κλίκας. Υπάρχουν άλλες που θέλουν να ξεσκεπάσουν την αυταρέσκεια και τον τυχοδιωκτισμό των δυνάμεων που υποτίθεται ότι αντιπαρατίθενται μαχητικά σ’αυτόν τον μηχανισμό. Μερικά σκετσάκια είναι αφιερωμένα στον νεόπλουτο ζαμανφουτισμό της αστικής τάξης και άλλα στην αδράνεια και στον ραγιαδισμό των λιγότερο προνομιούχων κοινωνικών στρωμάτων. Το εκκλησιαστικό, στρατιωτικό, ιατρικό, εκπαιδευτικό κατεστημένο καθώς και η αγοραία τηλεοπτική κουλτούρα σατιρίζονται με ιδιαίτερη σφοδρότητα.

 

Το σατιρικό πνεύμα του Μάριου στους δυο τόμους με τίτλο “ΚΟΥΤΑΜΑΡΕΣ (ΚΑΙ ΜΙΑ ΕΞΥΠΝΑΔΑ) δημιουργεί ένα νέο είδος που ξαναβρίσκει το πνεύμα κάποιων σατιρικών επιγραμμάτων της αρχαιότητας. Τα κείμενα αυτά δεν κάνουν κριτική στην πολιτική, κοινωνική και οικονομική ζωή της Ελλάδας όπως τα περασμένα θεατρικά του έργα. Τα περισσότερα αρχίζουν με μια παιχνιδιάρικη και προκλητική παραδοξολογία και καταλήγουν σε μικροσκοπικά ολοκληρωμένα διηγήματα. Εκ πρώτης όψεως είναι σαν να παίζουν και να κοροϊδεύουν αλλά στην πραγματικότητα προσπαθούν να ξεχωρίσουν το είναι από το φαίνεσθαι με τα εργαλεία που έχει προσφέρει στον εβδομηντάχρονο πλέον συγγραφέα η εμπειρία και η πλούσια παιδεία του. Μια φαινομενολογία του παραλόγου.

Για να δώσουμε μια εντύπωση θα διαβάσουμε τις πρώτες φράσεις από τα πρώτα πέντ’ έξι κείμενα του Α’ τόμου δημιουργώντας ένα είδος τρέιλερ σαν αυτά που κάνουν στον κινηματογράφο:

  1. Αναφώνησε δε ο Θεός απαυδισμένος: “Ρε, δεν πάτε να συνευρεθείτε (αλλιώς το είπε) και φωνή τραχειά εξίσου απαυδισμένη, απάντησε στα ίσα: “Να πας εσύ να συνευρεθείς (άλλο ρήμα ακούστηκε)…
  2. Η τρικλοποδιά. Η τρικλοποδιά είναι ένα από τα πιο ωραία αστεία. Με την τρικλοποδιά γελάς αυθορμήτως γιατί βλέπεις τον άλλον να παραπαίει και να σωριάζεται…
  3. Της ξέφυγε και της αράχνης. Παλεύοντας με νύχια και με δόντια, δεν την άφησε να τον δαγκώσει και να χύσει το δολοφόνο δηλητήριό της στο σώμα του…
  4. Ο γελωτοποιός με το ψευδώνυμο Νιν Μούζα μάζεψε τ’ αυτιά του, το στόμα του, τη μύτη του και τα πόδια του και τα πέταξε όπως όπως σε μια βαλίτσα. Τελευταία έριξε μέσα και τα χέρια του…
  5. Στις 7 Οκτωβρίου 1917 ο πράκτορας της Τσαρικής Αστυνομίας Γιεβγένι Κωνσταντίνοβιτς Πιατιγκόρσκι γράφει στην αναφορά του: Ο Ιωσήφ Αμγκάροβιτς Σίφκοφ, γνωστός ζητιάνος, ισχυρίζεται ότι προαισθάνεται πάντα μια ή δυο από τις φράσεις που θα εκστομίσει κάποιος, οποιοσδήποτε…
  6. Ο βασιλικός αετός έχει άνοιγμα φτερών δυο μέτρα. Λέγεται και χρυσαετός. Σπάνια απαντάται στην Ελλάδα, εντούτοις βασιλικός αετός άρπαξε την Βασιλική Κ. ωραία γυναίκα, γύρω στα 35…

