H Νέα Υόρκη του Πολ Όστερ

1
1608

 

 

Της Νίκης Κώτσιου.

Τρεις νουβέλες – Γυάλινη Πόλη, Φαντάσματα, Κλειδωμένο Δωμάτιο- συγκροτούν την  Τριλογία της Νέας Υόρκης, το πιο εμβληματικό ίσως έργο του Πολ Όστερ, που διερευνά εμβριθώς το θέμα της ταυτότητας και της ετερότητας μέσα από ψευδο-αστυνομικές ιστορίες υψηλού σασπένς, που πόρρω όμως απέχουν από τις συμβάσεις του είδους. Στην προκειμένη περίπτωση, τα μυστήρια μένουν περίπου άλυτα μέχρι το τέλος και ο κόσμος συνεχίζει να πάσχει από την απορρύθμιση που προκάλεσε το αίνιγμα, αφού οι πάγιες μέθοδοι των ντετέκτιβ, η λογική και η παρατήρηση, δεν φέρνουν τα αναμενόμενα.

Στη Γυάλινη Πόλη, ίσως την πιο ενδιαφέρουσα και υποβλητική  ιστορία, ένας συγγραφέας που γράφει νουάρ μυθιστορήματα με ψευδώνυμο, αναλαμβάνει περίπου «από σπόντα» το ρόλο του ντετέκτιβ και μπλέκεται σε μια μυστηριώδη αναζήτηση χωρίς τέλος, που δεν τον οδηγεί πουθενά. Στα Φαντάσματα, όπου όλα φαντάζουν πιο γκροτέσκα και πιο μεταφυσικά, ο ντετέκτιβ Μπλου προσλαμβάνεται από τον Γουάιτ , για να παρακολουθεί νυχθημερόν  τον Μπλακ, που κατά πάσα πιθανότητα είναι το ίδιο πρόσωπο με τον Γουάιτ! Στο Κλειδωμένο Δωμάτιο, τα πράγματα γίνονται πιο συγκεκριμένα  και πολλά είναι αυτά που διευκρινίζονται και  αποσαφηνίζονται,   καθώς τα κομμάτια του παζλ  αρχίζουν να βρίσκουν τη θέση τους και το σκοπό τους μέσα στη μεγαλόπνοη σύνθεση της Τριλογίας.

Πέρα από το αναμφισβήτητο αστυνομικό ενδιαφέρον που παρουσιάζουν και οι τρεις νουβέλες αποτελώντας όλες μαζί έναν δυσεπίλυτο γρίφο, μοιάζει να υπάρχει κάτι βαθύτερο και ουσιαστικότερο που τους προσδίδει νόημα και συνεκτικότητα. Και στις τρεις ιστορίες,  υπάρχει ένα μοτίβο του «Κλειδωμένου Δωμάτιου», αλλά όχι πάντα με την προφανή και κυριολεκτική έννοια. Στη Γυάλινη Πόλη, ο πρωταγωνιστής, όταν αντιλαμβάνεται ότι είναι μυθιστορηματικός χαρακτήρας στα χέρια ενός πανίσχυρου συγγραφέα, αποδρά από τον κειμενικό κόσμο και διεκδικεί μια ζωή ελεύθερη από τις συμβάσεις που έρχεται να του επιβάλλει η παντοδυναμία του συγγραφέα. Στα Φαντάσματα, συμβαίνει κάτι παρόμοιο. Ο πρωταγωνιστής, διεκδικώντας μια ζωή εκτός κειμένου, πέρα και πάνω από τις συμβάσεις της συγγραφής, μοιάζει να εξαφανίζεται και να αποχωρεί, χωρίς πολλές-πολλές εξηγήσεις.

