Γιάννης Λειβαδάς: Εναρκτήρια επιλεγόμενα

0
806

του Γιάννη Λειβαδά

 

α´

 

Όταν περιπλανάται κανείς στη λογοτεχνία, ταυτοχρόνως πλανάται διότι και η πιο αχανής ανοιχτωσιά δεν είναι παρά μία διαλογική, εποικοδομητική, συμπαιγνία, ακόμη και σε περιπτώσεις μη φιλογνωσιακής όσο και μη αντιγνωσιακής γραφής.

Η ποίηση ως έννοια εγχειρίζεται στον αναγνώστη με το προσπέρασμα των διαθέσιμων στοιχείων της και την αναγνώριση νοήματος των μεταβιβάσημων, τα οποία δεν έχουν ακόμη προοριστεί ως ενδεικτικές ή τυπικές παρατυπίες.

Η ποίηση, εάν πράγματι διαρκεί, το καταφέρνει διότι δεν μπορεί από κάποιο σημείο και πέρα, ως έχει, να διαρκέσει. Δημιουργεί νέες αποκαλύψεις. Εμμένω στη διατύπωση αυτή διότι ως επί το πλείστον, στην ποίηση ως έννοια και στο νόημα της ποίησης δεν εξετάζονται οι προεκτάσεις και οι επεκτάσεις, παρά μόνο η υποτέλεια στη συστημική αποδεκτικότητα και τον συστημικό αισθητικό παραδειγματισμό, οι οποίοι αποκτούν μία, παράλληλη με την ποίηση, διαδοχή από προεκτάσεις και επεκτάσεις. Η ποίηση όμως καθίσταται λεκτική λάσπη, πηλός έτοιμος για την πλάση απαιτούμενων αποδεκτικών ειδών, όταν δεν δύναται να συγκριθεί, ήτοι να συγκρουστεί και με το καλό – διότι η σύγκρουση ή η αντιπαράθεση με το κακό είναι προ πολλού διαδραματισμένη, εγγυημένη. Τι εννοείται και από ποιον, καλό ή κακό. Αυτό, σε επίπεδο αποδεκτικότητας, προσιδιάζει με την αυταπάτη πως ζει κανείς με την ποίηση και πως δίχως αυτήν δεν ζει, ενώ στα καθημερινά αποκαλυπτήρια της αλήθειας διαπιστώνει πως με την ποίηση μπορεί να ζήσει αλλιώς ή αλλιώς να μη ζήσει.

Η ποιητική περισυλλογή, όπως το έχω προηγούμενα εκθέσει, εάν είναι παρηγορητική στη βάση κάποιας δικαιωματικής ηθικής, περιορίζεται στην ισχύ της να μπορεί να θεωρείται αποδοτική σύμφωνα με διανοητικές ενέργειες οι οποίες μπορούν να αποδίδονται αποκλειστικά σε αυτή. Αυτό, προσωρινά, το ονομάζω ποιητικώς συμφέρον, μίασμα. Η μεταφορική ισχύς μιας αναφοράς σε κάποιον από τους όρους σύστασης του κόσμου δεν είναι υποχρεωτικά υψηλότερη απ’ ενός ευτελούς πράγματος. Μια επίκληση στον Απόλλωνα δεν αποκλίνει από μια επίκληση σ’ έναν λεμονοστύφτη, η κεντρικότητα της ανάδειξης μιας καθολικής σημασίας δεν αποκλίνει οπωσδήποτε από την κεντρικότητα της ανάδειξης μιας κοινότυπης εκδήλωσης, μιας τολμηρότητας , ας πούμε, στην ανοιχτή αγκάλη της ευρείας αναμονής για κάποια ωφέλιμη τολμηρότητα, που δύναται να αναβιβάσει το όλο φαινόμενο σε λύση ενός προβλήματος που δεν υφίσταται. Εάν υφίστατο ένα τέτοιο πρόβλημα, στη θέση της κατάστασης της ποίησης που είναι η ποίηση δίχως πρόβλημα, τότε το πρόβλημα αυτό θα περιείχε μια πανίσχυρη απελευθερωτική εξουσία και η ποίηση θα ήταν η τέχνη συντήρησης μιας επιτυχημένης, ή έστω σταθερά απελευθερωτικής, ανωτερότητας, μιας αντι-κατάστασης η οποία θα προσδιοριζόταν από πλήρη άρνηση παραδοχής των επόμενων προεκτάσεων και των επεκτάσεων του ποιητικού περιέχοντος: η γλώσσα και η ποίηση θα ήταν ένα και μάλιστα αφηρωισμένο, οριστικά εποπτευμένο τρέχον. Οι λέξεις όμως εξακολουθούν να διευρύνουν τη σχετικότητά τους, αλλάζουν μέσω μιας ολοένα και πιο εμπλουτισμένης, ιθύνουσας απροσδιοριστίας.

