Γιάννης Πατσώνης, “Αλλού πετάν οι πεταλούδες”

0
158

 

 

 Γιάννης Πατσώνης (Διήγημα)

 

Κάποτε η αγάπη σαν πουλί τρομαγμένο

Από μια τουφεκιά, ξαναπηγαίνει στον ουρανό της

Κύριε ξαναδώσ’ μου τα χέρια

Γιατί έχω να χαιρετήσω τόσους φίλους

Κι ας έρθει πάλι η αγάπη, τόσο πολύ

Θέλει η ψυχή μας κάτι από ψηλά.

Δ. Παπαδίτσας

 

Είχε δει καλά την πλατεία από την προηγουμένη επέτειο, όταν κατέφθαναν εκεί οι σύλλογοι για την παρέλαση με τις παραδοσιακές στολές: μαντίλες, ζωνάρια που φέρναν βόλτες στη μέση. Απόγονοι παλαίμαχων αγωνιστών με κρυφό καμάρι και φανερό γινάτι, κραδαίνοντας λάφυρα θαμπά από τη σκόνη των χρόνων.

Κάθησε σ’ ένα παγκάκι κι έκανε στριφτό, μπάφο από το Καπάνι. Έγειρε το ένα πλάι. Χέρια και πόδια πιασμένα, σαν να τον είχαν δείρει. Τόσες νύχτες πού ξάπλωνε, για στρωσίδια του, εφημερίδες και νάιλον απομαζώματα. Τι να σε κάνει κι αυτό το κορμί, όσο και χαμένο.

-Α ρε, γκέγκηδες, μονολόγησε, βλέποντάς τους να κατηφορίζουν για την παραλιακή, όπου θα γινόταν η παρέλαση, αφήσατε τ’ αμπελοχώραφά σας…

Και στα ροδάκινα της Αριδαίας είχε δουλέψει και στα ορνιθοτροφεία, ρίχνοντας άλευρα ψαριών στα πουλερικά, με το φως αναμμένο μέρα-νύχτα για να τα σφάξουν σε δυο μήνες. Κι όταν γύρεψε τα ένσημά του, τον ξαπόστειλαν – κάτι τέτοιοι σαν κι αυτούς με τα χρυσοκέντητα γιλέκια.

Μήνες έμενε τώρα στην κατάληψη, σ’ ένα παλιό υφαντουργείο. Δίπλα έτρεχε το ρέμα, μπαζωμένο τώρα πια. Εκεί έπλεναν οι εργάτες τις ιδρωμένες και γεμάτες με ξέφτια και χνούδια φανέλες τους, μέχρι να τους σχολάσουν με τα παράσημα της δύσπνοιας. Χτες ή προχτές; είχε πατήσει πόδι και μια ξέμπαρκη, που τα ’χανε φτιάξει κάποτε στα γρασίδια της Σχολής – προτού την παρατήσουνε κι οι δυο τους. Έψαχνε κι αυτή να βρει τα ακατοίκητα, που στα ντουβάρια τους έβλεπες γραμμένο το σύνθημα: «Αδειο; Κατάλαβέ το». Μαλλιά με τρέσες, σαν χαλινάρια στους ώμους της πεσμένα. «Βρωμάς» του ’πε και στρώθηκε σ’ ένα υπνόσακο που έζεχνε χασισοκάτουρλο. «Και δεν χαίρεσαι;» του κάνει ο Στάθης που τον φωνάζουνε Στάχτη. «Δεν τη βλέπεις με τα καρφάκια από ρουθούνι ως τον αφαλό; Άσε μην σε τρυπήσει και είναι και φορέας. Και μην την εμπιστεύεσαι, ρε Βάσκο» – Βάσο τον λέγανε προτού κλειστεί σ’ αυτήν την λαγουδότρυπα. «Μην… γιατί κάτι τέτοιες με δυο σφαλιάρες αρχίζουν να κελαηδάνε και σε δίνουν και στους πέτσινους. Και μην το μετράς: κι αλλού πετάνε οι πεταλούδες!»

