Γράφοντας (και στα) κυπριακά  (του Αντώνη Γεωργίου)

0
973

του Αντώνη Γεωργίου (*)

 

(Ένα μακρύ αυτοαναφορικό κείμενο)

 

Το 1998 σχεδόν τριάντα χρονών ήδη, πήρα την απόφαση να γράψω για να εκδώσω ένα βιβλίο – σχετικά αργά, έχοντας υπόψη ότι προ πολλού ένιωθα την ανάγκη, διάβαζα, έγραφα…  Ένας λόγος που δεν το έκανα νωρίτερα ήταν οι αναστολές που μου δημιουργούσαν τα μεγάλα κείμενα που είχα διαβάσει σε συνδυασμό με μια εκ φύσεως συστολή και ανασφάλεια. Διαβάζοντας πρόσφατα την ομιλία της Αννί Ερνώ (βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας 2022) στη Στοκχόλμη και κάνοντας μια αναδρομή στα χρόνια που γράφω, αισθάνθηκα ότι με εμπόδιζε ακόμα κάτι, ένα δίλλημα αναλογικά παρόμοιο με τον προβληματισμό της Ερνώ:

«Στο γράψιμο καμία επιλογή δεν είναι αυτονόητη. Όσοι όμως, ως μετανάστες, δεν μιλούν πλέον τη γλώσσα των γονέων τους και όσοι, ως αποστάτες της κοινωνικής τους τάξης, δεν έχουν πια ακριβώς την ίδια γλώσσα, σκέφτονται και εκφράζονται με άλλες λέξεις, αντιμετωπίζουν πρόσθετα εμπόδια. Ένα δίλημμα. Αισθάνονται πράγματι τη δυσκολία, ακόμη και την αδυναμία, να γράψουν –στην επίκτητη, κυρίαρχη γλώσσα την οποία έμαθαν να κατέχουν και θαυμάζουν μέσα από λογοτεχνικά έργα– για οτιδήποτε σχετίζεται με τον κόσμο της καταγωγής τους, αυτόν τον πρώτο κόσμο που αποτελείται από αισθήσεις και λέξεις που περιγράφουν την καθημερινή ζωή, τη δουλειά, τη θέση που κατέχουν στην κοινωνία. Από τη μια πλευρά είναι η γλώσσα στην οποία έμαθαν να ονομάζουν τα πράγματα, με τη βιαιότητα, τις σιωπές της […]. Από την άλλη πλευρά, είναι τα πρότυπα των θαυμαστών, εσωτερικευμένων έργων, εκείνων που διένοιξαν το πρωταρχικό σύμπαν και στα οποία νιώθουν υπόχρεοι για την ανύψωσή τους, τα οποία θεωρούν ακόμη και ως την πραγματική τους πατρίδα» (μετάφραση: Γιώργου Μελή)

Στην πρώτη μου συλλογή διηγημάτων Γλυκιά bloody life υπάρχουν κάποιες φράσεις, κυρίως στα διαλογικά μέρη, και σκόρπιες λέξεις στα κυπριακά – θυμάμαι πως στο Ροδακιό, ο Βασίλης Διοσκουρίδης μου είχε πει τότε πως θα μπορούσα να έβαζα περισσότερα «απ’ αυτά τα διαμαντάκια της διαλέκτου». Ήταν κάτι που είχα σκεφτεί, είχα κάνει μάλιστα κάποιες απόπειρες: ένα διήγημα το είχα γράψει ολόκληρο στα κυπριακά όπως και έναν μονόλογο σ’ ένα άλλο διήγημα. Και τα δύο, όπως και άλλα στο βιβλίο, είχαν έντονο – το στοιχείο του τόπου, ο δε μονόλογος ήταν επηρεασμένος από αφηγήσεις του πατέρα μου – όταν το έγραφα άκουγα τη φωνή του και δεν μιλούσε, φυσικά, στην κοινή ελληνική.

