Γκούρι σημαίνει πέτρα   (της Σίσσυς Τσιφλίδου)

0
269

 

 

της Σίσσυς Τσιφλίδου (*)

 

Κρατώντας για πρώτη φορά στα χέρια μου το Γκούρι, πέρα από το ασυνήθιστο συνταίριασμα των λέξεων του τίτλου, τη ματιά μου αιχμαλώτισε το τζιτζίκι στο εξώφυλλο. Γκρίζο σαν την πέτρα ή τον κορμό των δέντρων, με τα κιτρινοπράσινα φτερά του αυτόματα πυροδότησε έναν συνειρμό: καλοκαιρινή ραστώνη, τζιτζίκια να τραγουδούν πάνω στις φιστικιές και το λιοπύρι του καλοκαιριού, όλα παιδικές θύμησες. Είναι που όταν βλέπω τζιτζίκια έχω μέσα μου και μια άλλη αίσθηση από τα παιδικά μου χρόνια: του εντόμου που βρίσκεται σε φαινομενική ακινησία, πάντα όμως σε επιφυλακή, ένας χαμαιλέοντας που μόλις αντιληφθεί τον κίνδυνο να πλησιάζει, ανοίγει τα φτερά του για να πετάξει, προετοιμασμένο από τη φύση, αφού ανέβηκε στο δέντρο, να έχει το τελευταίο του καλοκαίρι, κάπως σαν αυτό της παιδικής μας ηλικίας πριν το αυθόρμητο, το ανεπιτήδευτο, η ίδια η παιδικότητα μάς εγκαταλείψει.

Αυτή ακριβώς την αίσθηση της πλήρους ακινησίας που μπορεί ξαφνικά να ανατραπεί και να αναστατώσει το ήσυχο και το ασφαλές είχα από την πρώτη στιγμή που ξεκίνησα να διαβάζω αυτό το βιβλίο.

Η ειλικρινής συγγραφική πρόθεση δηλώνεται ήδη από το κείμενο στο οπισθόφυλλο: πρόκειται για μια ιστορία μυστηρίου στην οποία πρωταγωνιστεί ένα τσούρμο παιδιών με φόντο ένα χωριό τη δεκαετία του ΄80. Καθώς η αφήγηση θα ξεδιπλώνεται, ο αναγνώστης θα ανακαλύψει ότι ο θεματικός άξονας διευρύνεται με αποτέλεσμα να μην μπορεί εύκολα κανείς να κατατάξει κάποια ως κυρίαρχη θεματική του.

Μέσα από τη σταδιακή αποκάλυψη των καλά κρυμμένων μυστικών μιας οικογένειας, θα αποκαλυφθεί μια ιστορία ενδοοικογενειακής βίας με τραγική κατάληξη για όλα τα μέλη της.

Στο σημείο αυτό αξίζει να επισημάνουμε ότι, αν και από τη μεταπολίτευση και μετά το παιδικό μυθιστόρημα ανανεώνεται, τολμά και υιοθετεί νέες θεματικές και τεχνικές, ρεαλιστικούς τρόπους γραφής, εντούτοις κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι για να έχουμε όχι μόνο μεταφρασμένα έργα αλλά και δικούς μας συγγραφείς που μιλούν μέσα από τα βιβλία τους για θέματα όπως αυτό που πραγματεύεται το βιβλίο: την ενδοοικογενειακή βία.

Θα σταθώ ιδιαίτερα στον τρόπο που η συγγραφέας επιλέγει να φωτίσει τις σκοτεινές πλευρές του ανείπωτου: σε αυτή την ιστορία, χωρίς περιττά λόγια αλλά μέσα από τις πράξεις και τις λακωνικές φράσεις των ενηλίκων, φαίνεται ότι η καταγγελία των περιστατικών και η απόδοση ευθυνών στις κλειστές παραδοσιακές κοινότητες, ειδικά όταν δεν αφορούν μόνο ένα πρόσωπο, δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση. Με έναν βουβό τρόπο που περνά στο συλλογικό ασυνείδητο καθιστούν αυτές τις τραγικές ιστορίες ένα μυστικό που η κοινότητα διαφυλάττει με ευλαβικό τρόπο. Είναι στις αρετές του βιβλίου αυτή η οπτική ανάμεσα σε όλα τα άλλα που έχω διαβάσει στο είδος του.