Το μοτίβο του «Κλειδωμένου Δωμάτιου» μοιάζει να λειτουργεί στην Τριλογία της Νέας Υόρκης ως μια μεταφορά για την πράξη της συγγραφής, τη σύνθετη σχέση του συγγραφέα με τον εκάστοτε μυθιστορηματικό χαρακτήρα  που πλάθει με το υλικό της φαντασίας και της εμπειρίας του,  αλλά και για τον πολύπλοκο μηχανισμό της ταύτισης, που επιτρέπει στον αναγνώστη να συλλειτουργεί με τα τεκταινόμενα στο βιβλίο και να αναγνωρίζει πάνω στους ήρωες όψεις του ολοδικού του εαυτού. Μέσα στα κλειδωμένα δωμάτια που περιγράφει ο Όστερ, κάθε πρόσωπο μοιάζει να χάνεται μέσα σε μια κατοπτρική αντανάκλαση που του επιστρέφει το είδωλό του πολλαπλασιασμένο επ’ άπειρον καθώς προχωρεί ανάμεσα σε καθρέπτες που, αντί να αποκαλύπτουν, μάλλον συσκοτίζουν την αίσθηση του εαυτού και του άλλου. Μέσα σε αυτό το κατοπτρικό σύμπαν, δεν είναι τυχαίο που η Νέα Υόρκη γίνεται Γυάλινη Πόλη, ούτε μοιάζει παράταιρος ο τίτλος Φαντάσματα για τη δεύτερη και εξόχως ατμοσφαιρική νουβέλα, όπου τα πρόσωπα στοιχειώνουν το ένα το άλλο με τη σκιώδη, αινιγματική παρουσία τους και το υπαρξιακής φύσεως μυστήριο που κρύβουν.

Η συγγραφή αλλά και η πράξη της ανάγνωσης, μοιάζει να λέει ο Όστερ, είναι μοναχικές και σαν τέτοιες ενισχύουν την αίσθηση του εγώ αλλά και το εγκλωβίζουν μέσα στις επινοημένες μυθοπλασίες  των μυθιστορημάτων, που ο αναγνώστης τείνει κατά καιρούς να τις θεωρεί ισοδύναμες κι εξίσου αληθινές με την πραγματικότητα. Για να ξεφύγει κανείς από την τυραννία των συμβάσεων και των κανόνων, ακόμη και των λογοτεχνικών, πρέπει να σπάσει τα κάθε λογής δεσμά και να επιχειρήσει μια άλλου είδους ύπαρξη. Ο ίδιος ο Όστερ ως συγγραφέας προσπαθεί να βοηθήσει προς αυτή την κατεύθυνση γράφοντας ένα βιβλίο ανοιχτό σε πολλές αναγνώσεις και ενδεχόμενα, ένα βιβλίο που με τον τρόπο του προσπαθεί να απελευθερώσει τόσο το συγγραφέα όσο και τον αναγνώστη από τις συμβάσεις, που προσπαθεί να απελευθερώσει ακόμα και αυτά τα μυθιστορηματικά πρόσωπα από την εύλογη εποπτεία που ασκεί πάνω τους ο συγγραφέας.

Στο σύμπαν της Τριλογίας, οι βασικοί χαρακτήρες εμφανίζονται σχεδόν πάντα αναδιπλασιασμένοι, συνοδευμένοι καθένας κι από έναν μυστηριώδη σωσία, που συνήθως περιπλέκει  περισσότερο τα πράγματα. Άλλοτε πάλι μπερδεύουν τον εαυτό τους με αυτόν που εκλαμβάνουν ως  άλλον και βλέπουν τα όρια της ύπαρξής τους  να καταλύονται, καθώς όλο και περισσότερο παρακολουθούν το «εγώ» τους να διαλύεται και να αποσυντίθεται σε επιμέρους ασύνδετα κομμάτια. Κι έτσι, αυτό που μοιάζει αρχικά με αστυνομική ιστορία, παίρνει στην πορεία μια εντελώς διαφορετική τροπή, καταλήγοντας σε μια μεταμοντέρνα παραβολή πάνω στα ζητήματα που θέτει η γραφή, η ανάγνωση, η έννοια της ταυτότητας και της ύπαρξης μέσα σ’ έναν κόσμο που μοιάζει θρυμματισμένος.