Σύμφωνα με την οργανική αντιμετάθεση, η ποίηση διαθέτει έναν ορισμό βάσης, ένα είδος θεμελίου το οποίο, όμως, ανανεώνεται διαρκώς απ’ τους κολαφισμούς του. Οι κολαφισμοί την καθιστούν ποίηση, όχι τα άπειρα είδη ευαισθησίας που αποκτούν καθ’ οιονδήποτε τρόπο  επικοινωνιακή, εκφραστική ή θεωρητική νομιμότητα και ασφαλώς,  κατά τις υπάρχουσες προεγκρίσεις, αυτονομία. Η οργανική αντιμετάθεση, λειτουργεί αντιφατικά και ανακόλουθα προς την κειμενική της παρουσία και αυτό συμβαίνει διότι η απουσία της προσδιορίζεται εγγενώς, ως κυλιόμενο σημείο επανέναρξης, ενώ η παρουσία της αποτελεί σημείο ακύρωσης.

Στις ποιήσεις η διάκριση αποτελεί μορφή και έκφραση ενός διακρινόμενου, στην ποίηση η διάκριση αποτελεί κενωτική  υπόσταση ενός περιεχομένου ή, ορθότερα, αποτελείται από μια αυτοαναιρούμενη υπόσταση περιεχομένου το οποίο κατά τούτο και μόνο καθίσταται διακρινόμενο.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, λοιπόν, η ποίηση είναι καταστασιοφόρος, δεν καθορίζεται από τις ψυχικές ή συναισθηματικές στάσεις της λεγόμενης αισθητικής εμπειρίας, διότι και οι δυο τους εξαρτώνται από την οργανική εποπτεία του ποιητή, η οποία κατ’ αυτή τη συνθήκη δεν καθίσταται γνωσιολογική μα πιο αληθινή∙ οι εξαρτήσεις της έχουν αναλυθεί στον καταποντισμό της συνείδησης. Η οργανική αντιμετάθεση καθιστά την εμπειρία της τρέχουσας ποίησης πεπερασμένη και ανάγει την ποιητική δημιουργία σε συνθήκη κενότητας όπου η αντίληψη και η υλοποίηση της ποιητικής τέχνης συνεπάγονται την ευταξία ενός κενού, με το οποίο ο ποιητής αποκτά πρόσβαση στο ακαθόριστο.

Οι ποιήσεις γύρω μας είναι, πάνω απ’ όλα, αντικαταστάσιμες. Η ποίηση δεν είναι. Η άρνηση αναγνώρισης αυτής της αντικαταστασιμότητας είναι άρνηση της ποίησης και η επαλήθευσή της εντοπίζεται στη μη αντικαταστάσιμη φύση της ποίησης. Η διαφορά δεν είναι συγκριτική, είναι αβυσσώδης. Αυτό ισχύει για κάθε ποίηση που διαφέρει από τις ποιήσεις. Πρόκειται για διαφορά ετύμου.

Η ποίηση, όπως ανέφερα στην αρχή του κειμένου, διέπεται από κολαφισμούς, ενώ οι ποιήσεις διέπονται από άλλα πράγματα. Η ποίηση είναι άπαυστη ως αποτυχημένη απόπειρα προσέγγισης του απροσέγγιστου  ενώ οι ποιήσεις αποτυγχάνουν διότι δεν αποπειρώνται μια τέτοια προσέγγιση. Η ποίηση, εν ολίγοις, δεν περιέχει απλώς κάποια γνώση αποτυχίας, είναι αποτυχία∙ οι ποιήσεις δεν διαθέτουν καν γνώση αποτυχίας, την επικαλούνται διότι δεν έχουν γνώση εκείνου που δεν υπάρχει για να προσεγγίσουν ή να το δημιουργήσουν.

Η εκπλήρωση ενός τίποτα είναι ύπαρξη ενός τίποτα εντός της εκπλήρωσης του τίποτα, συνεπώς η προοπτική της διάκρισης, της επίτευξης, της αποδεκτικότητας, επικαιροποιούν συντηρητικά κάτι:  ένα κατασκευασμένο ίχνος αξιοποίησης μιας εκπροσώπησης η οποία με τους παντοίους τρόπους που ορίζουν τον αποδεκτό τρόπο, αυτό-εκπροσωπείται ώστε να αποφύγει την ποίηση∙ το τελείωμα μιας αρχής μετά από ένα τέλος.

