Γιώργος Γώτης, Στοιχειώδη Σωμάτια

0
886

 του Βαγγέλη Δημητριάδη.

 

Ο Γιώργος Γώτης, με πρότυπό του τον τελευταίο προσωκρατικό φιλόσοφο και ποιητή Εμπεδοκλή, οικοδομεί τη νέα του ποιητική συλλογή με τίτλο Στοιχειώδη Σωμάτια πάνω σε τέσσερις άξονες-ριζώματα: το χώμα, το νερό, τον αέρα και τη φωτιά, παραπέμποντάς μας κατευθείαν στο Περί Φύσεως κοσμογονικό έργο του μυστικιστή φιλοσόφου και στον πυρήνα δημιουργίας του υλικού κόσμου. Τα προθέματα των ενοτήτων της συλλογής, τις οποίες κοσμούν μερικά σχέδια με διαχρονική σημασία της Δάφνης Αγγελίδου, εκτός από τον Εμπεδοκλή, προσυπογράφουν άλλοι δυο προσωκρατικοί, ο Αναξιμένης και ο Ηράκλειτος, των οποίων οι κοσμογονικές απόψεις συγγενεύουν με εκείνες του Εμπεδοκλή. Πέρα όμως από τα εξωτερικά γνωρίσματα, και την ανάδυση εύλογων ερωτημάτων του είδους «Πώς η λογική διασταυρώνεται με το συναίσθημα, δηλαδή πώς η φιλοσοφία συναντάει την ποίηση;»*, από τα περιεχόμενα της συλλογής φαίνεται πως ο Γ. Γώτης επιχειρεί να υπερκεράσει ποιητικότροπα την υπαρξιακή κοσμοθεωρία των προσωκρατικών, προσθέτοντας σταλάγματα από την προσωπική του ζωή και τις γνωστικές του απόψεις όπως απορρέουν από τη μελέτη σύγχρονων φιλοσόφων, ακολουθώντας το δόγμα του Μάρτιν Χάιντεγκερ, ο οποίος πιστεύει ότι «στην ποίηση κρύβεται η δύναμη που αποκαλύπτει τα πρωταρχικά στοιχεία του κόσμου, τη Γη και το Φως». Και βεβαίως υποκινούμενος –ο Γώτης– από το καλλιτεχνικό του ένστικτο το οποίο του επιτρέπει να συνθέσει εικαστικά τα «στοιχειώδη σωμάτιά» του, αρχής γενομένης από τους τίτλους των ποιημάτων, η πλειονότητα των οποίων –19/35, είναι μονολεκτικοί, 12/35 με δύο λέξεις– παραπέμπει στο άτομο, δηλαδή στη στοιχειώδη σωματιδιακή μορφή της ύλης.

Από μια πρώτη ματιά φαίνεται πως η εισαγωγή στα ποιήματα της συλλογής γίνεται από δυο μικρές εισόδους. Μέσα από αυτές, το βασικό συστατικό της ζωής, το χώμα, με την ελευθερία του πνεύματος και τις παρεμβάσεις που επιτυγχάνονται από την κατασκευαστική δύναμη των χεριών και τη βούληση, αναμειγνύεται με τα υπόλοιπα υλικά της φύσης, βασικά με το νερό, και συμμετέχει στη δημιουργία του κόσμου, εξασφαλίζοντας συνθήκες αιωνιότητας. Η κυριαρχία του χώματος στη φύση είναι καθολική: πρωταγωνιστεί στη γέννηση φιλοξενώντας τους σπόρους, συντελεί στο θάνατο απομυζώντας τη ζωή, μετατρέπεται σε νεκρικό ένδυμα των όντων που ολοκληρώνουν τον έμβιο κύκλο τους:

«Χώμα φάε τα μάτια μας, σε βλέπουμε

Χώμα τρώγε τα πόδια μας, σε πατάμε,

χώμα φάε τα χέρια μας, σε κρατάμε

χώμα μη μας τρως το στόμα

για να σου μιλάμε…», σ. 14.