Δεν το τόλμησα. Δεν ήμουν ακόμα έτοιμος να γράψω στη διάλεκτο, δεν ήταν εύκολο, ακόμα και για μας, τους φυσικούς ομιλητές, διότι τη συνηθίσαμε να μιλιέται μόνο, όχι να γράφεται. Πολύ περισσότερο ήταν δύσκολο να την εντάξουμε στο όποιο λογοτεχνικό μας ύφος, όχι γιατί δεν έχει τις δυνατότητες, αλλά επειδή εμείς δεν ήμασταν τόσο εξοικειωμένοι με αυτή τη χρήση της. Ας μη ξεχνάμε ότι τα διαβάσματά μας, οι επιρροές μας οι λογοτεχνικές είναι γραμμένα κυρίως στην κοινή νεοελληνική κι αυτό δημιουργεί πρόσθετες δυσχέρειες.

Δεν ήταν μόνο αυτό όμως: η γλώσσα είναι συστατικό στοιχείο της ταυτότητας ενός ατόμου, ενός λαού και αντικρίζεται συνήθως με ιδεολογική και πολιτική φόρτιση. Όταν μιλάμε για γλώσσα στην Κύπρο, για τη γλώσσα των Ελληνοκυπρίων, εννοούμε αφενός την κοινή νεοελληνική, όσο και μια κοινή νεοελληνική κυπριακού τύπου – ουσιαστικά η επίσημη, όπως δηλαδή προσλαμβάνεται στην Κύπρο η κοινή νεοελληνική και όπως προσαρμόζεται εκουσίως ή ακουσίως – και αφετέρου φυσικά την κυπριακή ελληνική (αυτή που μάθαμε να λέμε «κυπριακή διάλεκτο») έχουμε δηλαδή μια γλωσσική διμορφία. Η χρήση όμως της κυπριακής ελληνικής στη λογοτεχνία, στο θέατρο αλλά και στα σχολεία ή σε επίσημο λόγο ήταν (και παραμένει με τις διακυμάνσεις του) ένα διαφιλονικούμενο ζήτημα. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα κατά καιρούς η διάλεκτος να χλευαστεί, να υποτιμηθεί και για ένα μεγάλο διάστημα να δαιμονοποιηθεί ως «αντεθνική». Όλα αυτά λειτουργούσαν συχνά ως μια μορφή αυτολογοκρισίας όπως έγινε και στην περίπτωσή μου.

Όταν το 2009 άρχισα να γράφω το Ένα αλπούμ ιστορίες τα πράγματα ήταν διαφορετικά, καθώς η διάλεκτος αποτελεί συστατικό στοιχείο του βιβλίου. Δεν θα μπορούσα να μιλήσω για την Κύπρο σε πρώτο πρόσωπο, να ακουστούν ιστορίες των ανθρώπων της και να μην χρησιμοποιηθεί η ομιλούμενη γλώσσα. Θα ήταν ψεύτικο το αποτέλεσμα. Δεν μπορεί σε ένα βιβλίο με έντονη εντοπιότητα να μη περιέχεται η γλώσσα που μιλιέται στον τόπο – ο τόπος του καθενός είναι (και) η γλώσσα του και η λογοτεχνία ενός τόπου είναι (και) η γλώσσα του. Κατά κάποιον τρόπο με διάλεξε η κυπριακή ελληνική, δεν τη διάλεξα. Επίσης στο μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου είναι έντονη η προφορικότητα όποτε ήταν αυτονόητη επιλογή να χρησιμοποιηθεί αυτή η γλωσσική ποικιλία αντί η κοινή νεοελληνική, όπως και πιο εύκολα να ενταχθεί στο βιβλίο. Προσπάθησα όμως σε συνάρτηση με τη γενιά του προσώπου που μιλά, να διαφοροποιώ τη γλώσσα και χρειάστηκε να διαβάσω, να ακούσω αλλά και να ανασύρω από τη μνήμη μου παλιές φωνές.  Επίσης έπρεπε να γίνει προσπάθεια για να υπάρξει ομοιομορφία στον τρόπο γραφής της διαλεκτού, αφού δεν υπάρχει ακόμα η αντίστοιχη τυποποίηση.

