Συζήτηση : Γιατί δεν μας διαβάζουν στο εξωτερικό; (του Νίκου Α. Μάντη)

7
7122

 

 

του Νίκου Α. Μάντη

 

Το ερώτημα του τίτλου αναφύεται συχνά πυκνά στο δημόσιο διάλογο περί τη λογοτεχνία στη χώρα μας (στο βαθμό που αυτός συνεχίζει να υφίσταται).

Εδώ και αρκετά χρόνια και με διάφορες αφορμές προβληματισμού επί του θέματος (ιδίως από το 2001 και δώθε, όταν η μεγαλύτερη ευκαιρία προβολής της εθνικής μας λογοτεχνίας, η διεθνής έκθεση Φραγκφούρτης στην οποία ήμασταν τιμώμενη χώρα, πήγε επί της ουσίας χαμένη) τόσο οι συγγραφείς όσο και οι περί αυτούς μελετητές δείχνουν κατά καιρούς να αναρωτιούνται. Ασφαλώς βιβλία μεταφράζονται και εκδίδονται σε ξένες γλώσσες, ωστόσο η ζωή τους στα ράφια των βιβλιοπωλείων του εξωτερικού παραμένει σύντομη – με την εξαίρεση των πανεπιστημιακών βιβλιοθηκών, ενδεχομένως. Σχεδόν κανένας τίτλος δεν καταφέρνει να αποκτήσει, όχι το καθεστώς κλασικού, αλλά έστω μια μικρή αναγνωρισιμότητα μεταξύ του διεθνούς κοινού. Οι απαντήσεις που δίνονται στο πρόβλημα κινούνται συνήθως σε δύο κατευθύνσεις: αφενός εκείνη που το θέλει να συνιστά προβληματισμό ουσίας για την ποιότητα της λογοτεχνίας μας (και που είναι μάλλον η μειοψηφική) και αφετέρου αυτή που αποδίδει το ζήτημα σε περισσότερο τεχνικές ή συγκυριακές αιτίες, λόγω π.χ. της μικρής εμβέλειας της γλώσσας μας, ή της απουσίας σχετικών προγραμμάτων επιδοτούμενων μεταφράσεων για την προώθηση των βιβλίων στο εξωτερικό (που είναι θα λέγαμε η κρατούσα, στο πλαίσιο της δημοφιλούς στην Ελλάδα -και εν πολλοίς δικαιολογημένης- «γκρίνιας» για την γενικευμένη απουσία κρατικών πολιτικών). Στο σύντομο κείμενο που θα ακολουθήσει, θα προσπαθήσω να ψηλαφίσω αιτίες και λόγους που αφορούν την πρώτη κατηγορία σκέψης, αφήνοντας κατά μέρος τη δεύτερη. (Άλλωστε η ανάγκη προβολής οφείλει πάντα να έπεται ουσιαστικότερων σταθμίσεων, όπως τι είναι αυτό που θα προβληθεί και κατά πόσο αξίζει κάτι τέτοιο.)

Άποψη του γράφοντος αποτελεί ότι το αναντίρρητα επιβεβαιωμένο φαινόμενο της μηδαμινής παρουσίας της λογοτεχνίας μας στο εξωτερικό, και δη της πεζογραφίας, η οποία και θα μας απασχολήσει στο πλαίσιο του ανά χείρας κειμένου -καθώς η ποίηση διέπεται από διαφορετικούς όρους πρόσληψης, αποδοχής και συνεπώς προβολής- είναι ότι αυτό συνιστά γεγονός σημαντικό, γεγονός με μεγάλη βαρύτητα για τη διαδικασία αποτίμησης και αξιολόγησης της εγχώριας παραγωγής, που πρέπει να αποτελέσει κεντρικό κριτήριο για την ανωτέρω αξιολόγηση, και όχι μια ασήμαντη παράμετρο, οφειλόμενη εν πολλοίς στην τύχη ή στα καπρίτσια του διεθνούς κοινού. Και εν τέλει, ότι δεν αποτελεί κάποια «παρεξήγηση», αλλά, αντιθέτως, μια σαφή ένδειξη ουσίας.

Κατά τη γνώμη μου, το γεγονός της υστέρησης που καταγράφεται, οφείλεται σε τρεις κύριους λόγους, οι οποίοι σχετίζονται τόσο με τη φύση, όσο και με τη συγκυρία της πνευματικής παραγωγής στη χώρα μας, αλλά -και εδώ υπεισέρχεται το τυχαίο- και της γεωγραφικής και ιστορικής της συγκρότησης.

