Γιώργος Παναγιωτάκης: Το χιούμορ φωτίζει περισσότερες πτυχές

0
378

Συνέντευξη στον Βασίλη Παπαθεοδώρου.

Στα βιβλία σου  (όπως και στο Παράσταση για κλάματα) το βασικότερο ρόλο κατέχει το χιούμορ. Στην Ελλάδα δεν γράφουν πολλοί με άξονα το χιούμορ, περισσότεροι είναι αυτοί που βάζουν έντονα συγκινησιακά στοιχεία στα βιβλία τους. Σε σχέση με τα μηνύματα και τις διαφορετικές αναγνώσεις που μπορούν να γίνουν στο βιβλίο, το έντονο χιούμορ υστερεί έναντι της συγκίνησης;

Πιστεύω πως η διαχωριστική γραμμή δεν βρίσκεται ανάμεσα στη συγκίνηση και το χιούμορ, αλλά ορίζεται σε σχέση με την ποιότητα αυτών των δύο. Η γνήσια συγκίνηση και το καλό χιούμορ βρίσκονται στην ίδια πλευρά. Κάποιες φορές, μάλιστα, το ένα εμπεριέχει το άλλο . Και τα δύο είναι δύσκολη υπόθεση. Απαιτούν κόπο, γνώση, ειλικρίνεια, ξεγύμνωμα, προσωπική ματιά κλπ. Στην απέναντι όχθη βρίσκονται η εύκολη, ανέξοδη συγκίνηση και το φτηνό χιούμορ ή το χωρατό. Αυτά επιτυγχάνονται με σχετική ευκολία, κάτι που εξηγεί το γιατί τα συναντάμε τόσο συχνά. Σε ό,τι αφορά το δεύτερο σκέλος της ερώτησης, πρέπει να πω ότι γενικά είμαι εναντίον των «μηνυμάτων». Δεν θέλω τα γραπτά μου να δίνουν διδαχές ή να χειραγωγούν τον αναγνώστη. Αντίθετα, επιδιώκω τα βιβλία μου να προσφέρουν τη δυνατότητα διαφορετικών αναγνώσεων και σ’ αυτόν τον τομέα έχω την υποψία ότι το χιούμορ υπερτερεί έναντι της συγκίνησης. Μπορεί να φωτίσει περισσότερες πτυχές και να δώσει τη δυνατότητα για απρόσμενες, πιο «λοξές» αναγνώσεις.

 Το Παράσταση για κλάματα είναι βιβλίο που εντάσσεται στην σειρά «Αταξίες στη τάξη». Γράφεις όμως και αυτοτελή μυθιστορήματα. Ποιες οι προκλήσεις και οι δυσκολίες των δύο ειδών που αντιμετωπίζεις; Τι από τα δύο προτιμάς;