Κοιμήθηκε, σχεδιάζοντας την αυριανή του έφοδο. Ξύπνησε με τις καμπάνες. Σε ποιον Θεό έκανε τον σταυρό του; Συνήθεια ή ανάγκη; Φόρεσε το ντουμπλ-φας μπουφάν από την ξεβαμμένη μεριά για παραλλαγή. Μετά τη ρίψη, θα το φόραγε από την καλή. Πήρε και μια κουκούλα φουλ-φέις για κάθε ενδεχόμενο. Γυάλινο μπουκάλι με πετρέλαιο, δύο-τρίτα, λάδι, κουρελόπανο για φιτίλι, τάπα φελλός να πεταχτεί βολίδα και ναφθαλίνη σε ταμπλέτες. Αργότερα, θα μουσκέψει το πανί στη βενζίνη, αργότερα, μην ξεθυμάνει, και τώρα, δρόμο για την πλατεία.

Περίμενε, έφυγαν κι οι τελευταίοι. Μια νέα γυναίκα με παραδοσιακή ενδυμασία, που στα ματιά του φάνταζε τόσο αστεία, βλέποντάς τον,  έτσι σκυφτόν στο παγκάκι, «α! θα ’ναι απ’ αυτούς που πήραν τη δόση τους», είπε, «ή που δεν πήραν ολόκληρη…», συμπλήρωσε  ένας άλλος, και σταμάτησε απότομα, αφήνοντας να καταλάβουν πως ήξερε περισσότερα απ’ όσα έλεγε.

Να, εκείνη η καρότσα σκεπαστή με μια τέντα που γράφει «Οπωροκηπευτικά – Αρχαία Πέλλα», έχει το άνοιγμα που χρειάζεται. Ανάβει φωτιά, και… «σαβούρντα το, ρε Βάσκο!».

Τρέχει, η τέντα στις φλόγες, τρέχει μέχρι την παραλιακή λεωφόρο, όπου έχουν αρχίσει οι παράτες με τις ερπύστριες, τα κανόνια, τα αεροπλάνα με τις φιγούρες τους στον ουρανό. Κατά μήκος των πεζοδρομίων, λουρίδες με σχοινιά περιμαντρώνουν το πλήθος. Μεγάλοι με σέλφις, παιδιά με σημαιάκια, παπουδογιαγιάδες, πιο πέρα οι επίσημοι στην εξέδρα, να κι η μπάντα, τα χάλκινα πνευστά στραφταλίζουν στον ήλιο, έχει και ήλιο σήμερα; αναρωτιέται – δεν το έχει προσέξει. Ο μαέστρος διευθύνει πετώντας προς τα πάνω ένα μπαστουνάκι, το πιάνει στον αέρα σαν ζογκλέρ, περνάνε οι ένστολοι, περνάν, ένα δύο, έν-δυο, έν-δυο, ένα…. Σε λίγο, ο τελετάρχης προστάζει: «Σημειωτόον!» για να προλάβουν και οι παλαίμαχοι με τις τοπικές ενδυμασίες που έρχονται αγκομαχώντας. Δεν ακούγονται βήματα τώρα βαριά στην άσφαλτο, ξεχωρίζουν φωνές παιδιών, φύλλα που θροΐζουν στις δεντροστοιχίες.

Και με το που αρχίζει πάλι η παρέλαση, βρε! ένα σκυλί πλάι στις σειρές. Αυτό δεν είναι, ρε συ Λάσπη; ρωτάει απορημένος, λες και έχει δίπλα του τον Λάκη, αυτό δεν είναι που του πετάγαμε αποφάγια στα Λαδάδικα; Βρε ο κόπρος! Πώς βρέθηκε στη λαμπρή επέτειο; Και δέσ’ τον! δεν πάει όπως όπως, αλλά κουνάει με τον ρυθμό της μπάντας την ουρά του. Μπρος σημαίες, δικέφαλοι αετοί, εμβλήματα και παραπλεύρως ο μούργος, ο πλακουτσομύτης. Προχωρούσε και σκόνταφτε για να μην χάσει από τα μάτια του την πορεία του σκύλου. Μέσα εκείνο, έξω αυτός, ανάμεσα στους άλλους, τους πολλούς, που χειροκροτούν και δεν κρύβονται απ’ τον ήλιο, δεν τους φταίει καμία νότα, ούτε που τους νοιάζει αν «πεθαίνει ή ποτέ δεν πεθαίνει» που τραγουδάνε κάποιοι γαλανόλευκοι επικεφαλής – αυτά τ’ άκουγε και από τον πατριό του, που τον πέταξε έξω από το σπίτι. Θυμάσαι, Ανθάκι μου, τότε που κάναμε ανάποδες βουτιές από τις καβουρότρυπες, αψηφώντας τα βράχια, και σου ’λεγα «αν δεν πεθάνεις πριν να πεθάνεις δεν θα πεθάνεις όταν πεθάνεις», κι όποιος το πιάνει αυτό, περνά τον κάβο του φόβου κι αλλάζει ρότα…