Ως πρώτο λόγο, θα πρότεινα την ίδια την διαχρονική κοινωνική διαμόρφωση του ανθρωπότυπου που αποκαλείται «νεοέλληνας», τόσο μέσα από την κρατική του μορφή, από τον τρόπο που τον κοινωνικοποιεί δηλαδή το εκπαιδευτικό σύστημα και αργότερα η διοικητική οργάνωση του κράτους, όσο και από τις αμέτρητες συνειδητές και ασυνείδητες προσλαμβάνουσες που του παρέχουν η οικογένεια (έτερος μεγάλος πυλώνας αυτοσυνειδησίας στη χώρα) η εκκλησία, οι πολιτισμικές δομές και η επαγγελματική διαστρωμάτωση της κοινωνίας, αλλά και όλες οι υπόλοιπες μικρές ή μεγάλες εγχώριες συσσωματώσεις. Γνώμη μου είναι ότι ο ανθρωπότυπος αυτός είναι βαθιά αντιπνευματικός, μιλώντας πάντα για τον κανόνα και όχι για τις συχνές -και λαμπρές- εξαιρέσεις. Έχοντας παραδοσιακά να αντιμετωπίσει μία ατροφική κοινωνία/οικονομία, ένα αβέβαιο εθνικό και πολιτικό περιβάλλον και ένα κράτος που φυτοζωούσε πάντα στα όρια της κατάρρευσης, ο μέσος κάτοικος της Ελλάδας διαμόρφωσε μια νοοτροπία που ευνοούσε ασχολίες με επιβιωτικό πρόσημο: προτιμούνταν όσα είχαν να κάνουν με «την σήμερον», δίχως πρόνοιες ή ανησυχίες για το μέλλον, το οποίο παρέμενε εν πολλοίς άδηλο. Αποφεύγονταν έτσι τα «μεγάλα έργα», εκείνα που θα είχαν διάρκεια ή που θα μνημειώνονταν στο χρόνο, προς όφελος των ταπεινών και των σίγουρων. Όχι βιομηχανία, αλλά εμπόριο, όχι αρχιτεκτονική μεγέθους, αλλά μικροϊδιοκτησίες, παντού κατακερματισμός και «χαμηλή κλίμακα». Με τον καιρό αυτό εμπεδώθηκε και απέκτησε τον χαρακτήρα προτάγματος, η μειονεξία της ανασφάλειας δημιούργησε τον τύπο του καταφερτζή, εκείνου που ψάχνει να πιάσει «την εύκολη καλή», ενώ η κουλτούρα, που από τη φύση της αναζητάει ριζώματα στο παρελθόν και ανάσες στο μέλλον, στιγματίστηκε ως το πεδίο των «υπερφίαλων», των «αλαφροΐσκιωτων» ή των «σαλών». Ωστόσο η πεζογραφία και -ιδίως- το μυθιστόρημα, δεν δύνανται να καλλιεργηθούν σε τέτοιο σαθρό περιβάλλον διαρκούς εκκρεμότητας και βιοτικής δέσμευσης: έχουν ανάγκη από ανθρώπους και εκπαιδευτικά συστήματα που νιώθουν (ή έστω αυταπατώνται) ότι συνομιλούν με βαθύτερους χρονικούς ορίζοντες, κάτι που στη χώρα μας ήταν περίπου αδιανόητο. Εξ ου και το παραγόμενο έργο είχε πάντα στοιχεία «μικρού», «ταπεινού», «κατακερματισμένου» ή «θνησιγενούς». (Δεν είναι τυχαίο το πόσο γρήγορα «γερνούν» τα πεζογραφικά έργα στην Ελλάδα: τη στιγμή που στη Βρετανία διαβάζεται σήμερα ευχάριστα ακόμα και ο πιο ελάσσων βικτοριανός, στη χώρα μας, σχεδόν από γενιά σε γενιά, το παραγόμενο έργο δείχνει παλαιωμένο σε βαθμό οξείδωσης, αντικείμενο μελέτης κυρίως πανεπιστημιακών. Ελάχιστα ονόματα επιβιώνουν σε όριο τριακονταετίας, ενώ έργα που στην εποχή τους εξυμνούνται και βραβεύονται, μετά από δύο δεκαετίες μοιάζουν αφόρητα ξεπερασμένα. Ενδεικτικό επιπλέον ότι, με την εξαίρεση κάποιων λεπταίσθητων συγγραφέων όπως ο Κοσμάς Πολίτης ή ο Γιάννης Μπεράτης, το σύνολο περίπου της γενιάς του τριάντα, εκείνης που θεωρείται ότι «γέννησε» το μυθιστόρημα στη χώρα μας, διαβάζεται πλέον -αν διαβάζεται- σχεδόν αποκλειστικά από εφήβους).