Στην αρχή με κέρδισε η περιγραφή του λόφου και περισσότερο το εικονοποιητικό σθένος της λέξης πλοκάμι. Ήταν τόσο δυνατή αυτή η παρομοίωση για τον αγωγό που κατέβαινε από τον λόφο στις παρυφές του χωριού και εξελίσσεται σε δομικό στοιχείο της αφήγησης.

 

«Ένας λόφος ήταν.

Το χωριό έγερνε πάνω του.

Είχε κι ένα σωλήνα νερού.

Ένα τσιμεντένιο πλοκάμι που ξεπηδούσε μέσ’ από τη γη, ορθωνόταν σαν τείχος και μετά βουτούσε πάλι στο χώμα».

 

Η αφήγηση κινείται αμφίδρομα ανάμεσα σε δύο αντιθετικές έννοιες: της κίνησης και της ακινησίας: Η μία προκαλεί την άλλη. Όχι μόνο στα συμβάντα αλλά και στην ίδια τη φύση που συμπορεύεται με τα φυσικά στοιχεία της στην εξέλιξη της ιστορίας. Μαζί με το επαναλαμβανόμενο μοτίβο της δοκιμασίας που θα συναντήσουμε συχνά σε έργα που περιέχουν στοιχεία εξελικτικά ή ωρίμασης, η αφήγηση προχωρά και δομεί ένα σύμπαν κυκλωτικό. Τα πάντα θα γυρίσουν εκεί που ξεκίνησαν: στην ακινησία, μόνο για τη μικρή Θεοδώρα τίποτα δεν θα είναι το ίδιο.

Δύο θεωρώ πως υπήρξαν οι κύριες δυσκολίες για τη συγγραφέα: η αναπαράσταση του παιδικού εαυτού από μια ενήλικα και η διαχείριση ενός υλικού προκειμένου να παραμείνει στη συγγραφική πρόθεση, στο να κατασκευάσει δηλαδή μια ιστορία μυστηρίου που να κινεί το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Και τις δύο η συγγραφέας αποφασίζει να τις διαχειριστεί επιλέγοντας σαν εσωτερικό χωροχρόνο το καλοκαίρι, χρόνος διεύρυνσης για ένα παιδί του εγώ και του κόσμου του και τη δεκαετία του ΄80, ένας γνώριμος τόπος μνήμης όπου πιο εύκολα η συγγραφέας μπορεί να ανασύρει  και να ανασυστήσει τον παιδικό της εαυτό.

 

Σε αυτό το βιβλίο ξεχώρισα τους  χαρακτήρες, όλοι προσεκτικά διαλεγμένοι, που σταδιακά παίρνουν τη θέση τους στην επαρχιακή τοιχογραφία των χαρακτήρων του αφηγήματος. Η συγγραφέας από τις πρώτες σελίδες μάς συστήνει το τσούρμο: Είναι παιδιά που τριγυρνούν ελεύθερα στη φύση, κάποια εξοικειωμένα με τη σφαγή των ζώων. Θυμήθηκα τη σκληρή σκηνή της σπηλιάς στην κινηματογραφική ταινία του 1962 ο Πόλεμος των κουμπιών του Ιβ Ρομπέρ βασισμένη στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Λουί Περγκό, εκεί που τα παιδιά προσπαθούν να βγάλουν την αλεπού από τη φωλιά της για να τη σκοτώσουν και να πάρουν τη γούνα της, σκηνές μιας παιδικής πλευράς ανάλγητης στο αδύναμο πλάσμα, θυμηθείτε και τα παιδιά που ρίχνουν με τις σφεντόνες τους πέτρες στα πουλιά στην ταινία το Κίτρινο καναρίνι. Στο τσούρμο ανήκει ο Γιάννης που βοηθά τον πατέρα του στο χασάπικο, ο Στάθης που σε χτυπάει για το τίποτα, ο Ελπίδος, η Θαλασσινή, η Λέττα και άλλα παιδιά μεγαλύτερα και μικρότερα που βιώνουν το καλοκαίρι σαν αγρίμια, άλλοτε με έναν περιπετειώδη άλλοτε με έναν βίαιο και οργισμένο τρόπο:

 

«Όλη μέρα τριγυρνούσαμε. Τα μεσημέρια μαζευόμασταν.

Το απόγευμα ξαμολιόμασταν και πάλι. […]

Κάναμε ένα σωρό, Κι όλα στα κρυφά. Σκαρφαλώναμε στα δέντρα, κυνηγιόμασταν στα χωράφια με τα στάρια, κόβαμε φρούτα από τα ξένα περιβόλια κι από τους κήπους τα πιο όμορφα τριαντάφυλλα.