Κάτι που ίσως δεν είναι τόσο κατανοητό εκτός Κύπρου είναι ότι η κυπριακή ελληνική δεν είναι μια σχεδόν νεκρή, φθίνουσα ντοπιολαλιά αλλά μια ζωντανή γλώσσα, μέρος της καθημερινότητάς μας και συνυπάρχει με την κοινή νεοελληνική. Εξελίσσεται,  με αλλαγές, στο λεξιλόγιο κυρίως, που έφερε ο χρόνος, οι νέες κοινωνικές συνθήκες αλλά και οι άνωθεν παρεμβάσεις τόσων δεκαετιών για «να μάθουμε να μιλούμε σωστά». Υπάρχει όμως πια ένα κύμα χρήσης της διαλέκτου στην τέχνη και στον δημόσιο λόγο (διαδίκτυο, τηλεόραση, πολιτικές συζητήσεις, εκδηλώσεις), ενώ γίνονται αποδεκτά – ενίοτε βραβεύονται από την πολιτεία- πεζογραφήματα και θεατρικά έργα στα κυπριακά.

Η αποδοχή της διαλέκτου σχετίζεται και με αλλαγές στο ιδεολογικό και πολιτικό πρόσημο της χρήσης της: υιοθετείται πλέον από άτομα από διαφορετικούς ιδεολογικούς χώρους, αν και κάποιοι προσπαθούν ακόμα να «οριοθετήσουν» τη χρήση της ή της προσδίδουν αξία μόνο σε σχέση με τη σύνδεση της με τη αρχαία ελληνική και την αυθαίρετη θεωρία ότι η «κυπριακή είναι πιο κοντά στην αρχαία ελληνική από ό,τι η κοινή νέα ελληνική», παραγνωρίζουν τις λέξεις που προέρχονται από τόσες άλλες γλώσσες κ.ά. – σημασία έχει ότι έπαψε σε μεγάλο βαθμό να θεωρείται περιθωριακή.

Η χρήση της διαλέκτου στη λογοτεχνία δεν σημαίνει επιστροφή στο παρελθόν. Αποτελεί μεν τεκμήριο μιας συνέχειας σε σχέση με την παράδοση αλλά, περισσότερο, δηλώνει τη σύνδεση με το παρόν μας, με ό,τι είμαστε τώρα, με την ταυτότητά μας. Ως εκ τούτου αποτελεί μέρος της λογοτεχνικής μας γλώσσας. Στο πρόσφατό μου βιβλίο η Ανάσα των δίπλα υπάρχουν, από-ενοχοποιημένα πια, διάλογοι, φράσεις και λέξεις διάσπαρτες σχεδόν σε όλα τα διηγήματα, ενώ τέσσερα από τα δεκαεπτά είναι γραμμένα εξολοκλήρου στην κυπριακή ελληνική, σε διάφορες μορφές: αφήγηση, μονόλογος, διάλογος – αισθάνομαι πιο σίγουρος πλέον γι’ αυτή την επιλογή, που εντάσσεται, πιστεύω, ομαλά στο συνολικό ύφος του βιβλίου.

Είχαν προηγηθεί, από το 2012, τα θεατρικά μου έργα εκ των οποίων τα πιο πρόσφατα, που αφορούν τη σύγχρονη κυπριακή πραγματικότητα, είναι γραμμένα στην κυπριακή ελληνική. Ακόμα κι αυτή η επιλογή δεν υπήρξε τόσο αυτονόητη καθώς στην κυπριακή δραματουργία των προηγούμενων δεκαετιών, με εξαίρεση λίγες αξιόλογες προσπάθειες, η διάλεκτος δεν χρησιμοποιούνταν για «σοβαρό» θέατρο. Είναι, προφανώς, σημαντικό ηθοποιοί και θεατές να μιλάνε και να ακούνε στο θέατρο τη γλώσσα με την οποία επικοινωνούν στην καθημερινότητά τους. Κι αυτό φαίνεται πως λειτουργεί πλέον σε μεγάλο βαθμό, καθώς με τη διάλεκτο επιτυγχάνεται ένα πρώτο επίπεδο αμεσότητας. Αν και σίγουρα αυτό δεν είναι αρκετό από μόνο του για να δημιουργήσει χαρακτήρες και αξιόλογο θέατρο.