Οι σειρές αραιώνουν, άφαντο το τετράποδο. Ακουμπά σ’ ένα δέντρο. Πριν καμιά βδομάδα, στον Σταθμό, είχε τρακάρει ένα παλιό τακίμι, γνωστό του από το Υπνωτήριο των Αστέγων, απ’ αυτούς που παρακαλάνε τους περαστικούς «κύριε, μου δίνετε δυο ευρώ, να συμπληρώσω το εισιτήριο για Φέρρες» – ή για τον πάτο της κόλασης, αδιάφορο. Κάθισαν απόμερα, όταν μια θεόξανθη, μ’ ένα μαρκούτσι παραμάσχαλα, γκάλοπ! (πες μου εσύ να μάθω κι εγώ!) – «ποια επέτειο θα γιορτάσουμε σε λίγο, παιδιά;» «Την άλωση της Τροίας», κάνει ο σουλατσαδόρος. «Ελάτε, τώρα», γελάκια, «εσείς φαίνεστε ορίτζιναλ, κι οι θεατές βαριούνται απαντήσεις-κονσέρβες. Πείτε μας κάτι, κι ακολουθεί κέρασμα». Είπε: «Το όχι». Δυο μέρες είχε να φάει, από τότε που βγήκε από το Μέγαρο – Τμήμα Ακαταλογίστων Ασθενών. Πιάσανε τραπεζάκι γωνιακό, εξηγημένη η Τιτιβούλα, και πίτσα-βεντάλια παράγγειλε και παγωμένες μπίρες…

Μα τώρα πού να χάθηκε ο μούργος; Θυμάσαι, ρε Στάχτη, θυμάσαι, ρε Βεζούβιε, του είχαμε εξασφαλίσει ένα κότσι χοιρινό, κι εκείνος το τίναζε και το ’παιζε, το γλυκοκοίταζε, έκρυβε τη μουσούδα του στα μπροστινά του ποδαράκια, αλλά κύριος! δεν το ’κανε μια χαψιά με την πρώτη, τ’ άφηνε, το αγκάλιαζε, ίσως γιατί απ’ τις τόσες φορές που είχε ακούσει «ουστ! απ’ εδώ, λυκόσκυλο!», κάτι θα οσμιζόταν πάνω σε μας, που άλλοτε του πετούσαμε τ’ αποπλύματα. «Σ’ αγαπώ, ρε κοπρίτη», σκέφτηκε, «είμαστε και οι δυο του δρόμου».

 

Πηγαίνοντας προς την άκρη του πεζοδρομίου ψάχνοντάς το, πού, πού να ’ταν; διπλώθηκε πάνω στα σχοινιά που τον χωρίζανε από τη λεωφόρο. Από το στόμα του πετάγεται αίμα, ένα σκοτωμένο αίμα, κύμα σκοτεινό από τα σωθικά του.

 

Ξύπνησα στο εφημερεύον. Ορός στο χέρι μέχρι να γίνει διασταύρωση αίματος για τη μετάγγιση. Θάλαμος βραχείας νοσηλείας, απέναντί μου μια γυναίκα τυλιγμένη με εγκαύματα. «Και φόραγε και κάτι βελούδινες αντίκες, αδελφάκι μου, είδαμε και πάθαμε να τις ξεκολλήσαμε από πάνω της»,  ακούει να λέει ένας τραυματιοφορέας σ’ ένα σεκιουριτά. «Είχανε παρκάρει με τον σύλλογό τους σε μια πλατεία για να πάνε στη παρέλαση και σβούριξε πάνω τους το ραπανάκι».

Στη μύτη μου περνάν ένα σωληνάκι, λεβάιν το λένε, με δυσκολία ανασαίνω. Ένας γιατρός: «Γαστρορραγία, αγαπητέ μου. Θα χρειαστείτε επειγόντως φιάλες με αίμα. Ποιον να ειδοποιήσουμε;» ρωτάει.

Ποιονα, που δεν έχω κανένα;

-Ντο[1] πονείς, πουλί μου; Ακούει από το απέναντι ράντζο. Εγώ για τ’ εσέν, θα δίγω το γαίμα μου.

 

 

 

[1] Τι, ποιος (ποντιακά).

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here