Ένας δεύτερος λόγος, παρόμοιος ωστόσο με τον πρώτο, για την καχεξία της πεζογραφίας στη χώρα μας, είναι πιστεύω η συγκυρία της μακροχρόνιας εδαφικής και εθνικής ολοκλήρωσης. Η πεζογραφία -και δη το μυθιστόρημα- από την εποχή που γεννήθηκε, τον 17ο αιώνα στη Δυτική Ευρώπη, είχε έναν κύριο στόχο: να στρέψει έναν (παραμορφωτικό ή μη) καθρέφτη στην ίδια την κοινωνία, θέτοντας υπαρξιακά ερωτήματα για το ποια είναι η κοινωνία αυτή, και από ποια θεμελιώδη χαρακτηριστικά συντίθενται τα άτομα που την αποτελούν. Η αναρώτηση και η αμφισβήτηση είναι ο πυρήνας της ουσίας του μυθιστορήματος. (Είναι χαρακτηριστικό άλλωστε ότι από τα πρώτα είδη μυθιστορήματος που άνθισαν, υπήρξε το λεγόμενο φιλοσοφικό μυθιστόρημα, όπου στοχαστές όπως ο Βολταίρος έδιναν αφηγηματική μορφή στα ποικίλα ερωτήματά τους.) Αυτός ο «καθρέφτης της αυτοαμφισβήτησης» δεν μπορεί να νοηθεί σε χώρες που η ίδια η ύπαρξή τους είναι μονίμως υπό πολεμικό συναγερμό και που σχεδόν αντλούν την υπόστασή τους απ’ την διαρκή αναμέτρηση με έναν άλλο, υπέρτερο αριθμητικά αντίπαλο. Μόνο εκείνος που έχει εδραιωθεί γερά στα πόδια του, είναι σε θέση να αυτο-παρατηρείται. Εξάλλου, η παλιά υπόθεση του Βασίλη Βασιλικού για την απουσία ρωμαλέας αστικής τάξης μπορεί επίσης να προστεθεί εδώ: η Ελλάδα ήταν ανέκαθεν μια σχετικά ομοιογενής κοινωνία, μ’ έναν απέραντο αγροτικό τομέα και ισχνή αστική οργάνωση – η γνωστή αποστροφή ότι δεν υπάρχει Έλληνας που να μην έχει παππού «ψαρά, γεωργό ή βοσκό». Οι Έλληνες αστοί ανήκαν συνήθως στις παροικίες, ζώντας φιλοξενούμενοι σε ξένα γλωσσικά περιβάλλοντα, πολύ συχνά περιφρονώντας τις εγχώριες γλώσσες. Το μυθιστόρημα ωστόσο είναι κατ’ εξοχήν «αστική επινόηση» · ήταν ο τρόπος των αστών να διαλαλήσουν τη νεοαποκτηθείσα τους αυτοπεποίθηση, απεικονίζοντας την κοινωνία της εποχής τους μέσα από το δικό τους, σκωπτικό πολύ συχνά, πρίσμα. Ως αποτέλεσμα των παραπάνω, δεν είναι τυχαίο που καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα στην Ελλάδα ανθεί μονάχα η ποίηση (και μάλιστα μια ποίηση υψιπετής, βροντόφωνη, σε μεγάλο βαθμό προσδεμένη στην εθνική ιδέα) ενώ, στην εποχή του Μπαλζάκ, του Φλωμπέρ και του Τολστόι, αντί για μυθιστορήματα, παράγονται με τη σέσουλα και καταναλώνονται ασμένως έμμετρα έργα, τραγωδίες σε δεκαπεντασύλλαβο, βουκολικά δράματα και κωμειδύλλια, είδη που στην Ευρώπη έχουν εγκαταλειφθεί από καιρό, ή τουλάχιστον δεν αποτελούν μέρος της πνευματικής εμπροσθοφυλακής – στη χώρα μας γράφονταν έως και τη δεκαετία του 1950! (Μέσα σε όλα αυτά, αλλά συνδεόμενο με το αίτημα της «εθνικής καθαρότητας», είναι συν τοις άλλοις και το γλωσσικό ζήτημα, που σκεπάζει και συσκοτίζει να πάντα.) Ούτε είναι επίσης τυχαίο ότι το μυθιστόρημα «κανονικοποιείται» ως είδος-μπροστάρης της πεζογραφικής (όχι της λογοτεχνικής) παραγωγής, μονάχα με τη γενιά του τριάντα, όταν, έπειτα από το 1922, έχει λυθεί πια αμετάκλητα το εθνικό πρόβλημα της χώρας. Το γεγονός, αυτό, της καθυστερημένης και υπό όρους επικράτησης του μυθιστορήματος, έχει εντούτοις ορισμένες σοβαρές συνέπειες: η πλέον σημαντική είναι ότι, στην ελληνική του μορφή, το μυθιστόρημα σπάνια αποτελεί αυτόν τον «ειρωνικό εξεταστικό καθρέφτη» που επικράτησε να είναι αλλού, αλλά ζει και υπάρχει εξαρτημένο βαριά από εξωλογοτεχνικές προτεραιότητες, είτε αναζητώντας το «νέο εθνικό μπούσουλα» (ιδ. Θεοτοκά) είτε αργότερα, μπλεγμένο άλυτα στις ιδεολογικές διαμάχες Αριστεράς-Δεξιάς, όπου και πάλι, αντί για μια όσο το δυνατό νηφάλια παρατήρηση, επικρατεί η στράτευση, ο διδακτισμός, η σοβαροφάνεια και η έλλειψη χιούμορ, κοινώς μια τέχνη η οποία δεν είναι αυτεξούσια και ανεξάρτητη, αλλά άθυρμα και καχεκτικό προσάρτημα του εκάστοτε υπέρτερου κοινωνικοπολιτικού προτάγματος. Με σοβαρές φυσικά συνέπειες για την ποιότητά της.

