HIV/AIDS, Θέατρο και τραύμα στην Ελλάδα (της Έλσης Σακελλαρίδου)

0
174
Ο Ιταλός λοιμωξιολόγος Fernando Aiuti σε μια εποχή που ο πληθυσμός νόμιζε πως το AIDS μεταδίδεται με το φιλί και πως κάθε επαφή με τους οροθετικούς είναι επικίνδυνη, το 1991, σε ένα ιατρικό συνέδριο, φιλιέται με την οροθετική Rosario

 

της Έλσης Σακελλαρίδου (*)

 

Η εκδοτική δραστηριότητα θάλλει στην Ελλάδα, παρ΄ όλες τις εγγενείς δυσκολίες του κλάδου για τις οποίες δικαίως διαμαρτύρονται και μάχονται οι εμπλεκόμενοι. Ανάμεσα στην πληθώρα των εκδόσεων του τρέχοντος έτους 2021, στις οποίες αναμφίβολα υπερτερούν, αριθμητικά τουλάχιστον, οι μελέτες εθνικού επετειακού χαρακτήρα, θα ήθελα να ξεχωρίσω μια άλλου τύπου «μνημονική» μελέτη, που αφορά όλα τα θύματα της επιδημίας του AIDS, η οποία χτύπησε την ανθρωπότητα, και κυρίως τον κύκλο των ομοφυλοφίλων, τις δύο τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα.

Το ότι το βιβλίο αυτό δημοσιεύεται στην καρδιά μιας μαζικότερης απειλής για την επιβίωση της ανθρωπότητας, αυτήν του COVID-19, δεν αποδυναμώνει καθόλου τη σπουδαιότητά του. Αντίθετα μάλιστα, το εγχείρημα του Γιώργου Σαμπατακάκη για μία αναμόχλευση, ανα-μνημόνευσή και κριτική επανατοποθέτηση του βιώματος και της κοινωνικής αντίδρασης για τα θύματα του AIDS, μπορεί να γίνει και έναυσμα για βαθύτερες σκέψεις πάνω στη στάση μας απέναντι στον στιγματισμό και την απομόνωση των ατόμων των μολυσμένων από τον ιό, την θανατοφοβία μας και τις τελετουργίες του πένθους και της μνημοσύνης.

Αποτιμώντας το βιβλίο του Σαμπατακάκη για το συγκεκριμένο θέμα του AIDS στην Ελλάδα, πρέπει να τον συγχαρώ για την πρωτοβουλία του να το αναδιαπραγματευτεί, μετά παρέλευση μιας τουλάχιστον εικοσαετίας, και να το ξαναθέσει στο στόχαστρο της ακαδημαϊκής έρευνας μέσα από τα σύγχρονα κοινωνικοπολιτικά βιώματα, την αποτύπωση του τραύματος του AIDS στην τέχνη του λόγου και των παραστατικών τεχνών και την ανανεωμένη παρακαταθήκη της πολιτισμικής θεωρίας και κριτικής. Ανατρέχοντας σε αρχεία του κράτους και του τύπου, σε προσωπικές αναλύσεις και κριτικές παραστάσεων, σε παραθέματα λογοτεχνικών κειμένων, αλλά και με πλήρη κάλυψη από τη διεθνή βιβλιογραφία, ακαδημαϊκή και δημοσιογραφική, έχει συνθέσει ένα ευρύτατο, πραγματικά φιλόδοξο πόνημα, το οποίο για πρώτη φορά στον ελληνικό χώρο κάνει μια θαρραλέα όσο και εμπεριστατωμένη επιστημονικά κατάθεση – τόσο ευαίσθητα μνημονική όσο και αγωνιστικά καταγγελτική –  για την αντιμετώπιση του AIDS στη χώρα μας.

Πέρα από την πλούσια γκάμα του αρχειακού της υλικού, η μελέτη διακρίνεται για την επιχειρηματική της δεινότητα, η οποία υποστηρίζεται από μια θαυμαστή επάρκεια και ευκαμψία του λόγου. Η γλώσσα του Σαμπατακάκη είναι υπέρ-αρκούντως εκφραστική για όλα τα σύνθετα νοήματα που πραγματεύεται και δεν διστάζει να εισαγάγει τους αντίστοιχους νεολογισμούς από την αγγλική γλώσσα, όπου αισθάνεται ότι η τράπεζα της νεοελληνικής  έκφρασης χρειάζεται εμπλουτισμό με νέες λεκτικές επινοήσεις για να αποδώσει νεόφαντους όρους και νοήματα. Βέβαια η ορμητική αυτή ρητορικότητα με τον άκρατο ενθουσιασμό της κινδυνεύει, σε κάποια σημεία, να προκαλέσει λεκτικούς ακροβατισμούς, υπερβολές και επαναλήψεις που μπορούν να οδηγήσουν σε κόπωση του/της αναγνώστη, ακόμη και σε νοηματικές περιπλοκές ή στην ασαφή κριτική τοποθέτηση του γράφοντα.

