Η (α)χειροποίητη γραφή της Ρέας Γαλανάκη (της Δέσποινας Παπαστάθη)

0
247

 

της Δέσποινας Παπαστάθη

 

 

«Νέοι ακόμη, τόσο ωραίοι, τόσο ερωτευμένοι τη στιγμή του γάμου τους, όπως εγώ τον ονειρεύτηκα. Φυσικά ακόμη δεν τους γνώριζα, κι εκείνοι ούτε καν υπέθεταν την ύπαρξή μου, όμως τους αναγνώριζα ως γονείς μου, νομίζω μάλιστα ότι κι εκείνοι κάπως με αναγνώριζαν σαν τη μελλοντική τους κόρη, που ευφραινόταν αυτή τη στιγμή από το όνειρο που έβλεπε»,(σ. 18-19)

 γράφει η Ρέα Γαλανάκη στην Εισαγωγή του τελευταίου μυθιστορήματός της με τίτλο Εμμανουήλ και Αικατερίνη και υπότιτλο Τα παραμύθια που δεν είναι παραμύθια (Καστανιώτης, Αθήνα 2022) αποδίδοντας με την ελευθερία που δίνει το θράσος των ονείρων τον γάμο των γονιών της Εμμανουήλ Γαλανάκη και Αικατερίνης Παπαματθαιάκη. Στο μυθιστόρημα η συγγραφέας διερευνά την ταυτότητα των γνωστών-αγνώστων γονιών της, αναζητώντας πληροφορίες για τα παιδικά τους χρόνια, τον περιβάλλοντα χώρο και χρόνο μέσα στον οποίο μεγάλωσαν, το φορτίο πολιτισμών, νοοτροπιών, συμπεριφορών, ακόμα και ιστορικής οπτικής, επιδιώκοντας να φωτίσει πτυχές της προσωπικότητας και της συγγραφικής φυσιογνωμίας της. Η συγγραφέας κινείται παλινδρομικά στον χρόνο και τον χώρο, από την προπολεμική Βιέννη και το Μπορντό έως την Αθήνα του σήμερα, από το βιωμένο γεγονός ως την ποιητική της, καλώντας τον αναγνώστη να συμπλεύσει σε ένα ταξίδι ζωής που θα μπορούσε να είναι δικό του, ξεδιπλώνοντας με τη γραφή της απώλειες και μια γεννημένη από αυτές αρχετυπική επιθυμία νόστου. Ποιήτρια, δοκιμιογράφος και πολυβραβευμένη συγγραφέας, με τα έργα της να έχουν μεταφραστεί σε δεκαεπτά γλώσσες, η Ρέα Γαλανάκη (1947, Ηράκλειο Κρήτης) έχει παραδώσει ένα πληθωρικό συγγραφικό έργο και δίκαια θεωρείται ως μία από τις σημαντικότερες φωνές της σύγχρονης ευρωπαϊκής λογοτεχνίας.

Το Εμμανουήλ και Αικατερίνη ξεκινά με το όνειρο του γάμου των γονιών της:

«Χθες ονειρεύτηκα το γάμο της.  Φορούσε ένα άσπρο νυφικό, μακρύ, μεταξωτό, σφιχτό στη μέση της. Η ουρά του σερνόταν πίσω της στο πορφυρό χαλί και σχεδόν άκουγα το θρόισμά της. Πέπλο αραχνούφαντο σκέπαζε το πρόσωπό της. Βάδιζε μόνη στο μεσαίο κλίτος της Μητρόπολης, από την έξω θύρα προς το μαρμαρόχτιστο ιερό, προς τις εικόνες των αγίων που την περιμέναν όρθιοι, μελαγχολικοί. […] Πούδρα λευκή και μυρωμένη, τα μάγουλά της ροδοπέταλα, κόκκινο κραγιόν στα χείλια. Φιλήθηκαν. Τα μαλλιά του μελλοντικού πατέρα μου μόλις είχαν αρχίσει να γκριζάρουν, και τα φρύδια του ακόμη, όπως κι ένα περίεργο παχύ χωριάτικο μουστάκι, που αργότερα δεν τον θυμάμαι να το είχε. Βαθιά μέσα στο καστανό του βλέμμα άναβε ένα φως γλυκό, ένα φως θείο, σαν αντανάκλαση απ’ αυτές τις χίλιες και μία τρέμουσες φλόγες των κεριών που είχαν πλημμυρίσει τη μεγαλοπρεπή Μητρόπολη του Ηρακλείου, τον Άγιο Μηνά». (σ. 13 & 17)

 