Οι μεγάλοι κάπνιζαν για πλάκα. Κι εγώ.

Αυτό ήταν το τσούρμο».

 

Η μικρή Θεοδώρα, κεντρική ηρωίδα, προφανώς με αυτοαναφορικά στοιχεία της συγγραφέα που της δανείζει το όνομά της, θα βρεθεί το καλοκαίρι των 12 χρόνων της στο χωριό που μένει η συνονόματη γιαγιά της. Δεν είναι η πρώτη φορά που βρίσκεται εκεί, έχει μια ιδιαίτερη σχέση με τη γιαγιά και το τοπίο.

Το τσούρμο του χωριού έχει τους δικούς του κώδικες και αυτή είναι μέλος του, με κάθε τίμημα, με όποια δοκιμασία της επιβάλλουν.

«Ήταν ένα τσούρμο παιδιά. Σκληρά παιδιά χωριατόπαιδα. Όλη την ώρα με φοβέριζαν πως θα με δείρουν.

“Άμα σε πιάσουμε, θα δεις τι έχεις να πάθεις!”

Μου έβαζαν τρικλοποδιές για να φάω τα μούτρα μου. […]

Τα νύχια τους ήταν καφέ και στα γόνατά τους είχαν κάπαλα»

 

Η συγγραφέας χρησιμοποιεί στην αφήγησή της στοιχεία από λαϊκούς θρύλους, δοξασίες, καθώς και των μαγικών παραμυθιών, όπως το μοτίβο του δάσους, οι δοκιμασίες και οι μεταμορφώσεις. Από την αρχή φαίνεται ότι το κορίτσι δεν διστάζει να επιδείξει τολμηρή  συμπεριφορά που κάποτε φτάνει και στην πρόκληση προκειμένου να αποδείξει το θάρρος της.

Η πρώτη δοκιμασία για την οποία θα πληροφορηθεί ο αναγνώστης είναι αυτή που η μικρή Θεοδώρα μπαίνει μέσα στο δάσος. Θα ακολουθήσουν και άλλες δοκιμασίες θάρρους που σηματοδοτούν και την αναμέτρηση με τον ίδιο της τον εαυτό, όπως αυτή στο νεκροταφείο όπου ο φόβος απλώνεται στο σκηνικό της νύχτας ή στο σπίτι του αγριάνθρωπου.

Η ιστορία της Γεωργίτσας, που θα θέσει την ηρωίδα σε νέες περιπέτειες, κινεί αμέσως το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Ανήκει στις ιστορίες που αφορούν στο παρελθόν του χωριού οι οποίες προφανώς έχουν πέσει στην αντίληψη των παιδιών από συζητήσεις των μεγάλων που έχουν κρυφακούσει, με τις ασάφειες και τα υπονοούμενά τους γιγαντώνονται στο μυαλό των παιδιών που συμπληρώνουν τα κενά τους με μια οργιαστική φαντασία.

Η υπόθεση εξαφάνισης της Γεωργίτσας πλέκεται γύρω από τον μέθυσο πατέρα της που τώρα ζει σε ένα σπίτι που μυρίζει εγκατάλειψη, που δεν μπορεί να διαχειριστεί την ύπαρξη του επιληπτικού γιού του, ένας αγριάνθρωπος που ξεσπούσε βίαια στις γυναίκες της οικογένειας που δεν υπάρχουν πια. Η Γεωργίτσα, η μεγαλύτερη σε ηλικία αδερφή του Θέμη, τον προστάτευε από τη βαναυσότητα του πατέρα και την απόρριψη των άλλων παιδιών. Στο παρόν της ιστορίας τα μυστικά και ψέματα, η κακοποίηση των γυναικών για την οποία κανένας δεν μιλά, πυροδοτούν τη φαντασία των παιδιών που ανάγουν την ιστορία της Γεωργίτσας σε ένα άλυτο μυστήριο διανθισμένο με λάμιες, φαντάσματα και άλλα εξωκοσμικά στοιχεία.

Μορφές σαν τη θεία Κοντύλω με την ψηλόκορμη θωριά της και τον παπα-Γρηγόρη μπλέκονται στο μυστικό της οικογένειας. Το χωριό θα αρνηθεί να ικανοποιήσει την περιέργεια των παιδιών που χρόνια τα κατατρώει με το σκεπτικό των μεγάλων που εκφράζει η γιαγιά Θεοδώρα:

«Άκου να σου πω, δεν είναι για σένα αυτά! Τα παιδιά δεν ξέρουν τι λένε!».