Το τελευταίο διάστημα βρέθηκα σε πέντε συναντήσεις, η μια εξ αυτών στην Ελλάδα, όπου συζητήθηκε σχεδόν αποκλειστικά η χρήση της κυπριακής διαλέκτου στη λογοτεχνία. Αυτή η συγκυρία αποτελεί δείγμα του ενδιαφέροντος για το θέμα, που κινητοποιήθηκε ίσως με τη βράβευση του μυθιστορήματος Το Βουνί της Λουΐζας Παπαλοΐζου. Καθότι δεν είμαι ειδικός, μιλώντας κυρίως εμπειρικά, αυτές οι συναντήσεις οδήγησαν στον αναστοχασμό που καταγράφεται εδώ. Φαίνεται ότι οι αλλαγές τόσο στις αντιλήψεις για την κυπριακή ελληνική όσο και στη χρήση και στην πρόσληψή της στις τέχνες αλλά και στην κυπριακή κοινωνία υπήρξαν μεγάλες τα τελευταία εικοσιπέντε χρόνια. Σε αυτό συνέτειναν και οι παρεμβάσεις μιας ομάδας γλωσσολόγων που ζουν και εργάζονται στην Κύπρο και που τόλμησαν να αναμετρηθούν με γλωσσικούς μύθους και να προτάξουν επιστημονικές αλήθειες για τις διαλέκτους και τη χρήση τους. Οι παρεμβάσεις τους δημιούργησαν ένα κλίμα εμπιστοσύνης προς την κυπριακή ελληνική και ένα πλέγμα ασφαλείας για τους χρήστες της ενώ ταυτόχρονα ενίσχυσαν την αυτοπεποίθηση των δημιουργών.

Το παρόν κείμενο, υπερβολικά μακρύ και αυτοναφορικό, γράφτηκε με αφορμή το άρθρο της κριτικού Λίνας Πανταλέων «Τι γλώσσα μιλάει η ελληνική πεζογραφία;» και τις αναφορές της στη χρήση της κυπριακής διαλέκτου, οι οποίες στην Κύπρο  σχολιάστηκαν έντονα στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης και στον Τύπο. Πιστεύω ότι η έκταση των αντιδράσεων οφείλεται αφενός στο ίδιο το  περιεχόμενο του άρθρου –το οποίο θεωρώ προβληματικό και σε κάποιο βαθμό προκλητικό με την έμμεση παρότρυνση για αποφυγή χρήσης της κυπριακής διαλέκτου στη λογοτεχνία– αφετέρου στο γεγονός ότι επανάφερε στη μνήμη αντιδράσεις και επιθέσεις άλλων εποχών για ένα ευαίσθητο και καίριο θέμα για την κοινωνία της Κύπρου. Οι αναφορές πως «ιδιαίτερες δυσκολίες παρουσιάζει η κυπριακή διάλεκτος, η οποία δεν δείχνει ότι μπορεί να αφομοιωθεί λογοτεχνικά, δεν προσφέρεται ηχητικά ή ενδεχομένως να αντιστέκεται στη λογοτεχνική της επιμέλεια» περιέχουν μια γενίκευση και ταυτόχρονα απλούστευση του ζητήματος.