 

Ο Ποντίκας εδώ είναι σαν περιπατητής φιλόσοφος που προχωρεί και διασκεδάζει φιλτράροντας ό,τι βλέπει μπροστά του. Διηθεί τις φαινομενικά μηδαμινές θεματικές που του προσφέρονται με τον ίδιο λογοτεχνικό βηματισμό που θα διαπραγματευόταν κοσμοϊστορικά γεγονότα. Τον φαντάζομαι να φεύγει από το κέντρο, από το στέκι των εκδόσεων του Σάμη Γαβριηλίδη όπου του άρεσε να πηγαίνει, και να πλάθει αυτά τα διηγήματα περπατώντας σαν τα πρόσωπα των πλατωνικών διαλόγων που περπατούσαν ώρες φεύγοντας από το κέντρο της πόλης για να επιστρέψουν στους δήμους τους, στη Φλύα, στον Άλιμο ή στον Χολαργό όπου έμενε ο Μάριος. Μέχρι να φτάσει σπίτι του διασχίζει τις εποχές της ζωής του, αφήνει τους συνειρμούς του να ρέουν σαν ελεύθεροι στοχασμοί που δεν οφείλουν να αποδείξουν τίποτα σε κανέναν. Δεν οφείλει να οικοδομήσει κάποιο σύστημα που θα ερμηνεύσει την κοινωνία ή το σύμπαν. Οι στοχασμοί του κρίνονται επαρκείς εάν παράγουν ελευθερία και το κριτήριο για κάτι τέτοι είναι το αν καταφέρνουν να προκαλέσουν ένα χαμόγελο, έναν καγχασμό, μια κάποια θυμηδία. Ξέρει όμως τον αγώνα των στοχαστών. Τους έχει διαβάσει. Έχει γυμναστεί με την σκέψη τους. Αλλά κι αυτό το κοροϊδεύει.

Σου δίνω τον λόγο μου, το ποντίκι ξεμύτιζε και μου έβγαζε τη γλώσσα του κοροϊδευτικά. Ενώ καθόμουν στο γραφείο μου και διάβαζα το βλέπω να μου βγάζει τη γλώσσα του προβάλλοντας μέσα από τα βιβλία, στο ράφι που είναι στα δεξιά, ανάμεσα στο κενό που σχηματίζουν το “Υλισμός και Εμπειριοκριτικισμός” του Λένιν και το “Εισαγωγή στη Μεταφυσική” του Χάιντεγκερ…”

Είναι άτακτος ο Μάριος. Αυτός είναι εκείνος που κάθεται στο γραφείο του και διαβάζει και αυτός πάλι το ποντικάκι που τον κοροϊδεύει. Το ποντικάκι τον ξεκολλάει από τους διανοούμενους και τον κάνει ένα με τους άλλους. Νά ‘την πάλι η οξύτατα ασκημένη ευαισθησία για την οποία μιλούσε. Με αυτή την ευαισθησία κοσκινίζει το θυμικό του, παίζει μαζί του, το ειρωνεύεται και επίσης ειρωνεύεται το κοινό, στερεότυπο θυμικό απέναντι σε κάθε θέμα.

“Οι αστυνομικοί των Ειδικών Δυνάμεων στέκονταν απέναντί μας αρματωμένοι και ακίνητοι σαν πύργοι. Εμείς φωνάζαμε “μπάτσοι γουρούνια δολοφόνοι” ώσπου εμφανίστηκαν οι πρώτοι πολιτικοί περιστοιχισμένοι από τους μπράβους τους. Ξεσπάσαμε. Ό,τι χυδαιότερο σκεφτόταν κάποιος το φώναζε. “Γαμήσου στον έναν, κωλόγρια στην άλλη” και ξαφνικά οι άντρες των ειδικών δυνάμεων άρχισαν να μας πετούν ντομάτες. Οπισθοχωρήσαμε βλαστημώντας. Κάποιοι απαιτούσαν ρίψη δακρυγόνων, τι μας περάσατε ρε μαλάκες…”