Οι ντετέκτιβ πέφτουν οι ίδιοι μέσα στα δίχτυα που έχουν στήσει, η υπόθεση απέχει από το να διαλευκανθεί και ο αναγνώστης καλείται να καλύψει ο ίδιος με τη φαντασία και την αυτενέργειά του τα κενά και τα χάσματα.  Η προσοχή εστιάζεται στον πολυδιασπασμένο και κατακερματισμένο εαυτό και στην προσπάθεια που αυτός καταβάλλει, μέσω της γλώσσας κυρίως, να συλλάβει και να ερμηνεύσει μέσα σ’ ένα συνεκτικό σχήμα  τον κόσμο και τη ζωή. Στους διαλόγους υπάρχουν ευδιάκριτοι μπεκετικοί απόηχοι μαζί  με μια αίσθηση του παραλόγου που διατρέχει έτσι κι αλλιώς ολόκληρο το κείμενο δημιουργώντας μια πολύ ιδιαίτερη ατμόσφαιρα, σίγουρα ελκυστική. Η γλώσσα, περισσότερο κρυπτική και σκοτεινή παρά αποκαλυπτική στο πλαίσιο της τριλογίας , ενίοτε παραπλανά τους εμπλεκόμενους και απομακρύνει από το νόημα ή  καθιστά δυσχερή και εξόχως ολισθηρή  την προσπάθεια νοηματοδότησης, εξαιτίας της αμφισημίας της.

Η ίδια η πόλη της Νέας Υόρκης παρουσιάζεται σαν ένα ερμητικό κείμενο που ανθίσταται στην όποια  αποκρυπτογράφηση. Στη Γυάλινη Πόλη, ο πρωταγωνιστής περιπλανιέται χωρίς σκοπό για να ξεχάσει και να απαλλαγεί από το βάρος αναμνήσεων και τραυμάτων έχοντας την απατηλή   εντύπωση πως, απομακρυνόμενος από την εστία του, είναι δυνατό να απεκδυθεί και τον εαυτό του. Η ίδια αυτή έννοια της εστίας υπονομεύεται πολλαπλά και το υποκείμενο, μαζί με την εστία, που αποτελεί ένα κέντρο σταθερότητας και το πιο βασικό σημείο αναφοράς, καταλήγει να χάνει συγχρόνως και την αίσθηση του εαυτού.

Η πόλη  δεν βγάζει νόημα κι ο περιπατητής χάνει ακόμη περισσότερο τον εαυτό του καθώς παγιδεύεται σε διαδρομές και δρομολόγια που δεν οδηγούν πουθενά. Η ούτως ή άλλως προβληματική αίσθηση ταυτότητας που διαθέτει, μπερδεύεται χειρότερα μέσα στον ιστό μιας χαοτικής πόλης που φαντάζει ανεξιχνίαστη κι αινιγματική. Ο μοναχικός οδοιπόρος του Ρουσό που, με τη βοήθεια της περιπλάνησης, ένιωθε να βρίσκεται σε πλήρη αρμονία με τον εαυτό του και να συγκροτείται ως υποκείμενο δεν έχει καμία σχέση με τους χαρακτήρες του Όστερ που αποδιοργανώνονται και νιώθουν τελείως αποπροσανατολισμένοι μέσα σε μια πόλη κενή σημασίας και νοήματος.

Το νόημα που κρύβεται  και η αναζήτησή του μέσα στη γλώσσα, τη γραφή και την ανάγνωση αποτελεί τη  ραχοκοκαλιά του μεγαλόπνοου αυτού έργου που, μέσα από την αποδόμηση συμβάσεων, παραδοχών και κανόνων, επαναδιατυπώνει με άλλους όρους τα μεγάλα ερωτήματα της ζωής και αποτολμά απαντήσεις πέρα και πάνω από τις καθιερωμένες, ξεθεμελιώνοντας βεβαιότητες και παγιωμένα σχήματα.

info: Paul Auster, H Tριλογία της Νέας Υόρκης, μτφρ. Σταυρούλα Αργυροπούλου, σελ.432, εκδ. Μεταίχμιο,2014

1 ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here