Δεν αποκλείω, έχοντας διαβάσει στο παρελθόν κείμενά της, η κριτικός να καταλήγει σε αυτά τα συμπεράσματα έχοντας εποπτεία παλαιότερων και συγχρόνων έργων που χρησιμοποιούν την κυπριακή ελληνική. Θεωρώ όμως το συμπέρασμά της αυθαίρετο. Διαφωνώ επίσης με τη θέση ότι τα βιβλία της Μαρίας Α. Ιωάννου και της Νάσιας Διονυσίου που αναφέρει «θα ωφελούνταν σημαντικά, αν απουσίαζαν τα κομμάτια στην κυπριακή διάλεκτο».  Λαμβάνω βέβαια υπόψη πως όντας φυσικός ομιλητής της κυπριακής, σε αντίθεση με την ίδια, ίσως έχω διαφορετική πρόσληψη των συγκεκριμένων αποσπασμάτων. Ακόμα όμως κι αν υπάρχουν δυσκολίες στη πρόσληψη λογοτεχνικών κειμένων στα κυπριακά ή αν κάποιος θεωρεί πως δεν λειτουργούν εύκολα για έναν μη Κύπριο, δεν δικαιολογούνται οι πιο πάνω, σε μεγάλο βαθμό αφορισμοί, ούτε μπορεί να περιοριστεί το δικαίωμα του συγγραφέα να εκφράζεται σε όλες τις γλωσσικές ποικιλίες που κατέχει.

Ένας κάλος συγγραφέας θεωρώ ότι χρειάζεται, ανεξάρτητα από τα  γλωσσικά εργαλεία που χρησιμοποιεί, να είναι καλός αναγνώστης και παρατηρητής της λεπτομέρειας του κόσμου, των ανθρώπων και των ανθρωπίνων σχέσεων. Στην περίπτωση της διαλέκτου μας, στην οποία δεν υπάρχουν ακόμα πολλά (σύγχρονα) αναγνώσματα, είναι σημαντικό να είναι επίσης καλός ακροατής των γύρω του αλλά και να ανασύρει από τη μνήμη του φωνές από το παρελθόν. Επιπλέον, πιστεύω, χρειάζεται να είναι τολμηρός με τη χρήση της διαλέκτου, να έχει  εμπιστοσύνη στις δυνατότητές της, περισσότερη από όση μας μάθαιναν χρόνια  να (μην) έχουμε στην κυπριακή ελληνική. Ίσως χρειαστεί να ανοίξει λεξικά, όχι τόσο για να ζωντανέψει μια νεκρή γλώσσα όσο για να επαναφέρει στη μνήμη του ζωντανές αλλά ξεχασμένες λέξεις.  Κυρίως όμως ως κύπριοι συγγραφείς θα μας βοηθούσε να αφήναμε τη διάλεκτο να μας αγγίξει και ταυτόχρονα να την επεξεργαζόμαστε ξανά και ξανά ώστε να την εντάξουμε στο δικό μας λογοτεχνικό ύφος.

Είναι γεγονός πως έχει καταστεί δυσκολότερο να διαβάζει κανείς ένα βιβλίο στην εποχή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, της συνεχούς εναλλαγής εικόνων και πληροφοριών. Πόσο μάλλον όταν είναι γραμμένο σε διάλεκτο ή σε ένα ιδιότυπο γλωσσικό ιδίωμα ή ύφος (από τον Παπαδιαμαντή έως τον Φώκνερ). Αλλά, αν δώσεις λίγο χρόνο σε ένα καλό βιβλίο, σιγά-σιγά σε κερδίζει η γλώσσα – και  η ιστορία που αφηγείται βέβαια – και έχουμε πολλά παραδείγματα για αυτό, μια και εννοείται πως η χρήση διαλέκτων, ιδιωμάτων ή της αργκό κοινωνικών ομάδων είναι φαινόμενο που αφορά την παγκόσμια λογοτεχνία.