Ο Θέμης θα πάρει τον ρόλο του τρελού του χωριού και επειδή «από μικρό και από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια» το μυστικό θα αποκαλυφθεί από αυτόν και μαζί με αυτό μια τραγική ιστορία.

Αλλά και άλλα έμψυχα όντα μπαίνουν στο πάνθεο  των χαρακτήρων, όπως η παρέα των αδέσποτων σκυλιών που διαπερνά την αφήγηση σαν σε κινηματογραφικό πλάνο:  ο Κολλητσίδας που ακολουθούσε τον παπα-Γρηγόρη γιατί τον τάιζε και μια φορά μπήκε σε έναν Επιτάφιο στην εκκλησία και έκαναν αμάν για να τον βγάλουνε έξω, ο Μελέτης που είχε το όνομα του αφεντικού που τον χτυπούσε και μια μέρα το έσκασε και από τότε «όταν οσμιζότανε ξύλο γινόταν καπνός», πιο πολύ η Πατσαβούρα, το αδέσποτο σκυλάκι, που το άψυχο κορμάκι του χτυπημένο θανάσιμα από κάποιον χωριανό γίνεται η αφορμή να έρθει στο φως η κρυμμένη αλήθεια του θανάτου της Γεωργίτσας. Ο Θέμης, απαρηγόρητος από τον χαμό του, θα θελήσει να το θάψει κάτω από τη μουριά, τόπο μνήμης της σκοτωμένης του αδερφής.

Ο σύμμαχος «Τρίχας», που θα γίνει ο άγγελος κακών επών στη γιαγιά αλλά ταυτόχρονα θα δώσει μια ευκαιρία να παρουσιαστούν άλλες πτυχές του χαρακτήρα της ψυχρής και σκληρής γυναίκας που θα σταθεί χωρίς έλεος μπροστά σε όποιον απειλήσει την ακεραιότητα της εγγονής της:

 

«Τι συνέβη; ρώτησε ο αστυνόμος.

Πριν προλάβει να του απαντήσει η γιαγιά σήκωσε τη μαγκούρα της για να χτυπήσει τον αγριάνθρωπο. Στο τσακ τον γλύτωσε ο αστυνόμος απλώνοντας το χέρι του την τελευταία στιγμή.

“Μακριά απ΄ την εγγονή μου, Τάσο” […] Μόνο αυτό έχω να σου πω»

λέει στον αγριάνθρωπο όταν μαθαίνει πως σήκωσε τη μαγκούρα του για να τη χτυπήσει τη μέρα που η μικρή μπήκε κρυφά στο σπίτι του για να του εκμαιεύσει την αλήθεια για τον θάνατο της Γεωργίτσας.

Αυτή η ιδιαίτερη σχέση που αναπτύσσει η γιαγιά με τη μικρή Θεοδώρα πόσο όμορφα αποτυπώνεται με τη δαντέλα:

«Θα μου μάθεις βελονάκι, γιαγιά;

Τι το θες;

Να πλέκω σαν και σένα. Δαντέλες!

Πώς να στο μάθω; Δεν ξέρω πώς!

Πλέκε αργά κι εγώ θα κοιτάω».

 

Και αργότερα, όταν θα έχουν όλα αποκαλυφθεί, στην αγωνία της μικρής αν της κρατά θυμό για ό,τι έγινε, η γιαγιά τη στέλνει να φέρει ζάχαρη από τη Μελετία και να πάρει και παγωτό. Τότε έρχεται η εικονογράφος και συγκινητικά κλείνει το κεφάλαιο με ένα κομμάτι πλεχτής δαντέλας, υποδηλώνοντας τους συναισθηματικούς, ψυχικούς δεσμούς των δύο γυναικών.

Ο κόσμος των παιδιών-ο κόσμος των μεγάλων. Να δίνεις στα παιδιά έναν κόσμο με χαρακτήρες που κινούν συναισθήματα, από αυτούς που θα πάρεις μαζί σου φεύγοντας, αφού ρίξεις μια τελευταία ματιά στο εξώφυλλο για να αναστοχαστείς, σαν τον Θέμη, τον αγριάνθρωπο, τη θεια Κοντύλω, τη γιαγιά Θεοδώρα.