Το μοτίβο του ονείρου είναι κεντρικό στην ποιητική της Γαλανάκη, ήδη από το μυθιστόρημα Ο Βίος τους Ισμαήλ Φερίκ Πασά. Ο συμβολισμός των ονείρων τονίζει εμφατικά τις προσδοκίες, τις επιθυμίες (κρυφές και ομολογημένες), τα σχέδια των ηρώων, αποκαλύπτοντας τα κύρια υλικά που συνθέτουν τη ζωή τους. Το όνειρο του γάμου των γιατρών γονιών θέτει εξ αρχής το ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο στο οποίο εστιάζονται τα γεγονότα. Το ακριβό μετάξι του νυφικού προερχόμενο από το «ύφασμα μιας από εκείνες τις τεράστιες ομπρέλες που άνοιγαν στην Κρήτη, λίγα μόλις χρόνια πριν από το γάμο» σηματοδοτεί τους βασικούς άξονες της αφήγησης: Κατοχή, Κρήτη και η περίκλειστη, περιχαρακωμένη σε πολλά και διάφορα ενδοχώρα της, άνοιξη φονική, εκτελέσεις αθώων αντρών και γυναικών σε αντίποινα, και στο κέντρο όλων ο γάμος του Εμμανουήλ και της Αικατερίνης, από τον οποίο δεν σώθηκε κανένα χάρτινο φωτογραφικό τεκμήριο, παρά μονάχα το όνειρο της αφηγήτριας-συγγραφέως, η οποία ονειρεύτηκε τον γάμο των γονιών της σαν απόσπασμα από παλιό film noir, προγευόμενη τη δική της ταραχώδη συχνά ζωή.

«Από την πατάτα στην ελιά», όπως τιτλοφορείται η πρώτη ενότητα του πρώτου από τα τέσσερα μέρη του μυθιστορήματος έως «Αντάρται του 1944, Ηράκλειον Κρήτης», ο αναγνώστης γίνεται μέτοχος της οικογενειακής ιστορίας των Εμμανουήλ Γαλανάκη και Αικατερίνης Παπαματθαιάκη. Από τον σκληρό αγώνα των παππούδων και των δύο οικογενειών για επιβίωση, τις λαμπρές σπουδές των παιδιών τους και γονιών της Γαλανάκη, τα πρώτα σκιρτήματα του έρωτα, τους περιορισμούς και τις αγκυλώσεις που τους επέβαλε ο κοινωνικός περίγυρος, τις πολιτικές επιλογές και την αντιστασιακή δράση αυτών, τις έμμεσες αναφορές στις συγκρούσεις με την κόρη τους και συγγραφέα του μυθιστορήματος, αλλά και τις πολλαπλές και πολύτροπες οφειλές της στους γονείς και το ήθος τους, που διαμόρφωσαν τη δική της αταλάντευτη στάση σε πιστεύω και ιδέες παρά το όποιο κόστος, η Γαλανάκη φέρνει στην επιφάνεια τα ανερεύνητα στοιχεία της βιογραφίας των γονιών της, σώζοντάς τα από τη διαβρωτική αλλοίωση του χρόνου. Παράλληλα, θέτει καίρια κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα της νεοελληνικής ιστορίας, ψηλαφώντας το συλλογικό μέσα από το ατομικό και αντίστροφα, έχοντας ως κέντρο –τι άλλο;- την Κρήτη και την πολυτάραχη πολιτική ιστορία της. Το ιστορικό γεγονός ανάγεται σε στοιχείο του μύθου και ενίοτε της φαντασίας, καθώς η συγγραφέας το εντάσσει στη μυθολογία των ηρώων της και την προσωπική ιστορία ενηλικίωσής τους μέσω των τρόπων της μυθοπλασίας. Γοητεύεται από το παλίμψηστο της Ιστορίας, «που ζυγίζεται αναποφάσιστη ανάμεσα στη μνήμη και τη λήθη», (σ. 240) καθώς για τη Γαλανάκη «η Ιστορία μοιάζει σαν να συγκροτείται από πολλές, πάρα πολλές μικρές ανθρώπινες ιστορίες, που κινούνται στα όρια του προσωπικού και του συλλογικού μύθου μέσα στα χώματα του χρόνου». (σ. 240)