Στο συγκεκριμένο κείμενο μετά από την ανατροπή περιμένουμε κάποιο παράδοξο απόφθεγμα. Δεν μας το δίνει. Κάνει έναν αναχρονισμό. Εκτρέπεται σε έναν παράξενο συνειρμό που συνδέει το κλίμα της μεταπολίτευσης με την Κατοχή. Ειρωνεύεται και τους διαδηλωτές. Λέει πως ανάμεσά τους ήταν και

“η κυρία Κωνσταντίνα ΚανδαύληΠαπαπέτρου της οποίας η πρώτη εκ μητρός εξαδέλφη συζούσε με τη φίλη της, εξαιρετική πιανίστρια, είχαν δε και οι δυο τους αδυναμία στις καρδερίνες και στα καναρίνια, το σπίτι τους ήταν γεμάτο κλουβιά και όταν μπήκαν οι Γερμανοί στην Αθήνα, άνοιξαν τις πορτούλες τους και τα παράθυρα του σπιτιού και πέταξαν τα πουλιά ελεύθερα, στον κατεχόμενο αέρα.

 

Ο υπερρεαλισμός του Μάριου που υπέβοσκε σε όλα του τα έργα τώρα δεσπόζει. Και για να τον φανταστώ και να τον απολαύσω καλύτερα αφήνω ό,τι έγραφα πριν από οκτώ χρόνια και τον παρακολουθώ στην διαδρομή που κάνει προς το σπίτι όπου τον περιμένει η Βίκυ. Καθώς ανηφορίζει στερεοποιώ τις εποχές και τα έργα του, τα κάνω κάτι σαν γεωγραφικές τοποθεσίες της πολιτείας του μυαλού του. Το κέντρο της πολιτείας του, εκεί που είναι η αγορά, οι συγκεντρώσεις και οι συγκρούσεις, είναι το 1967, που αρχίζει η χούντα και τον βρίσκει στο πρώτο του σφρίγος. Αυτή είναι η Πνύκα του Μάριου. Εκεί τα πρώτα του έργα, η ΠΑΝΟΡΑΜΙΚΗ ΘΕΑ ΜΙΑΣ ΝΥΧΤΕΡΙΝΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ (1972), Ο ΛΑΚΟΣ ΚΑΙ Η ΦΑΒΑ (1973), το ΤΡΟΜΠΟΝΙ (1974) ξιφασκούνε με τον ζόφο. Η δικτατορία με το ένα της χέρι βασανίζει και τρομοκρατεί και με το άλλο χαϊδεύει όποιον την υποστηρίζει, όποιον δεν ανακατεύεται με τα πολιτικά και όποιον δεν έχει αριστερούς συγγενείς και φίλους. Σε όποιον εκπληροί αυτές τις προϋποθέσεις προσφέρεται το αμερικάνικο καταναλωτικό όνειρο. Αυτό τον νεαρό Μάριο τον εξοργίζει. Άλλο τόσο εξοργισμένοι είναι και κάποιοι άλλοι συνομήλικοι ή μεγαλύτεροι δημιουργοί (Χάκκας, Διαλεγμένος, Θωμόπουλος, Μποστ, Καμπανέλλης). Το ίδιο και ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Θανάσης Παπαγεωργίου που το 1971 ιδρύει το θέατρο ΣΤΟΑ και ανεβάζει τα έργα τους. Ο Μάριος της φαντασίας μου περπατάει, δεν πάει με το αυτοκίνητο, πάλι καλά που δεν του έχω φορέσει και χλαμίδα. Περπατάω κι εγώ μαζί του. Από προχθές προσπαθώ να μάθω πότε είναι η κηδεία του αλλά τι να την κάνουμε τώρα την κηδεία, τώρα είμαστε παρέα. Έχουμε αφήσει πίσω μας το θέατρο του Διονύσου και το Α’ νεκροταφείο και φεύγουμε πίσω από το Καλλιμάρμαρο. Έχουμε περάσει το Παγκράτι και φτάνουμε στου Ζωγράφου. Διασχίζουμε την Ούλοφ Πάλμε, ανεβαίνουμε την οδό Μπισκίνη. Στο 55 είναι το θέατρο ΣΤΟΑ. Ο φίλος του ο Παπαγεωργίου γιορτάζει εφέτος 50 χρόνια λειτουργίας. Κανονικά ήταν να τα γιορτάσει πέρυσι αλλά αυτό δεν έγινε λόγω κωρονοϊού. Άραγε τον έχουμε τιμήσει αρκετά αυτόν τον άνθρωπο; Δεν λέω τίποτα στον Μάριο γιατί σήμερα το τιμώμενο πρόσωπο είναι αυτός και όχι ο Παπαγεωργίου. Αλλά και σ’αυτόν ντρέπομαι να μιλήσω. Ντρέπομαι να του πω πόσο λυπάμαι που δεν πραγματοποίησα τίποτα απ’ όσα είχα στο μυαλό μου, είκοσι χρόνια τώρα, για το έργο του.

