Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες: Από τη δημοσιογραφία στη λογοτεχνία (του Φίλιππου Φιλίππου)

0
229

του Φίλιππου Φιλίππου

 

 

Ως γνωστόν, ο σπουδαίος Κολομβιανός συγγραφέας, ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, ένας από τους σημαντικότερους της Λατινικής Αμερικής –μαζί με τους  Κάρλος Φουέντες, Γιόσα και Χούλιο Κορτάσαρ αποτελούν τους τέσσερις του μεγάλους λογοτεχνικού μπουμ –, εργάστηκε πολλά χρόνια ως δημοσιογράφος. Στον τόμο Το σκάνδαλο του αιώνα περιλαμβάνονται πενήντα δημοσιογραφικά κείμενά του, αντιπροσωπευτικά της πολυετούς καριέρας του στον Τύπο, όχι μόνο της πατρίδας του της Κολομβίας –δημοσίευσε κείμενα και αλλού, λ.χ. στην El Pais της Μαδρίτης. Όπως γράφει στον Πρόλογό του, ο Τζον Λι  Άντερσον, «η δημοσιογραφία υπήρξε κατά κάποιον τρόπο ο πρώτος του έρωτας», αυτό το επάγγελμα του έδωσε τη δυνατότητα να βιοποριστεί από το γράψιμο, μάλιστα κάποτε έφθασε στο σημείο να πει πως η δημοσιογραφία ήταν η «καλύτερη δουλειά του κόσμου».

Το 1947, πρωτοετής στο Εθνικό Πανεπιστήμιο της Μπογκοτά, ο Μάρκες δημοσίευσε τα πρώτα του κείμενα στην εφημερίδα El  Espectador (O Θεατής). Μπήκε στη Νομική Σχολή για να ευχαριστήσει τον πατέρα του αλλά ήθελε να γίνει συγγραφέας. Την ίδια εποχή βίωσε τη βία, καθώς το 1948 δολοφονήθηκε ο χαρισματικός φιλελεύθερος πολιτικός ηγέτης Χόρχε Ελιέσερ Γκαϊτάν με αποτέλεσμα να προκληθεί πολυήμερη λαϊκή εξέγερση, ένας μικρός εμφύλιος πόλεμος, που ονομάστηκε «Η βία». Συγκρούστηκαν φιλελεύθεροι και συντηρητικοί, σκοτώθηκαν κάπου διακόσες χιλιάδες άνθρωποι κι η Κολομβία μπήκε σε μια διαρκή κατάσταση αιματηρών αντιπαραθέσεων.

Σύντομα, κι ενώ εγκαταστάθηκε στην Καρταχένα και μετά στην Μπαρανκίγια, ο Μάρκες εγκατέλειψε τις σπουδές του κι αφιερώθηκε στη γραφή. Εκείνη την εποχή, χρόνια μαθητείας, άρχισε να και τελείωσε το πρώτο του μυθιστόρημα του, τα Ανεμοσκορπίσματα. Έπειτα επέστρεψε στην Μπογκοτά, έγραψε σε μια εφημερίδα τα πρώτα του διηγήματα, αλλά και το δραματικό ρεπορτάζ Η αφήγηση ενός ναυαγού, με το όποιο καθιερώθηκε ως χρονογράφος εθνικής εμβέλειας. Ωστόσο, το συγκεκριμένο ρεπορτάζ τάραξε την κοινωνία τη Κολομβίας, επειδή ο διασωθείς ναυαγός –όλοι οι άλλοι πνίγηκαν– αποκάλυψε πως το  πολεμικό πλοίο δεν είχε βυθιστεί εξαιτίας της θύελλας, αλλά επειδή κουβαλούσε παραπανίσιο λαθραίο φορτίο. Τότε ο εκδότης της εφημερίδας έστειλε τον Μάρκες στην Ευρώπη για να τον απομακρύνει από τους κινδύνους που διέτρεχε. Ήταν η πρώτη φορά που ο μελλοντικός νομπελίστας έβγαινε από τη χώρα του.

Στα δυόμισι χρόνια που έζησε στην Ευρώπη ως περιοδεύων ανταποκριτής της εφημερίδας El Espectador επισκέφτηκε αρκετές χώρες κι έστειλε πολλά ρεπορτάζ, γραμμένα με αιχμηρό τρόπο, ανάμικτο με μια ειρωνεία που έσπαγε κόκαλα. Επέστρεψε στην Κολομβία το 1957, εργάστηκε σε περιοδικό του Καράκας της Βενεζουέλας, της οποίας ο δικτάτορας, ο Μάρκος Πέρες Χιμένες, έπεσε το 1958, ύστερα από μια λαϊκή εξέγερση. Ήταν η πρώτη πτώση δικτατορίας στη Λατινική Αμερική, την οποία κυβερνούσαν σχεδόν αποκλειστικά δικτάτορες.

Επέστρεψε στην Μπαρανκίγια για να παντρευτεί την Μερσέδες, την οποία είχε ερωτευτεί λίγα χρόνια πριν. Άρχισε να δημοσιεύει άρθρα σε έντυπα που φανέρωσαν για μια φορά ακόμα την ικανότητά του να ανασυνθέτει τα δράματα της καθημερινής ζωής στη χώρα, δίνοντας τους όχι μόνο λογοτεχνικότητα αλλά και σασπένς σχεδόν χιτσκοκικού στιλ.