Υπάρχει πάντοτε ο κίνδυνος οι μη φυσικοί ομιλητές και όσοι δεν μπορούν να αντιληφθούν τις παραμέτρους της σημερινής χρήσης της κυπριακής ελληνικής να αντιμετωπίζουν τέτοια κείμενα με φολκλορική διάθεση, να εισπράττουν μόνο μια αίσθηση ηθογραφίας, μένοντας σε ένα πρώτο επίπεδο. Θεωρώ όμως ότι είναι θέμα εξάσκησής μας ως αναγνώστες. Μετά το πρώτο ξάφνιασμα της όποιας γλωσσικής ποικιλίας, ένα καλό βιβλίο θα σου ανοίξει και τα άλλα επίπεδα, όσο και αν αυτό έχει μια δυσκολία· ποιος λέει όμως ότι δεν χρειάζεται κάποτε να δυσκολευτούμε στην ανάγνωση ενός βιβλίου; Βέβαια, κάποιος μπορεί να πει ότι είναι άλλο να παιδεύεσαι διαβάζοντας Τζόυς, Γουλφ ή Μέλβιλ και άλλο διαβάζοντας Γεωργίου και δεν θα του βρω άδικο. Είναι όμως κάτι βαθύ, υπαρξιακό που οδηγεί έναν συγγραφέα ή ποιητή στην επιλογή της γλώσσας του κειμένου του, στη δημιουργία του ύφους, της προσωπικής του γραφής· η διάλεκτος είναι ένας γλωσσικός πλούτος, η δυνατότητα, η επιλογή, η ανάγκη να γράψουμε στη κυπριακή ελληνική είναι ζωτική και αντισταθμίζει τις δυσκολίες και το όποιο τίμημα.

Σκέφτομαι πως έγραψα 2279 λέξεις για να πω κάτι που είναι απλό: ότι προσωπικά δεν αναρωτιέμαι πια για τη χρήση της διαλέκτου. Η χρήση της κυπριακής ελληνικής στη λογοτεχνία δεν πρέπει να γίνεται με κανένα «πρέπει», ούτε να αποκλείεται, όπως γινόταν κυρίως παλαιότερα, για γελοίους λόγους περί αφελληνισμού ή για το ότι δεν διαθέτει τα κατάλληλα εκφραστικά μέσα. Ο κάθε δημιουργός, όπως και ο καθένας μας, μπορεί να αποφασίσει με ποιο γλωσσικό μέσο θέλει και μπορεί να εκφραστεί καλύτερα και όπως κρίνει σωστό, λαμβάνοντας ή όχι υπόψη τις όποιες «συνέπειες», όπως ο ενδεχόμενος περιορισμός του αναγνωστικού κοινού ή της κριτικής υποδοχής ενός κειμένου κλπ.  Και φυσικά θα κρίνεται (λογοτεχνικά) για αυτή του την απόφαση, το πόσο γόνιμα αξιοποίησε τη διάλεκτο, μια και η χρήση της από μόνη της δεν δημιουργεί λογοτεχνία όπως και η χρήση της κοινής ή κάποιας «λόγιας» γλώσσας δεν το πράττει αυτόματα. Ακόμα δεν ξέρω αν μπορώ να εκφραστώ πλήρως λογοτεχνικά στα κυπριακά ούτε και μπορώ να πω αν το θέλω, θεωρώ πάντως τη γλωσσική διμορφία  μας στην Κύπρο ως γλωσσικό πλούτο και έτσι θα εκφράζομαι διατηρώντας και το δικαίωμα να γράφω και στην κοινή ελληνική που με γοητεύει.

Αν για να καταλήξω σε αυτά τα απλά συμπεράσματα χρειάστηκε όλη αυτή η μακρά αγόρευση  δεν είναι τόσο λόγω του επαγγέλματος μου, του δικηγόρου, όσο γιατί, για να φτάσουμε οι κύπριοι λογοτέχνες ως εδώ, απαιτήθηκε μια δύσκολη διαδρομή με πολλές αμφιταλαντεύσεις και μια μακρά πορεία, κάτι που ίσως εξηγεί τις έντονες αντιδράσεις απέναντι σε άρθρα και σχόλια που, άθελά τους ίσως, μας παραπέμπουν στα «πέτρινα χρόνια» της υποτίμησης, περιθωριοποίησης ακόμα και του αποκλεισμού της χρήσης της διαλέκτου.

(*) Ο Αντώνης Γεωργίου, είναι συγγραφέας

 

Προηγούμενο άρθροΗ αμηχανία του συγγραφέα μετατρέπεται σε μοναξιά; (της Άννας Ρω)
Επόμενο άρθροΔύο ή τρία πράγματα που ξέρω γι’ αυτήν (του Γιώργου Τριλλίδη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