Θα ήταν ολίσθημα ωστόσο να παρασυρθούμε από την απλή παρατήρηση των σκηνικών  λεπτομερειών που ενσαρκώνουν τη δομή της ποιητικής συλλογής και να αναλώσουμε τους σχολιασμούς μας σε αυτές. Βεβαίως το ταξίδι ορίζεται από τέσσερις παρακαμπτήριους δρόμους που μας οδηγούν εξελικτικά σε νέα περιβάλλοντα. Σίγουρα οι εκάστοτε συνθήκες που επικρατούν επηρεάζονται δραστικά από το νερό, το φως και τη φωτιά. Οπωσδήποτε οι πολυεπίπεδοι συμβολισμοί (χελιδόνι, λαβύρινθος, Μινώταυρος, Περσεφόνη, Ελένη, τρία μαύρα πουλιά κτλ.), οι παρεμβαλλόμενοι μύθοι και μυθοπλασίες, η καταναγκαστική νομοτέλεια (σε κομβικά σημεία της διαδρομής και στο τέλος ένας τυφλός ποιητής παρεμβαίνει και τραγουδά τους νόμους της ζωής: οι ρίζες είναι καταδικασμένες να ζουν στο σκοτάδι, τα φύλλα στο φως και ο κορμός στην ανατριχίλα), εμπλουτίζουν την αφήγηση και υπηρετούν τους κεντρικούς στόχους του ποιητή.

Όλα αυτά τα στοιχεία όμως λειτουργούν επικουρικά, γιατί επιτρέπουν στον Γώτη να οδηγήσει τη σύνθεσή του κάτω από την επιφάνεια των πραγμάτων, εκεί όπου η υπαρξιακή αγωνία και η δύναμη του έρωτα διαδραματίζουν ρόλο πρωταγωνιστικό. Εκεί όπου ανακαλύπτουμε ότι τα ποιήματα είναι άκρως εξομολογητικά αλλά ο ερμητικός χαρακτήρας τους δεν αποκαλύπτει πλήρως τις βαθύτερες σκέψεις και τις απαρχές της εμπλοκής της προσωπικής περιπέτειάς του στα δρώμενα. Για παράδειγμα, μιλώντας για το χιόνι και το ρόλο του στην ανανέωση της ζωής, ο ποιητής σκέφτεται αναδρομικά έναν παγωμένο έρωτα διατηρημένο σε «ίχνη και γραφή», του οποίου η ανάμνηση τον συγκλονίζει (σ. 28). Ή, σε άλλο σημείο, αναφερόμενος στον ερωτισμό του νερού, καθοδηγεί δυο ψυχές να σμίξουν –μέσα από το είδωλο του καθρέφτη– τα σώματά τους και να ταυτιστούν, ώσπου να ολοκληρώσουν τον κύκλο τους όχι για να αφανιστούν, αλλά για να επαναλάβουν την ίδια διαδρομή (σ. 36), αφού η ζωή κυλάει σαν αέναη περιστροφή ιχνηλατώντας το σκοτεινό περίγραμμα του μηδενός (σ. 42). Ή εξαίροντας τη συμβολή του χρόνου ως ερωτοκτόνου και υπαρξιακού καταλύτη, τον εμφανίζει αμείλικτο, ορμητικό καταρράχτη να ρημάζει τα πάντα στο πέρασμά του (σ. 32), χωρίς ο άνθρωπος, με ενισχυτή την ψευδαίσθηση των αναμνήσεων, να αντιλαμβάνεται τη φθορά, αλλά να νομίζει ότι παραμένει νέος, και να θεωρεί ότι μπορεί να μετέλθει ανέγγιχτος πέρα από τα όριά του (σ. 34), ακόμα και τη στιγμή που όλα γύρω του μετακινούνται και οδηγούνται στο τέλος τους. Ένα τέλος που υπόκειται σε ποικίλες ανατροπές με κυριότερη την πεποίθηση πως στην ύπαρξη και στον έρωτα ουκ έσται τέλος. Η θεατρική έξοδος του τυφλού οδοιπόρου το επιβεβαιώνει συμπερασματικά (σ. 71). Ο έρωτας, η συνύπαρξη, λοιπόν, της ζωής με το θάνατο (σ. 37) και η υπαρξιακή αγωνία, που καταγράφεται έντονα στο στίχο «της άλλης ζωής η άγνωστη γνώση, αλήθειας φριχτής το αμετάκλητο τέλος» (σ. 44), διατρέχουν το υπόστρωμα των ποιημάτων και προβάλλουν τους απώτερους στόχους του ποιητή.