Στο τέλος και για να επιβεβαιωθεί το παπαδιαμαντικό Σαν να ‘χαν τα πάθια κι οι καημοί του κόσμου τελειωμό, ο πατέρας θα αυτοκτονήσει κρατώντας στο χέρι του τα χαμένο σκουλαρίκι της μικρής Θεοδώρας, μόνος του στην αποθήκη του σπιτιού φωνάζοντας να θάψουν επιτέλους το άτυχο κορίτσι κανονικά να αναπαυτεί η ψυχή της, μην αντέχοντας να ζει άλλο στη σκιά αυτής της τραγωδίας.

Τα γεγονότα θα οδηγήσουν τη μικρή Θεοδώρα στο να κατανοήσει ότι οι ιστορίες και τα μυστικά τους, όσο υπάρχουν άνθρωποι ζωντανοί που εμπλέκονται σε αυτά, δεν ανήκουν στο παρελθόν, όπως εσφαλμένα πιστεύουμε, δεν είναι καν παρελθόν, είναι παρόν. Και αυτό το συμπέρασμα δεν προσπαθεί να το περάσει στα παιδιά εκμαιεύοντας συναισθήματα η συγγραφέας, το διατυπώνει έτσι απλά μεταφέροντας την αίσθηση.

 

Στην εικονογράφηση θα σταθώ ιδιαίτερα στην αναπαράσταση των στοιχείων του ζωικού, φυτικού κόσμου και της ανόργανης ύλης: το τζιτζίκι, η πέτρα, τα γαϊδουράγκαθα, οι πευκοβελόνες.

Αυτό που με κέρδισε ήταν η αμεσότητα της απεύθυνσης, ένας τρόπος αφήγησης τόσο προσωπικός και συνάμα τόσο οικείος ώστε ακόμα και αν οι προσλαμβάνουσες σου δεν κατόρθωναν να σε κάνουν να επικοινωνήσεις με τον μικρόκοσμο της επαρχίας και τα σήματα της εποχής (γουόκμαν, τραγούδια των Αχά και των Ντουράν Ντουράν) είχες  απλά να απολαύσεις την ανάγνωση μιας καλοδουλεμένης ιστορίας ενηλικίωσης ή εισόδου στη εφηβεία.

Κλείνοντας θα ήθελα ιδιαίτερα να αναφερθώ στην τεχνική γραφής του που ανανεώνει το νεανικό-εφηβικό μυθιστόρημα. Η πυρηνική δομή των προτάσεων και η ταυτόχρονη πύκνωση των νοημάτων, το ενεργητικό ρήμα, οι τίτλοι των κεφαλαίων, η απουσία εκτεταμένων περιγραφικών μερών με επιθετικούς προσδιορισμούς που κουράζουν τον αναγνώστη και τον αποπροσανατολίζουν από τη ροή της αφήγησης δίνουν μια θεατρική ενίοτε ποιητική μορφή στο κείμενο, προφανώς προϊόν της θεατρικής παιδείας της συγγραφέα.

Το Γκούρι, μια νουβέλα με στοιχεία μυθιστορήματος ενηλικίωσης, που βραβεύτηκε διπλά με το πρώτο βραβείο φέτος από έγκριτες επιτροπές έχω την αίσθηση ότι ήρθε για να μείνει, θα αποτελέσει μια βέβαιη αναγνωστική πρόταση, ένα crossover κείμενο που με την οπτική στο θέμα που πραγματεύεται, καθώς και τη νεοτερική ματιά στην τεχνική της γραφής θα ευτυχήσει της ανάγνωσής του τόσο από παιδιά όσο και από ενήλικους αναγνώστες.

 

*Η Σίσσυ Τσιφλίδου είναι εκπαιδευτικός, Δρ Παιδικής Λογοτεχνίας και μέλος του Δ.Σ. του Διεπιστημονικού σωματείου Διαβάζοντας Μεγαλώνω.

 

 

 

Θεοδώρα Κατσιφή, Γκούρι σημαίνει πέτρα, Εικ. Ευγενία-Πατρίτσια Δεληγιάννη, Εκδ. Καλειδοσκόπιο, 2021.

Βρες το εδώ

Προηγούμενο άρθροΙφιγένεια και Ηλέκτρα με φάλτσα (της Όλγας Σελλά)
Επόμενο άρθροTerry Eagleton: Έχουμε πολιτικό καθήκον να είμαστε δημοφιλείς (συνέντευξη στην Αλεξάνδρα Σαμοθράκη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