Εφόσον κάποιο νόημα, διαρκώς επικαλούμενο, ορίζει την εγγενή πραγματικότητα ενός ποιήματος, το ποίημα αποτελεί ανακοίνωση συνειδητοποίησης ενός κινήτρου, το ποίημα δεν είναι ποίημα. Το ποίημα, σύμφωνα με την κοινή αποδεκτικότητα, είναι λοιπόν «κάτι που είναι όπως το λέω επειδή κατ’ αυτόν τον τρόπο θέλω να το πω». Ενώ το ποίημα δεν είναι τίποτε άλλο από εκείνο που δημιουργώ κατά τον τρόπο που δεν μπορώ να το δημιουργήσω.

 

 

β´

 

Η ποίηση, όταν δεν υποβάλλεται ως απορροφημένη ταυτότητα της ανυποστήρικτης ιδέας της, υποβάλλεται μάταια ως συμβιβαστικό ξέσπασμα απαιτώντας, συχνά με κραυγαλέο τρόπο, μια νέα συνδιαλλαγή σε επίπεδο αποδεκτικότητας η οποία, μετά από άπειρες επαναλήψεις, έχει μετατραπεί σε «τεχνοτροπία»: η πραγματικότητα νοθεύεται, ίσως και να εξαφανίζεται, τίποτε όμως δεν συμβαίνει στην αλήθεια, σ’ αυτό που δεν γνωρίζουμε γνωρίζοντας τα όσα γνωρίζουμε.

Οι ποιητές πελαγοδρομούν στο, κατ’ αυτούς, πανίσχυρο ρεύμα των λεκτικών πραγματοποιήσεων που αφήνουν πίσω τους, ο ποιητής αντιμετωπίζει την κενωτική ενδυνάμωση του δημιουργήματός του.

Η εποχή κατά την οποία οι άνθρωποι βρέθηκαν αντιμέτωποι με τις υπο-εποπτείες που δημιούργησε ο φόβος παντελούς απώλειας ελέγχου της ποιητικής γλώσσας, η οποία απώλεια αποδείχθηκε εντύπως (τα τελευταία εκατόν είκοσι χρόνια, εξαιρουμένου ενός συνόλου λίγων δεκάδων ποιητών ανά την υφήλιο), προσπεράστηκε με κλειστά τα μάτια και τα μυαλά, καταπέφτοντας σε πρωτοποριακή γενικότητα, στην αντιπροσώπευση επανασύλληψης μιας κατάπτωσης όπου το ποίημα αποτελεί εύλογη ανακατασκευή μιας, πλήρως ανανεωμένης, αυτοαναφορικότητας η οποία είναι στο εξής κοινωνική και όχι ατομική.

Η ποίηση μπορεί να θεωρείται από ορισμένους εργαλείο κατανόησης, εάν ήταν πράγματι όμως δεν θα μπορούσε να είναι η ίδια η κατανόησή της, όπως είναι κατά τον τρόπο που απ’ το περιεχόμενό της τεκμαίρεται. Ένα κείμενο τυπωμένο στη σελίδα ενός βιβλίου που κατατάσσεται στον τομέα της ποίησης δεν είναι υποχρεωτικά ποίημα, τουναντίον για την κατάταξη ενός βιβλίου στον εν λόγω τομέα προϋποτίθεται η ύπαρξη ποιημάτων στις σελίδες του. Κάνω λόγο για την κατάσταση της ποίησης όπως αυτή λειτουργεί οργανικά κατά την έκθεσή της. Η ποίηση δεν περιέχεται στο περιβάλλον της, όντας η ίδια δοχείο κενότητας το περιέχει.

Η αδόμενη αγνεία όσων γλωσσίζουν στον ναό μιας ποίησης την οποία θεωρούν πατριοδογνωσία ή εννοιακή οσιότητα, αποτελεί πιθανώς το τελικό στάδιο προσπάθειας ικανοποίησης από την απουσία ενός επομένου στην ποίησή τους – το οποίο δεν τους προσφέρεται διότι δεν είναι δημιουργοί του. Αρνούνται να παυθούν μέσα στο έργο τους.

Ιζηματικώς ακολουθεί η αδόμενη αγνεία όσων διακατέχονται από φόβο ερμηνείας – άρνηση αντιμετώπισης της ερμηνείας που φέρει το ποίημα, διότι το ερμηνευτικό πόρισμα που τους αναλογεί απ’ αυτό δεν είναι σημαντικότερο από την αυτεπίγνωσή τους.

Το ποιητικό έργο κατάγεται απ’ τις αποκαλυπτικές, διαφοροποιητικές, λειτουργίες μιας ενεργητικής αδυνατότητας η οποία συνίσταται στη δημιουργία έργου το οποίο δεν κατάγεται. Μερίδιο ελέγχου του ποιητή, ο ελεγκτικός κόλαφος που καταφέρνει σ’ αυτόν το αδημιούργητο περιεχόμενο.

 

Παρίσι

Νοέμβριος 2019 – Μάρτιος 2020

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here