Εξαιρετικό αφηγηματικό εύρημα και τρόπος στο μυθιστόρημα είναι το ότι η αφήγηση των γεγονότων αναπτύσσεται μέσα από την εγκιβωτισμένη έκφραση φωτογραφιών που τεκμαίρουν τα γραφόμενα της συγγραφέως. Οι παλιές φωτογραφίες συνιστούν για τη Γαλανάκη «αποσπασματικές εκμυστηρεύσεις, καθώς τις κοιτάζουμε κάθε φορά με άλλο μάτι∙ γιατί, μεγαλώνοντας κι εμείς στο μεταξύ, θέτουμε καινούρια ερωτήματα στις φωτογραφίες, σ’ αυτές τις μήτρες που ξαναγεννούνε τόσο τον χαμένο χρόνο, όσο και τον εαυτό μας». (σ. 250) Η φωτογραφία ισοδυναμεί με ομιλούσα πραγματικότητα, καθώς μιλά στον δέκτη του μηνύματός της, μόνο που δεν χρησιμοποιεί λεκτικούς τρόπους. Αν και μη λεκτική αφήγηση, εύκολα κανείς αναγνωρίζει το αφηγημένο θέμα, τη λανθάνουσα παρουσία του αφηγητή και τον αποδέκτη του μηνύματος. Η έκφραση φωτογραφιών στη λογοτεχνία, ποίηση και πεζογραφία, ορίζεται από την ανάγκη του συγγραφέα να αναιρέσει τη λήθη, να ανακατασκευάσει με λέξεις το φως της ύπαρξης και της ζωής. Ο φωτογράφος και ο συγγραφέας βλέπουν και αυτό που βλέπουν το προβάλλουν στο πεδίο της μνήμης πριν το μεταγράψουν στο χαρτί, είτε με λέξεις, είτε με εναλλαγές φωτός και σκιάς. Η Γαλανάκη πυροδοτεί τους μηχανισμούς της μνήμης, παράγοντας εσωτερικά τοπία τα οποία μεταγράφει στον ξεχωριστό γλωσσικό της κώδικα, επανασχηματίζοντας την αρχική φωτογραφική εικόνα και εμπλουτίζοντάς την με συνειρμούς, μύθους και ιστορίες. Οι φωτογραφίες που φέρνει η συγγραφέας στην επιφάνεια με τις μεθόδους της έρευνας αποτυπώνουν τον παρελθόντα χρόνο και χώρο αναβιώνοντάς τον, τεκμηριώνοντας πως κάτι δεδομένο συνέβη, ενώ καθίστανται αντικείμενα μοναδικής αξίας, μιας και η κατοχή τους ισοδυναμεί με υποκατάσταση της κατοχής ενός αγαπητού προσώπου ή πράγματος. Οι παλιές και λιγοστές μαυρόασπρες φωτογραφίες, οι απέθαντες, των γονιών της Γαλανάκη αποτελούν τις χαμένες ψηφίδες στο «ασυμπλήρωτο μωσαϊκό της γονεϊκής ζωής», (σ. 265), αλλά και της δικής της ιστορίας και προϊστορίας, ενώ η έλλειψη φωτογραφικών τεκμηρίων «σπρώχνει τη λεγόμενη πραγματικότητα προς τη μεριά μιας λίγο πολύ εύλογης εικασίας». (σ. 332) Η Ρέα Γαλανάκη μπολιάζοντας τις φωτογραφίες «μέσα στο μεγάλο δέντρο της μυθοπλασίας» (σ. 227) -όπως ο πλανόδιος φωτογράφος απαθανάτισε με τον φακό τους αρραβωνιασμένους γονιούς της και εστίασε παρά τα σημαντικά ιστορικά γεγονότα στη λεπτή χρυσή βέρα της Αικατερίνης αποτυπώνοντας τη χαρά της αγάπης που νικάει κατά κράτος της σκλαβιά μιας χώρας έστω και για μια μικρή στιγμή- εστιάζει την οξυδερκή συγγραφική ματιά και το ερευνητικό ενδιαφέρον της στο γνήσιο αρνητικό του θριαμβευτικού αγώνα για ζωή, ελευθερία και αυτογνωσία, τιθασεύοντας τη σκοτεινή ανθρώπινη ψυχή,

Η Ρέα Γαλανάκη γράφοντας δεν διηγείται απλώς μια ιστορία, αλλά μοιράζει κάτι το βαθιά δικό της με όλους τους αναγνώστες, ανοίγοντας διάπλατα τη θύρα του εργαστηρίου της και αποκαλύπτοντας τα μυστικά της μαστορικής της τέχνης: σημειώσεις στο μπλοκάκι από τις συνεντεύξεις και τις συζητήσεις με φίλους, συγγενείς, γνωστούς και αγνώστους, μάρτυρες του μακρινού παρελθόντος, μακρόχρονη και κάποτε κοπιαστική έρευνα σε αρχεία, εφημερίδες, ποικίλο έντυπο και διαδικτυακό υλικό. Με λέξεις (α)χειροποίητες καταγράφει την ιστορία του δικού της αίματος, αλλά και του αίματος ενός ολόκληρου λαού, ενώ τα γραπτά της μοιάζουν «με μια βεντάλια που ανοιγοκλείνει ακατάπαυστα, με οδύνη ή με ευχαρίστηση, με σπουδή ή με αδιαφορία», (σ. 170)

κρατώντας την  «άλλοτε με το χέρι της καρδιάς κι άλλοτε με το χέρι της γραφίδας».

 

Ρέα Γαλανάκη, Εμμανουήλ και Αικατερίνη, Καστανιώτης

 

Προηγούμενο άρθρο«Όλες ζήσαμε πλέρια» (της Γεωργίας Οικονομοπούλου)
Επόμενο άρθροΜια βαθιά υπόκλιση για τη Δέσποινα Μπεμπεδέλη (της Όλγας Σελλά)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