Ο τρίτος λόγος που θα προτείνω σε τούτη τη σύντομη αναρώτηση για τη διεθνή εικόνα της πεζογραφίας μας, δεν αφορά τόσο την ιστορική της συγκρότηση και την εξ αυτής ποιότητά της, αλλά κάτι παρεμφερές και ωστόσο κατά τι διαφορετικό: την θεματολογία της. Με αυτό δεν προτίθεμαι να μπω σε μια στατιστική περί των ειδών («τόσα τα κοινωνικά, τόσα τα ιστορικά, τόσα τα αστυνομικά μυθιστορήματα», κοκ) όσο να κάνω μια υπόθεση σχετιζόμενη περισσότερο με τη γεωγραφία και με τις σχέσεις των πολιτισμών. Η σύγχρονη Ελλάδα, πέρα από την γλωσσική της απομόνωση (που θεωρώ ότι είναι λιγότερο κρίσιμη σε σχέση με τους παρατιθέμενους λόγους) έχει συν τοις άλλοις και μία απομόνωση πολιτισμική, με την εξής έννοια: δεν αποτελεί μέρος κάποιας κυρίαρχης συσσωμάτωσης, που θα μπορούσε να εντάξει τη χώρα σε μια ομάδα συναφών ιστορικών και εξ αυτού κοινών αφηγηματικών παραστάσεων. Η σύγχρονη Ελλάδα δεν υπήρξε φυσικά ποτέ αυτοκρατορική ή ιμπεριαλιστική δύναμη, ώστε να επιβάλει την αυτοεικόνα της ως «σημαντική» σε πλήθος άλλων λαών, αλλά δεν υπήρξε ούτε μέρος αυτοκρατοριών ή άλλων πολιτισμικών υπο-ομάδων, στο βαθμό πχ που χώρες όπως η Σλοβακία ή η Κροατία ανήκουν στην πολιτισμική/αφηγηματική ομάδα της «πρώην Αυστροουγγαρίας» ή της «Κεντρικής Ευρώπης», η Πορτογαλία στην πολιτισμική ομάδα της «ξεπεσμένης αποικιακής μητρόπολης», η Βουλγαρία και η Ρουμανία στο στρατόπεδο της «μελαγχολικής πρώην αποικίας της ΕΣΣΔ», οι λατινοαμερικάνικες χώρες στον ισπανόφωνο κόσμο μιας «πολύχρωμης, τροπικής παρακμής», ενώ τέλος οι χώρες της Αφρικής και της ινδικής χερσονήσου συνδέονται μεταξύ τους και με τον υπόλοιπο κόσμο με διάφορες μετα-αποικιακές συνάφειες – η λίστα θα μπορούσε να εκτείνεται επ’ αόριστον. (Στη δική μας περίπτωση, η οθωμανική περίοδος, που ιστορικά θα ήταν δυνατό να αποτελέσει μια αντίστοιχη ομαδοποίηση, λογίζεται αναμενόμενα ως «ταμπού» και δεν προσφέρεται για τέτοιους σκοπούς, μιας και η ίδια η έννοια «Ελλάδα» δομείται κατ’ αντιπαράθεση και αντιδιαστολή προς αυτή, προσφέροντας αποκλειστικά εθνικοαπελευθερωτικά αφηγήματα.) Όλες αυτές οι συσχετίσεις/ομαδοποιήσεις, είναι φρονώ σημαντικές (ίσως σημαντικότερες ακόμα και της ίδιας της ποιότητας του παραγόμενου έργου) για το βαθμό ταύτισης/ενδιαφέροντος που προκαλούν στο διεθνές αναγνωστικό κοινό, σε σχέση με τα όσα μια χώρα φιλοδοξεί να αφηγηθεί. (Πλην του καθαρά πρακτικού γεγονότος ότι πολλές από τις ανωτέρω γλώσσες υπήρξαν παραδοσιακά προσκολλημένες στις ακαδημίες λογοτεχνικά πιο «ισχυρών» χωρών, αντλώντας απ’ αυτές κρίσιμη παιδεία, έμπνευση και -γιατί όχι;- διασυνδέσεις – ως μια μικρή έστω «αποζημίωση» για το άγος της υποταγής σε αυτοκρατορικά/αποικιακά κέντρα.) Ακόμα και το Ισραήλ, το οποίο βιώνει απόλυτα το καθεστώς του «έθνους ανάδελφου», έχει ως «κάβα» μια τεράστια θεματολογική παλέτα ιστορικών και γλωσσικών ταυτίσεων με έναν μεσευρωπαϊκό/αμερικανικό κοσμοπολιτισμό που συναρπάζει βαθιά, για να μην μιλήσουμε για το πανανθρώπινο τραύμα του Ολοκαυτώματος. Η χώρα μας ωστόσο, δεν διαθέτει έτοιμα αντίστοιχα στοιχεία και επιπλέον είναι έτσι διαμορφωμένη ταυτοτικά ώστε να προτιμά ενστικτωδώς μια ύπαρξη ως «νησί», πέρα από «νοθεύσεις», έξωθεν συσχετισμούς και ταυτίσεις (με τους βαλκάνιους γείτονές της, για παράδειγμα) σε απευθείας σύνδεση με το φαντασιακό μιας μοναχικής εθνικής συνέχειας, ως αποκλειστικός απόγονος τους αρχαίου και του βυζαντινού κλέους. Γινόμαστε δηλαδή, στα μάτια των τρίτων, κάτι σαν το σύγχρονο γλωσσικό μαυσωλείο ενός πανάρχαιου και μάλλον εξαφανισμένου πολιτισμού, απομεινάρι από ένα παρελθόν που ό,τι είχε να δείξει το έδειξε αμετάκλητα αιώνες πριν και του οποίου η σύγχρονη εκδοχή προκαλεί αμηχανία, έτσι όπως στέκει «ξεκάρφωτη». Κατ’ αυτό τον τρόπο οι ξένοι καταλήγουν να μας αντιμετωπίζουν περισσότερο ως τοποθεσία, εξόχως γοητευτική και εξωτική ενδεχομένως, και λιγότερο ως ζώσα πραγματικότητα, με λόγο, με φωνή και με αληθινές ιστορίες για να αφηγηθούμε. Το αποτέλεσμα όλων αυτών είναι η εσωστρέφεια να μετατρέπεται ασυναίσθητα σε πόζα και κατακτημένη στάση. Χαρακτηριστικό δείγμα περιορισμού στον εαυτό μας είναι θεωρώ ο αριθμός των γλωσσοκεντρικών έργων που παράγονται στη χώρα μας, άρτιων και ενίοτε συγκινητικών κατά τα άλλα, που εξερευνούν την έννοια της ελληνικότητας μέσα από αφηγήσεις σε διαλέκτους, ντοπιολαλιές, ιδιώματα ή ακόμα και προσωπικές ιδιολέκτους, κάποτε ακατάληπτες ακόμα και για τον επαρκή αναγνώστη, όπως και το πλήθος των πεζογραφημάτων που επιμένουν σε μια ποιητική/κρυπτική πρόζα ή και στον μοντερνιστικό φορμαλισμό, πριμοδοτώντας απόλυτα το ύφος και το στυλ σε βάρος της οποιασδήποτε αφηγηματικότητας. Στον αντίποδα αυτών, βρίσκεται η υπερπληθώρα άτεχνων, μελό, ψευδοϊστορικών συνήθως μυθιστορημάτων, που επιβεβαιώνουν τους εθνικούς μύθους περί «μαρτυρικού έθνους», σε μια γλώσσα τεχνητά δραματική, παραπέμποντας υφολογικά στον Λουντέμη. Κοινό σημείο και των δύο αυτών άκρων είναι η επί της ουσίας κατάφαση προς τον δεδομένο εαυτό μας -ακόμα και με τη μορφή μιας κουρασμένης αβάν γκαρντ- και η άρνηση αναρώτησης για τη θέση μας στον παγκόσμιο αφηγηματικό καταμερισμό.