*

Ο ποιητικός λόγος του Γώτη στοχεύει συνειδητά στη δημιουργία ιδιάζουσας ατμόσφαιρας: «μίλησε / με την προφητική του παρελθόντος γλώσσα.», σ. 36.

Συχνά προσομοιάζει με της εκκλησιαστικής υμνολογίας

«ανθισμένων σωμάτων το χαρμόσυνο άγγελμα», σ. 46

και διαθέτει πολλά στοιχεία της καθαρεύουσας χωρίς να αποφεύγει τη συνύπαρξή του με τη δημοτική τόσο στο λεξιλόγιο όσο και στη σύνταξή του:

«ουράνια καμπάνα αγγέλλει επί γης του σύμπαντος ανέμου την πανάρχαια γλώσσα», σ. 45.

Η ποιητικότητά του είναι χαλαρή, γίνεται επιλεκτικά, ο εσωτερικός ρυθμός δεν επιδιώκεται επισταμένως, στηρίζεται εν πολλοίς στην αναδιάταξη των λέξεων με τρόπο καλβικό:

«θεμέλιο των νερών θαλασσών το αέναον», σ. 9,

«να αντηχήσει επάνω τους ο ήχος βημάτων γοργών», σ. 16,

«δράκος φτερωτός φυλάει πασίγνωστου μα ανεκλάλητου χρησμού κάτοπτρο», σ. 27 κτλ.

Η εικονοπλασία είναι ευδιάκριτη:

«Θαλάσσια βουνά προσφέρουν / Στον ουρανό της κορυφής τους / Το γάλα», σ. 9,

«θριαμβική αψίδα εκεί ψηλά στον ουρανό / έχτιζαν τα σύννεφα», σ. 19

και συχνά χρησιμοποιείται αντιστικτικά για να αναβαθμίσει την πεζότητα της σύνταξης: «Διαισθανόσουν γύρω το θρόισμα από τα σπαραγμένα / μαρμάρινα μέλη που αποκτούσαν κίνηση και χρώμα καθώς χαμήλωνε το φθινοπωρινό φως.», σ. 16,

«των ανθών οι μικρές κραυγές και της βροχής το κλάμα / που γίνεται την άνοιξη μαργαριτάρι, του ουρανού το δάκρυ.», σ. 25.

Οι σκέψεις του δημιουργούν αποφθεγματικές εκφράσεις και γενικεύσεις:

«πάθη ανατέλλουν και δύουν», σ. 26.

«Ό,τι της μοίρας διαφεύγει, μόνο για να την επαληθεύσει.», σ. 35.

Η αφαίρεση είναι ορατή αλλά δεν συμπίπτει με την πυκνότητα – ο ποιητής την παραγκωνίζει με το πεζότροπο ύφος του και τις επεξηγηματικές παραθέσεις του.

Γενικά, τα Στοιχειώδη σωμάτια είναι το σήμα κατατεθέν της ποιητικής ιδεολογίας του Γιώργου Γώτη, ο οποίος διανύει με συνέπεια ένα δρόμο αρκετά μοναχικό, γι’ αυτό και πολύ αξιοπρόσεχτο για τις τάσεις της σύγχρονης ποιητικής τέχνης.-

 

* Το να χρησιμοποιεί κανείς ως αφετηρία τη φιλοσοφία για να καταλήξει στην ποίηση –ή να φιλοσοφεί με ποιητικούς όρους– είναι μια πλάγια απάντηση στο υφέρπον ερώτημα για τη σχέση της φιλοσοφίας με την ποίηση.

 Γιώργος Γώτης, Στοιχειώδη Σωμάτια, εκδόσεις Στιγμή

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here