Τον Ιανουάριο του 1959 πήγε στην Κούβα, όπου ο επαναστατικός στρατός του Φιδέλ Κάστρο είχε ρίξει τον δικτάτορα Φουλχένσιο Μπατίστα και είχε πάρει την εξουσία. Δέθηκε με φιλία με τον Κάστρο και δημιούργησε στην Αβάνα το Κέντρο Κινηματογράφου. Το 1968 η έκδοση του μυθιστορήματος Εκατό χρόνια μοναξιά του χάρισε παγκόσμια φήμη και στη συνέχεια αυτός και η οικογένειά του απόλαυσαν οικονομική σταθερότητα που του επέτρεψε να γίνει υποστηρικτής του νέου κουβανικού καθεστώτος, το οποίο σύντομα απέκτησε έναν πανίσχυρο εχθρό: τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στο χρονογράφημά του «Οι Κουβανοί αντιμέτωποι με τον αποκλεισμό» χρησιμοποίησε τα αφηγηματικά του χαρίσματα για να δώσει στους αναγνώστες να καταλάβουν τις συνέπειες του αποκλεισμού, γνωστού ως «εμπάργκο», που επιβλήθηκε στην Κούβα. Εξαιτίας κειμένων σαν αυτό του ασκήθηκε σφοδρή κριτική από τον δεξιό Τύπο στις ΗΠΑ και στη Λατινική Αμερική, ενώ ορισμένοι τον κατηγόρησαν ως προπαγανδιστή του κουβανικού καθεστώτος και ως «χρήσιμο ηλίθιο» του Κάστρο.

Τα κείμενα που δημοσιεύονται στον παρόντα τόμο επιλέχθηκαν από τον Κριστόμπαλ Πέρα, ο οποίος στο σημείωμά του τονίζει πως ήθελε να προσφέρει στους αναγνώστες της μυθοπλασίας του ένα δείγμα της δημοσιογραφικής δουλειάς του Μάρκες σε εφημερίδες και περιοδικά, που ήταν καρπός του επαγγέλματος, το οποίο θεωρούσε θεμέλιο του έργου του. Όπως διευκρινίζει ο επιμελητής, στα κείμενα αυτά εμφανίζεται η λανθάνουσα αφηγηματική τάση μεταξύ λογοτεχνίας και δημοσιογραφίας που μας προσφέρει τη δυνατότητα να απολαύσουμε τη μαεστρία του «παραμυθά» Μάρκες.

Ανάμεσα στα καλύτερα ρεπορτάζ-διηγήματα περιλαμβάνεται το «Ο δολοφόνος των μοναχικών καρδιών», όπου ένα ερωτικό ζευγάρι  μπλέκει με μια χήρα και καταλήγει στη φυλακή. Άλλο είναι «Το χτύπημα των Σαντινίστας», όπου ο συγγραφέας αφηγείται την κατάληψη του Εθνικού Μεγάρου της Μανάγουας, της πρωτεύουσας της Νικαράγουας, από μια ομάδα τολμηρών νεαρών ανταρτών Σαντινίστας –υπήρχε ανάμεσά τους μόνο μια γυναίκα–, που αποφάσισαν να κρατήσουν ομήρους τα μέλη της Βουλής των Αντιπροσώπων με αντάλλαγμα την απελευθέρωση όλων των πολιτικών κρατουμένων.

Τρίτο άριστο δείγμα γραφής είναι το κείμενο «Το σκάνδαλο του αιώνα» που δίνει τον τίτλο στο παρόν βιβλίο. Πρόκειται για μια ιστορία ενός εγκλήματος, που είναι ρεπορτάζ γραμμένο ως αστυνομική νουβέλα –απλώνεται σε 73 σελίδες–, και αφορά την εξαφάνιση στη Ρώμη μιας νεαρής, της Βίλμα Μοντέζι, το 1953. Έπειτα η κοπέλα βρίσκεται νεκρή, οπότε αρχίζουν οι έρευνες: ατύχημα, αυτοκτονία ή ανθρωποκτονία; Στην υπόθεση εμπλέκονται πρόσωπα της καλής κοινωνίας, μερικοί συλλαμβάνονται κι ύστερα γίνεται η δίκη τους. Τελικά, τα πράγματα δεν είναι ξεκάθαρα, παραμένουν πολλά ερωτηματικά, το μυστήριο δεν ξεδιαλύνεται, ενώ ο Μάρκες αναδεικνύεται ως σπουδαίος δημοσιογράφος-ερευνητής-αναλυτής.

Πλημμυρισμένο από σκέψεις για τη δημοσιογραφία και τη λογοτεχνία, τούτο το βιβλίο του Μάρκες θα ενθουσιάσει τους αναγνώστες αλλά και συγγραφείς που είναι προβληματισμένοι σχετικά με τη λογοτεχνία. Στο κείμενο «Εντάξει λοιπόν, ας μιλήσουμε για λογοτεχνία» βρίσκουμε μια υπέροχη φράση του: «…το μοναδικό καλύτερο από το να μιλάς για τη λογοτεχνία είναι να τη γράφεις καλά».

 

Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, Το σκάνδαλο του αιώναΜετάφραση Μαρία Παλαιολόγου, Εκδόσεις Ψυχογιός

Βρες το εδώ

 

Προηγούμενο άρθροΜαρία Λαϊνά: μπροστά στην ομορφιά, μπροστά στη θάλασσα, δεν μπορώ να γράψω(συνέντευξη στην Αλεξάνδρα Σαμοθράκη)
Επόμενο άρθροΜυστήρια παντός καιρού και πάσης εποχής (της Ελένης Γεωργοστάθη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