Ελπίζω η ανωτέρω παράγραφος να μην φαντάζει εντελώς νεφελώδης. Εύχομαι ωστόσο να αφουγκράζεται ίσως την -κατ’ εμέ- σημαντικότερη αιτία της παρ’ ημίν απομόνωσης: Πέρα από την ποιότητα του παραγόμενου έργου (που δεν είναι ιδιαίτερα υψηλή, για τους λόγους που πρόταξα στην αρχή) θεωρώ ότι επιπλέον «δεν ενδιαφέρουμε» και θεματολογικά/πολιτισμικά. Όταν γράφει κάποιος/α στη σημερινή Πράγα, η τσέχικη γλώσσα του/της μπορεί να είναι μικρή, αλλά στα μάτια του διεθνούς κοινού συνοδεύεται από την προστατευτική σκιά του (γερμανόφωνου) Κάφκα και του (γαλλόφωνου) Κούντερα. Στην Ελλάδα ο/η γράφων/ουσα είναι «μόνος του/της». (Τουλάχιστον για τις σύγχρονες σταθμίσεις · εμείς μπορεί να βαυκαλιζόμαστε ότι μιλάμε τη γλώσσα του Ομήρου, λίγοι όμως μας βλέπουν ακριβώς έτσι.) Επιπλέον, βασικοί θεματικοί «κορμοί» της σύγχρονης λογοτεχνίας μας, όπως ας πούμε η Μικρασιατική Καταστροφή ή ο Εμφύλιος, είναι (δυστυχώς) ιστορικά γεγονότα που αξιολογούνται ως «ασήμαντα» ή «άγνωστα» από το ξένο μάτι, ακριβώς επειδή αδυνατούν να συνδεθούν άμεσα με κάποιο ευρύτερο πολιτισμικό/ιστορικό πλάνο. Έτσι η απομόνωση διαιωνίζεται.