 

Εκείνος λέει: “Δεν πιστεύω ότι είμαι συγγραφέας επειδή έγραψα αλλά επειδή θα γράψω.

Σκέφτομαι πως από εδώ κι εμπρός θα γράφει μέσα από τον τρόπο που θα ανεβαίνουν τα έργα του. Σε ένα εισαγωγικό σημείωμα για τα “ΑΠΑΝΤΑ ΤΑ ΘΕΑΤΡΙΚΑ” του από τις εκδόσεις “Αιγόκερως”, λέει: “Η βασανιστική αυτοκριτική, η αδηφάγος αμφιβολία, οι ίδιες οι ανάγκες της θεατρικής γραφής με οδήγησαν σιγάσιγά σε μια μετακίνηση από το κανονικό και οικείο στο μη κανονικό και ανοίκειο. Επιζητώ τα έγκατα των πραγμάτων, εκεί που οι λογής συμβάσεις θεματολογικές, μορφολογικές προσκαλούν στην αναπόφευκτη ανατροπή τους. Αυτή η προσωπική μου πραγματικότητα δεν σημαίνει βέβαια αποκύρηξη εκείνου του τρόπου γραφής. Μερικά μάλιστα από τα δείγματά του θα επιθυμούσα να τα ξαναδώ στη σκηνή, όχι όμως σαν φωτοαντίγραφα της πρώτης σκηνικής τους παρουσίασης.

 

Και βέβαια θα τα ξαναδείς. Θα τα βλέπεις ξανά και ξανά. Κι εγώ θα σου πω αυτό που έλεγε και ο Αρχίλοχος στον φίλο του Χαρίλαο Ερασμονίδη. Θα παραφράσω εκείνο το επίγραμμα που σου άρεσε και το είχες στο εξώφυλλο των τελευταίων σου διηγημάτων.

“Λοιπόν Μάριε Ποντίκα, επειδή είσαι απ’ τους καλύτερούς μου φίλους, εγώ θα σου λέω κουταμάρες κι εσύ θα γελάς”. *

 

 

 

* ΑΡΧΙΛΟΧΟΣ – ΙΑΜΒΟΙ 91 [Ed.79, 80, 81, 82]

Ἐρασμονίδη Χαρίλαε, χρῆμά τοι γγλοῖον

ἐρέω, πολὺ φίλταθ’ ἑταίρων, τέρψεαι δ’ ἀκούων.

 

Λοιπόν, Χαρίλαε Ἐρασμονίδη, ἐπειδὴ εἶσαι καλὸς φίλος,

θὰ σοῦ λέω κουταμάρες κι ἐσὺ θὰ γελᾶς.

 

Η μετάφραση του επιγράμματος είναι του Γιώργου Μπλάνα από την έκδοση ΑΡΧΙΛΟΧΟΣ – ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΘΡΥΨΑΛΑ – εκδόσεις Γαβριηλίδη

 

Οι φωτογραφίες είναι της Πηνελόπης Μασούρη από το λεύκωμα του Γιάννη Σολδάτου ΔΙΑ ΤΟΥ ΚΑΤΟΠΤΡΟΥ – εκδόσεις Κοχλίας

 

(*) Ο Δημήτρης Γιατζουζάκης είναι σκηνοθέτης

Προηγούμενο άρθροΗ Εκδίκηση των Ρούχων (Διήγημα του Ανδρέα Μήτσου)
Επόμενο άρθροΤο διάσημο βιβλιοπωλειο Atlantis “εκδιώκεται” από τη Σαντορίνη (του Γιάννη Ν. Μπασκόζου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