Παρακολουθώντας από κοντά τις ιδεολογικές εξελίξεις των σπουδών φύλου και την ασταμάτητη ροή των ρητορικών της μεταλλάξεων που συχνά αγγίζουν την υπερβολή, κατανοώ πλήρως τις δυσκολίες του Σαμπατακάκη να απεγκλωβιστεί τελείως από όλο αυτό το – εν πολλοίς – λεκτικό παιχνίδι φαντασιώσεων και ιδεολογημάτων προτεσταντικού χαρακτήρα, που προσπαθούν να προωθήσουν επιτακτικά και αγωνιστικά (άρα, παραδόξως, αρκετά ηγεμονικά) μια καινούργια ιδεολογική τάξη  πραγμάτων, καθόλου άμοιρη ενός νέου τύπου καταπίεσης. Και φυσικά υπάρχουν σημεία στο όλο πόνημα που θα μπορούσαν να εγείρουν εύλογα ερωτήματα ή και αντιρρήσεις: παραδείγματος χάριν κλισέ όπως η συστηματική έκλειψη της μορφής του πατέρα, η εμμονή στην ρομαντικοποιημένη φιγούρα της θρηνούσας μάνας, η έντονη κατάκριση της «αγίας ελληνικής οικογένειας» ενώ αντιθέτως οικειοποιείται η χριστιανική εκδοχή της αγιοποίησης για τα ως επί το πλείστον γκέι θύματα του AIDS. Θεωρώ όμως ότι μια τέτοια συζήτηση που βασίζεται στην αντιπαράθεση διαφορετικών ιδεολογικών τοποθετήσεων είναι θέμα για γόνιμο διάλογο σε μια άλλη πλατφόρμα. Ο Σαμπατακάκης καθιστά σαφή από την αρχή την ιδεολογική θέση του και τους σκοπούς του εγχειρήματός του: «να ξεθάψουμε και να εκθέσουμε ξανά [τα κείμενα ορόσημα της λογοτεχνίας του AIDS, τις φωτογραφίες και τα έργα τέχνης, όπως φυσικά και τα memorabilia από παραστάσεις] σαν αρχαιολόγοι, για να αποτρέψουμε την αμνησία (αυτή την πολιτισμική αφασία που επικρατεί) και να επανιδρύσουμε το τραύμα» (σελ. 34)

Θα κλείσω λοιπόν επανερχόμενη στα πολύ δυνατά σημεία της σκέψης του: Το ένα αφορά στο δικαίωμα όλων των πολιτών, και ιδιαίτερα των άδικα κοινωνικά στιγματισμένων όπως τα θύματα του AIDS, για ισότιμο μερίδιο στη μνημοσύνη (“grievability”, που με τόση ευαισθησία, όπως αναφέρει και ο Σαμπατακάκης, προτείνει και παροτρύνει η Judith Butler στο βιβλίο της Precarious Life: The Powers of Mourning and Violence, την οποία και αναφέρει).  Το δεύτερο αφορά στην εύστοχη κριτική του για την αποδυνάμωση της συλλογικής αγωνιστικότητας του γκέι κινήματος που έχει επιφέρει η νέα queer τάση για την «αναίρεση» (“undoing”) της όποιας έμφυλης ταυτότητας (σσ. 32-33 και 128-29). Η κριτική του αυτή ουσιαστικά απηχεί την προγενέστερη κρίση που πέρασε το φεμινιστικό κίνημα κάτω από την διαβρωτική επίδραση του αποδομισμού, με αποτέλεσμα τη διάσπαση και αποδυνάμωση της συλλογικής αγωνιστικής του ατζέντας.

Εν ολίγοις, το βιβλίο του Σαμπατακάκη θέτει επί τάπητος ένα πολύ σημαντικό θέμα σεξουαλικής πολιτικής στις μέρες μας, στρέφοντας επίσης το ενδιαφέρον του με την ίδια ενάργεια στην ανάδυση μιας γκέι αισθητικής στην τέχνη του λόγου και στις παραστασιακές τέχνες του χορού και του θεάτρου. Είναι, όπως λέει και ο ίδιος, «μια πρώτη αποτίμηση» που χαρτογραφεί ένα χώρο δύσβατο και προτρέπει σε περαιτέρω ερευνητικές εξορμήσεις προς εμπλουτισμό της σκέψης και της βιβλιογραφίας στον τομέα των “gay studies” και συναφών αντικειμένων στη χώρα μας.

 

(*) Η Έλση Σακελλαρίδου είναι Ομ. Καθηγήτρια θεατρικών σπουδών και σπουδών φύλου, ΑΠΘ

 

Γιώργος Σαμπατακάκης: HIV/AIDS, Θέατρο και τραύμα στην Ελλάδα, (Αθήνα: Εκδ. Σοκόλη, 2021, 191σελ.)

Ζήτησέτο εδώ

 

Προηγούμενο άρθρο22 επιλογές για εορταστικά διαβάσματα (του Γιάννη Μπασκόζου)
Επόμενο άρθροΓιατί ο μυστικός ρυθμός μέσα μας γκρεμίζει και χτίζει τον ίδιο κόσμο με πολλές γλώσσες (της Άννας Αφεντουλίδου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