Δεν ξέρω τι μπορεί να γίνει για να αναστραφεί αυτή η κατάσταση. Προγραμματική επιλογή θεματολογίας με βάση τους «διεθνείς αναγνώστες» είναι αδύνατο να υπάρξει και δεν θα ήταν καν ευκταία. Το εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας νοσεί βαριά, και σ’ αυτές τις περιπτώσεις την πληρώνουν ακόμα περισσότερο τα θεωρούμενα ως «δευτερεύοντα αντικείμενα», όπως έχει φτάσει να θεωρείται το μάθημα της νεοελληνικής λογοτεχνίας. (Το οποίο, παρ’ όλες τις παραινέσεις ειδικών και μη, διδάσκεται ακόμα με «ανθολόγια» και όχι με τη μορφή αυτούσιων βιβλίων – ο «κατακερματισμός» που λέγαμε, μαζί με τη λογική του «άρπα κόλλα».) Από την άλλη, υπάρχουν και αισιόδοξες εξελίξεις: το ίντερνετ έχει προσφέρει απεριόριστες αναγνωστικές επιλογές τα τελευταία χρόνια, παρέχοντας δωρεάν κείμενα και ευρεία ενημέρωση, εκεί όπου οι επίσημοι φορείς υστερούν. Και ίσως αυτή τη στιγμή κάποια διαβαστερή δεκαεξάχρονη να γεμίζει τον «προσωπικό της σκληρό» με τέτοιες λογοτεχνικές παραστάσεις, συνδυάζοντας το Βιζυηνό με τον Φόστερ Γουάλας, ή τη Ν.Κ. Τζέμισιν με την Μέλπω Αξιώτη, που κάποτε να της επιτρέψουν να σπάσει τα δεσμά της εθνικής μας περιχαράκωσης, επινοώντας έναν δικό της, ανεπανάληπτο αφηγηματικό κόσμο, περίπου όπως το κατάφερε ο Λάνθιμος στην κινηματογραφική οθόνη. (Σε τέτοιες περιπτώσεις, σημαντική αποδεικνύεται ενίοτε η παρέμβαση της τύχης: μια ιδιοφυία δίχως προηγούμενο γίνεται κάποτε ικανή να αλλάξει δραματικά το τοπίο – ή και όχι. Ο Καζαντζάκης, μολονότι υποτιμημένος στη χώρα μας -κυρίως λόγω του υπερβολικού γλωσσικού του ιδιώματος- αποτελεί ίσως τον μοναδικό πεζογράφο στη σύγχρονη ιστορία μας που διεκδίκησε αυτό το ρόλο.)

Μερικές σκόρπιες σκέψεις: Ίσως όταν αρνούνται να σ’ ακούσουν, να πρέπει κι εσύ να φωνάξεις πιο δυνατά. Ίσως να χρειαστεί να μεταβούμε από τη λογική του ‘Less is More’ σ’ εκείνη του ‘Make it Big’. (Κι αυτό, όχι απαραιτήτως ποσοτικά, αλλά σε σχέση με το μέγεθος των διακινούμενων ιδεών και της απαιτούμενης φαντασίας.) Ίσως ο παλιός, δοκιμασμένος, «φτωχός πλην τίμιος» ρεαλισμός να μην αποτελεί πια πεζογραφική πανάκεια, το ίδιο όπως και η μονοθεματικότητα, η αποφυγή πολλαπλών επιπέδων αφήγησης στο όνομα μιας κακώς εννοούμενης απλότητας. Και ίσως πολυφορεμένες, πολυκαιρισμένες ιδέες που εγκαταβιούν για δεκαετίες στις σελίδες μας (η μικροαστική παρακμή και η ασφυξία του αθηναϊκού διαμερίσματος, η υποκρισία των οικογενειακών σχέσεων και το αδιέξοδο της -σχεδόν πάντα γυναικείας- μεσήλικης μοναξιάς, ο ξεπεσμός των αριστερών ιδανικών στο κυνήγι της ευμάρειας και η κρίση που ήρθε ως νέμεση, η νεο-ηθογραφία μέσα απ’ την εξιδανίκευση/ελεεινολόγηση της επαρχίας και ιδίως του «ελληνικού χωριού», η φτώχεια του ’50 και του ’60 -τότε που είχαμε «βρώμικα γόνατα αλλά καθαρό βλέμμα»-, το Βυζάντιο και η Επανάσταση του ’21 ως ιστορικές καλλιγραφίες, ο Εμφύλιος και το Πολυτεχνείο -έστω και με νέα, «όχι-αποκλειστικά-στρατευμένη-αλλά-μάλλον-ακόμα-στρατευμένη» ματιά-, οι χιλιοτραγουδισμένες Χαμένες Πατρίδες, δίχως ίχνος αναστοχασμού ή ενσυναίσθησης για το «αντίπαλο βλέμμα της Ιστορίας», και τέλος οι διάφορες «Νέκυιες» αποθανόντων γονέων και άλλων προσφιλών προσώπων) να πρέπει πια να περάσουν από το κόσκινο μιας εκφραστικής αναθεώρησης. (Αντίθετα, μοιάζουν να περιμένουν από καιρό στη γωνία: η εναλλακτική/αθέατη Ιστορία, το queer/non binary πρίσμα και τα καινούργια οικογενειακά σχήματα, οι μετανάστες και οι ρομά, οι μαύροι/μιγάδες Έλληνες, το brain drain και η νέα φτώχεια, η «επικίνδυνη Αθήνα και η ακόμα πιο επικίνδυνη επαρχία», οι μαφίες και οι φυλακές, τα σύνορα, τα παράλληλα σύμπαντα, οι λίστες, οι γρίφοι και τα σταυρόλεξα ως αφηγηματικά «οδόσημα», η παράνοια, το ιστορικό και το μελλοντολογικό fantasy, το ‘what if’, οι σούπερ ήρωες, το διεθνοποιημένο, παρδαλό ελληνικό καλοκαίρι, ο τουρισμός ως νέο πεδίο ηθογραφίας και τα social media ως καινοφανής πεζογραφική γλώσσα. Η ζωή μας είναι ήδη πιο πολύχρωμη απ’ όσο καταφέρνουμε εμείς να την φανταστούμε…)