Νομίζω ότι οι διαφορές δεν είναι και τόσο μεγάλες. Σε μια σειρά, όπως είναι οι Αταξίες στην Τάξη, πρέπει να χτίσεις από την αρχή έναν ολόκληρο κόσμο με συγκεκριμένους κανόνες αλλά και να ορίσεις κάποιες συμβάσεις τις οποίες οφείλεις να τηρείς ώστε ο αναγνώστης που ακολουθεί τη σειρά να νιώθει πως βρίσκεται σε οικείο περιβάλλον. Η μεγάλη πρόκληση στη συνέχεια, είναι να καταφέρνεις να πρωτοτυπείς μέσα σε αυτό το περιβάλλον. Να εξελίσσεις τους ήρωες από βιβλίο σε βιβλίο και να εντάσσεις καινούρια στοιχεία, χωρίς όμως να ξεφεύγεις από τα αρχικά όρια. Ένα μυθιστόρημα, ιδίως αν είναι πολυσέλιδο,έχει πολύ μεγαλύτερες δυσκολίες σε ό,τι αφορά τη δομή και τη σύνθεση. Επίσης, συναντάς περισσότερα αφηγηματικά εμπόδια, περισσότερες κακοτοπιές. Όμως και εδώ καλείσαι εξαρχής να οργανώσεις και να ορίσεις έναν κόσμο που θα γίνει αποδεκτός και πιστευτός από τον αναγνώστη. Μάλιστα, αυτό πρέπει να γίνει από τις πρώτες κιόλας σελίδες –ίσως και από τις πρώτες αράδες. Τώρα, ποιο από τα δύο προτιμώ δεν μπορώ να απαντήσω με βεβαιότητα. Το κάθε «είδος» έχει τις δικές του χάρες. Όταν γράφεις ή διαβάζεις ένα βιβλίο που εντάσσεται σε σειρά είναι σαν να πηγαίνεις διακοπές σε έναν τόπο που γνωρίζεις και αγαπάς. Το αυτοτελές μυθιστόρημα από την άλλη, θυμίζει ταξίδι σε έναν άγνωστο προορισμό. Είναι ίσως πιο ενδιαφέρον αλλά και πιο επικίνδυνο. Μπορεί να βρεθείς σε αχαρτογράφητα νερά και σε καταστάσεις που πιθανόν να μην μπορείς να διαχειριστείς -είτε σαν συγγραφέας είτε σαν αναγνώστης.

   Στα βιβλία σου που απευθύνονται σε παιδιά του Δημοτικού, ο ρεαλισμός είναι πιο εμφανής σε σχέση με τα γραπτά που απευθύνονται σε μεγαλύτερες ηλικίες, όπου το φαντασιακό στοιχείο είναι πιο σημαίνον (παράδειγμα το πρόσφατο μυθιστόρημα σου «Αλάστρα. Το βιβλίο των δύο κόσμων»). Ενδεχομένως να πιστεύουμε οι περισσότεροι πως θα έπρεπε να είναι αντίστροφα. Οι συνδυασμοί αυτοί είναι συνειδητοί;

Στη σειρά Αταξίες στην Τάξη, ένα από τα στοιχήματα ήταν να περιγράψω με λογοτεχνικούς όρουςόσα συμβαίνουν σε ένα ελληνικό δημοτικό σχολείο του σήμερα. Ο ρεαλισμός λοιπόν ήταν απαραίτητος, ώστε οι αναγνώστες να δουν τον αντικατοπτρισμό του δικού τους κόσμου, τον οποίο γνωρίζουν πολύ καλά. Αντίθετα,στην Αλάστρα, όπως και στα παλαιότερα μυθιστορήματά μου (τον Μικρόκοσμο ή το Μυστικό της Άτυχης Πέστροφας) το ζητούμενο εξαρχής ήταν να φτιαχτεί ένας,λίγο πολύ,φανταστικός κόσμος με τρόπο όμως που όσα συμβαίνουν εκεί μέσα θα μοιάζουν απολύτως λογικά και ρεαλιστικά.Κάθε βιβλίο λοιπόν έχει τις δικές του ανάγκες και με έναν περίεργο τρόπο σε αναγκάζει να τις σεβαστείς. Η ηλικία του πιθανού αναγνώστη δεν παίζει για μένα κανένα ρόλο σ’ αυτό το επίπεδο. Πάντως, τώρα που το σκέφτομαι, ίσως η φαντασία να μάς χρειάζεται όλο και περισσότερο όσο μεγαλώνουμε και εισχωρούμε θέλοντας και μη στην πεζότητα της καθημερινότητας.