Εκείνο που σίγουρα θα πρέπει να κάνουμε ωστόσο, είναι να αναρωτηθούμε κάποια στιγμή  συστηματικά για τους λόγους που «στο εξωτερικό δεν μας διαβάζουν». Άλλωστε, η ειλικρίνεια είναι η αρχή των πάντων στην τέχνη: ίσως αν αναλογιστούμε την ουσία της μοναξιάς μας και το παράδοξο μιας ύπαρξης που ομφαλοσκοπεί δίχως δυνατότητα πραγματικής σύνδεσης με τους γύρω της, κάτι καλό να προκύψει. Είναι ένας εσωτερικός διχασμός που θα μπορούσε να αποτελέσει ακόμα και ο ίδιος πεζογραφικό θέμα, εμπνέοντας νέα μυθιστορήματα, δημιουργώντας μια ολόκληρη «σχολή» ενδεχομένως. Ή και όχι.

 

Προηγούμενο άρθροΤρία τοπία μετά την καταστροφή (της Γεωργίας Οικονομοπούλου)
Επόμενο άρθρο10 χρόνια “Α”: Το τελευταίο ολόκληρο καλοκαίρι  (της Μαριαλένας Σπυροπούλου)

7 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Ενας απο τους σοβαρούς λόγους ειναι ότι η ελληνική αγορά βιβλίου εννοώ και οι εκδότες μένουν προσκολλημενοι σε συνταγές βιβλίων και συγγραφέων για’ σιγουρες εκδόσεις με εμπορικό και μόνο -πολλές φορές- στόχο. Θεματα που εχουν ενα διεθνή χαρακτήρα και ξεφευγουν από την ελληνική νόρμα ειναι απαγορευτικά.Δεχονται μονο το ξενο βιβλίο σε μεταφραση.

  2. δεν μας διαβάζουν επειδή δεν αρκεί το μάρκετινγκ για να παραχθεί ένα έργο τέχνης … έτσι δεν παράγεται και επομένως τι να διαβάσουν; επαρχιώτικες κοινοτοπίες;

    • Συμφωνώ. Αφου αναγκαζουν καποιους συγγραφεις να εκδοσουν στο εξωτερικό .Δεν θελω να πω περισσοτερα …κριμα

  3. “Ο Καζαντζάκης, μολονότι υποτιμημένος στη χώρα μας -κυρίως λόγω του υπερβολικού γλωσσικού του ιδιώματος”. Θα διαφωνήσω. Ο Καζαντζάκης είναι υπερτιμημένος. Και στη χώρα μας και στο εξωτερικό. Και σε καμία περίπτωση για το “γλωσσικό ιδίωμα του” αλλά λόγω της ταινίας Ζορμπάς και το αφήγημα της “ελληνικής λεβεντιάς”. Αν βρουν και οι Έλληνες συγγραφείς ένα, κάποιο, “αφήγημα” και με μια προώθηση κάποιων “καλλιτεχνικών κύκλων” του εξωτερικού η πολυπόθητη αναγνώριση είναι εγγυημένη. Αλλά αυτό είναι το ζητούμενο στην (ελληνική) λογοτεχνία; Η διεθνής καταξίωση; Και τον Αλ. Παπαδιαμάντη δεν τον διαβάζουν. Και; Ή διαφορετικά “who cares” που λένε και στο… εξωτερικό…

  4. Δεν μας διαβάζουν γιατί η παγκοσμιοποίηση και τα τεχνικά μέσα που έκαναν φτηνή ως ανέξοδη την (αυτο)έκδοση αντί να διευρύνουν και να διεθνοποιήσουν τις αγορές τις “τοπικοποίησαν”.
    Δεν μας διαβάζουν γιατί η βιβλιοπαραγωγή είναι τεράστια στον αγγλόφωνο (γερμανόφωνο, γαλλόφωνο… και όχι μόνο) κόσμο κι έτσι ακόμα και μεταφράσεις λογοτεχνών μεγαθηριών και λογοτεχνικών αριστουργημάτων δεν πουλάνε (ειδικά) στις αγγλόφωνες, παρά πάνω από μερικά εκατοντάδες αντίτυπα . Οι αναγνώστες προτιμούν να ξοδέψουν χρήματα για ή να απευθυνθούν για βιβλία στις τοπικές βιβλιοθήκες από τη βιβλιοπαραγωγή της χώρας τους. Δεν μας διαβάζουν εξαιτίας της μηδενικής πολιτισμικά εξωστρεφής πολιτικής της ελλάδας (Η Τουρκία -χωρίς καμία φιλο-ή αντι-τουρκική υπόνοια αλλά ως απλό παράδειγμα που γνωρίζω- δίνει εκατομμύρια για έδρες τουρκικών σπουδών στα μεγάλα πανεπιστήμια, για μεταφρασμένες εκδόσεις Τούρκων λογοτεχνών και προωθεί τουρκικά βιβλία όπου υπάρχει Τούρκος ώστε να διασφαλιζεται η επαφή των 2ης και 3ης γενιάς μεταναστών με τη γλώσσα και την κουλτούρα) που θα έπρεπε να χρηματοδοτεί μεταφράσεις έστω και για 50 (αγορασμένα) αντίτυπα αλλά και άλλα 50 τα οποία να βρίσκονται όχι στις πανεπιστημιακές αλλά στις δανειστικές βιβλιοθήκες. Θα έπρεπε να δίνει χρήματα για πολιτιστικές και βιβλιοφιλικές εκδηλώσεις σε βιβλιοπωλεία τύπου fnac και Barnes and Nobles και Waterstone και δεν ξέρω ποια άλλη μεγάλη αλυσίδα (ώστε να τραβάνε τους τυχαίους πελάτες) αλλά κυρίως να πληρώνει για έδρες ελληνικών σπουδών σε πανεπιστήμια κύρους που δημιουργούν πολιτισμικό μομέντουμ για τη χώρα και οδηγούν σε μεγαλύτερη αναγνωσιμότητα.
    Δεν μας διαβάζουν γιατί η ποιότητα της λογοτεχνίας μας (όχι για να μαστιγωνόμαστε πάντως παντού τα ίδια χάλια έχει) βαίνει φθίνουσα κυρίως λόγω ενός γυναικείου αναγνωστικού κοινού που προωθεί μια χαζορομαντικο-λαϊφοσταϊλαδικο-νεοσυντηρητική λογοτεχνία την οποία οι εκδοτικοί οίκοι εκδίδουν ευχαρίστως αφού αποφέρει κέρδη με τον ίδιο τρόπο που τα κανάλια προωθούν σόου τύπου σαρβάιβορ γιατί έχουν τηλεθέαση.
    Τέλος δεν μας διαβάζουν εξαιτίας της ανοησίας των Ελλήνων εκδοτών που δεν εκμεταλλεύονται το e-βιβλίο που θα έφτανε σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης για μετανάστες, expat και ελληνόγλωσσους (που τώρα πρέπει να είμαστε τρελοί βιβλιόφιλοι και να εξαρτώμαστε από φίλους και γνωστούς να μας φέρουν τις διαδικτυακές παραγγελίες μας από την Ελλάδα ή να είμαστε πρόθυμοι να πληρώσουμε τα ακριβόυτσικα συνήθως μεταφορικά) δεν επιτρέπει τη δημιουργία ενός buzz τόσο για τη γλώσσα όσο και για τη βιβλιοπαραγωγή.

  5. Πριν απαντήσουμε στο ερώτημα γιατί δεν διαβάζουν ελληνικό μυθιστόρημα οι ξένοι, θα έπρεπε να προβληματιστούμε γιατί πολλοί από εμάς, τους Έλληνες αναγνώστες, έχουμε προ πολλού σταματήσει να αγοράζουμε ελληνικά μυθιστορήματα και προτιμούμε τα μεταφρασμενα. Ευτυχώς δηλαδή που έχουμε καλούς και άξιους μεταφραστές. Ο κ. Μάντης γράφει πολλές αλήθειες και θα ήταν καλό να διαβάσουν το κείμενό του οι Έλληνες εκδότες. Γιατί από εκεί ξεκινά το πρόβλημα. Από τη δική τους διστακτικότητα να τολμήσουν και να βάλουν κάποια άλλα κριτήρια στις αξιολογήσεις τους. Επιχειρηματίες είναι, το καταλαβαίνω. Από την άλλη όμως, επιχειρηματικότητα χωρίς καθόλου τόλμη έχει περιορισμένα όρια προόδου και ανάπτυξης.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