  Στα βιβλία της σειράς «Αταξίες στην τάξη» θίγονται διάφορα κοινωνικά θέματα που έχουν σχέση με την αποδοχή του άλλου, τον ρατσισμό, τον ανταγωνισμό. Μεταξύ του διαβρωτικού και ανατρεπτικού χιούμορ και του «politically correct», τι θα βάραινε πιο πολύ στη σκέψη σου; Μπορούν αυτά τα δύο να συνυπάρχουν;

Οι ιστορίες της σειράς διαδραματίζονται σε ένα ελληνικό πολυπολιτισμικό σχολείο. Ανάμεσα στα είκοσι ένα παιδιά της τάξης, υπάρχουν και παιδιά με καταγωγή από την Αλβανία, την Ινδία, τη Σενεγάλη κ.α. τα οποία δεν έχουν διακοσμητικούς ρόλους αλλά συχνά πρωταγωνιστούν. Έτσι, προκύπτουν διαρκώς ζητήματα που σε φέρνουν αντιμέτωπο με το politicallycorrect –μια έννοια που είναι έτσι και αλλιώς αρκετά προβληματική. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις ακολουθώ πάντα την «αλήθεια» που φέρει ο κάθε ήρωας. Για παράδειγμα,στο βιβλίο «Παράσταση για κλάματα» ένας από τους ήρωες (ο πατέρας του οποίου έχει για ίνδαλμα τον Ιωάννη Μεταξά) χρησιμοποιεί κάποιες πολιτικά μη ορθές φράσεις όταν μιλάει για τους συμμαθητές του που κατάγονται απόάλλες χώρες. Είναι αναμενόμενο να κάνει κάτι τέτοιο, αν σκεφτούμε τον χαρακτήρα του και τις καταβολές του. Θα ήταν παράλογο αν ξαφνικά άρχιζε να μιλάει προσεκτικά και με σεβασμό. Και βέβαια δεν θα απέρριπτα ποτέ ένα καλό αστείο για χάρη του politicallycorrect. Όμως έτσι κι αλλιώς ένα καλό αστείο δεν μπορεί να είναι προσβλητικό –διαφορετικάδεν είναι καν αστείο. Επιπλέον, πιστεύω ότι τα βιβλία της σειράς αποπνέουν σεβασμό προς την ταυτότητα του άλλου και αυτό έχει τελικά σημασία. Το να κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας, το μόνο που μπορεί να καταφέρει είναι να χαλάσει μια καλή ιστορία.

Βραβεία: Καταξίωση, αναγνώριση, ματαιοδοξία, εμπορικότητα. Ποια η γνώμη σου γι’αυτά;

Είναι οπωσδήποτε σημαντικό να αναγνωρίζεται το έργο σου από ανθρώπους που διαθέτουναποδεδειγμένα γνώση και εμπειρία. Σε τιμά, σε χαροποιεί και σε πείθει πως βρίσκεσαι σε καλό δρόμο. Επίσης, μια βράβευση μπορεί -υπό προϋποθέσεις-να βοηθήσει την πορείατου βιβλίου. Να το οδηγήσει σε περισσότερα χέρια. Αυτά τα δύο κρατάω εγώ.

Παρακολουθείς την παραγωγή του παιδικού βιβλίου; Πώς την κρίνεις;

Μπορεί κανείς να διακρίνει διάφορα αντιφατικά στοιχεία. Σαφώς, ανάμεσα στα τριακόσια και περισσότερα βιβλία που εκδίδονται κάθε χρονιά, υπάρχουν πολλά που, κατά τη γνώμη μου,είναι είτε άτεχνα, είτε αφόρητα βαρετά. Παράλληλα υπάρχει μια τάση προς την ευκολία. Βλέπουμε δηλαδή ικανούς συγγραφείς να καταπιάνονται με μια έξυπνη ιδέα, αλλά να το κάνουν τελείως αβασάνιστα. Χωρίς να την εξελίσσουν, χωρίς να παιδεύονται λίγο σε ό,τι αφορά τη γλώσσα, το ύφος, τον ρυθμό, την οικονομία. Τελικά, με τη σύμπραξη μιας εντυπωσιακής εικονογράφησης θα βγει ένα ακόμη αξιοπρεπές, συμβατικό βιβλίο.  Όμως αυτό είναι το ζητούμενο; Από την άλλη πλευρά,υπάρχουν κάποιαβιβλία που είναι πραγματικά ζηλευτά καισε κάνουν να καταπιείς την γκρίνια σου. Βιβλία με τόλμη, πρωτοτυπία, δυνατή γραφή. Είναι βέβαια η μειοψηφία, αλλά έτσι συμβαίνει με όλα τα πράγματα στη ζωή. Το καλό (ή πιο σωστά αυτό που ο καθένας μας θεωρεί καλό) είναι δυσεύρετο.

Ακούγεται συχνά ότι «αυτό το βιβλίο μπορεί να το δουλέψει κανείς καλά στην τάξη». Πες μας τη γνώμη σου για τη σχέση βιβλίου-τάξης. Θεωρείς πολύ σημαντικό κάποιο βιβλίο να μπορεί να δουλευτεί καλά σε μια τάξη;

Έχοντας επισκεφτεί πολλά σχολεία και έχοντας εντυπωσιαστεί από την δουλειά κάποιων εκπαιδευτικών και μαθητών, δεν μπορώ παρά να πω:ναι, είναι σημαντικό. Αρκεί βέβαια να γίνεται με τον κατάλληλο τρόπο –γιατί όλοι μας έχουμε συναντήσει και κάποιες κωμικοτραγικές καταστάσεις. Όμως θεωρώ ότι αυτό το ζήτημα αφορά περισσότερο τους δασκάλους και τους μαθητές και λιγότερο εμάς τους συγγραφείς. Είναι παράλογο να γράφουμε έχοντας στο μυαλό μας αυτήν την διαδικασία. Να προσαρμόζουμε τις ιστορίες μας σε ένα μοντέλο. Να αποφεύγουμε τα δύσκολα θέματα ή να αυτολογοκρινόμαστε, εξαφανίζοντας κάθε «απαγορευμένη» λέξη. Να κινούμαστε μονοθεματικά ώστε να χωρέσουμε στην μόδα κάθε εποχής (σήμερα το μπούλινγκ, χτες η διαφορετικότητα, αύριο κάτι άλλο). Όλα τα παραπάνωαποτελούν,κατά τη γνώμη μου, έναν εξαιρετικό μπούσουλα για να φτιάξεις τελικά ένα κακό βιβλίο. Δυστυχώς, πολλά τέτοια βιβλία μπαίνουν στα σχολεία. Για το λόγο αυτό θαυμάζω ακόμη περισσότερο τους εκπαιδευτικούς που κάνουν τολμηρές επιλογές και δίνουν τη δυνατότητα στους μαθητές να συναντηθούν με κείμενα πολυεπίπεδα, τα οποία δεν ακολουθούν τον συρμό και δεν μπαίνουν σε κουτάκια.

 

Βιογραφικό

Ο Γιώργος Κ. Παναγιωτάκης έχει εργαστεί στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση και έχει γράψει σενάρια για ταινίες και βιντεοπαιχνίδια. Κείμενα και κριτικές του δημοσιεύονται σε έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα. Έχει γράψει μεταξύ άλλων τα μυθιστορήματα «Το μυστικό της άτυχης πέστροφας ή η βίβλος της αμφιβολίας» (Κέδρος, 2008), «Μικρόκοσμος» (Κέδρος, 2011)και «Αλάστρα. Το βιβλίο των δύο κόσμων» (Πατάκης, 2015). Από τις εκδόσεις Κέδρος κυκλοφορούν ακόμη το αφήγημα για παιδιά «Η θαυμαστή περιπέτεια του Φρατζολάκη»(2009) και η σειρά «Αταξίες στην τάξη».Toπέμπτο βιβλίο της σειράς με τίτλο «Παράσταση για κλάματα» (2015)τιμήθηκε με το βραβείο λογοτεχνικού βιβλίου για παιδιά από το περιοδικό Αναγνώστης.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here