Για τον Κώστα Ριτσώνη – πέντε χρόνια μετά (του Κώστα Γ. Τσικνάκη)

0
142

ΚΩΣΤΑΣ ΡΙΤΣΩΝΗΣ (1946-15 Ιουλίου 2015)

Ο θάνατός του, στις 15 Ιουλίου 2015, πέρασε σχεδόν απαρατήρητος. Ήταν, βέβαια, και η περίοδος δύσκολη. Όλες οι συζητήσεις περιστρέφονταν γύρω από τα αποτελέσματα του Δημοψηφίσματος που είχε διεξαχθεί λίγες μέρες πριν. Όσοι τον γνώριζαν και πληροφορήθηκαν καθυστερημένα τη θλιβερή είδηση στενοχωρέθηκαν. Είχε φύγει αθόρυβα από τη ζωή ένας αξιόλογος ποιητής.

Ο Κώστας Ριτσώνης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1946. Σπούδασε πολιτικός μηχανικός στην Πολυτεχνική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Τα χρόνια των σπουδών του απέβησαν καθοριστικά για την μετέπειτα πορεία του. Στο περιθώριο των μαθημάτων του, έγραφε ποιήματα και πολύ γρήγορα σχετίστηκε με τον κύκλο των ανθρώπων που εξέδιδαν το γνωστό λογοτεχνικό περιοδικό της Θεσσαλονίκης «Διαγώνιος». Η φιλία του με τον δημιουργό του, τον Ντίνο Χριστιανόπουλο, κράτησε ώς το τέλος της ζωής του. Στο περιοδικό, από το 1969 ώς το 1984, δημοσίευσε αρκετά ποιήματά του, που προκάλεσαν αμέσως εντύπωση.
Η πρώτη ποιητική συλλογή του, με τον τίτλο «Αγκαλιά» τυπώθηκε το 1974 από τις «Εκδόσεις Διαγώνιος» (δεύτερη έκδοση το 1999 από τις «Εκδόσεις Πανδώρα»). Το ίδιο και δεύτερη, το 1982, με το τίτλο «Ο ανάπηρος λαχειοπώλης και άλλα ποιήματα». Και οι δύο ποιητικές συλλογές, που είχαν εξαντληθεί, τυπώθηκαν, με τον ενιαίο τίτλο «Αγκαλιά και ανάπηρος λαχειοπώλης», το 2012 από τις Εκδόσεις «Ποιήματα των φίλων».

Μετά την αποφοίτησή του, επανήλθε στην Αθήνα, δημιούργησε οικογένεια και άρχισε να ασκεί το επάγγελμά του. Παράλληλα, διαρκώς ανήσυχος, διοχέτευσε και προς άλλες κατευθύνσεις τη δραστηριότητά του.
Από το 1985 και ύστερα δημοσίευε ποιήματά του σε όλα σχεδόν τα γνωστά λογοτεχνικά της εποχής. Μεταγενέστερα, συνεργάστηκε στο διαδίκτυο και με αρκετά ηλεκτρονικά περιοδικά και ιστοσελίδες.
Παράλληλα, από το 1987 ώς το 2005 έγραφε και διένειμε σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων το χειρόγραφο οκτασέλιδο περιοδικό του «Τα Ποιήματα “των φίλων”». Σε αυτό δημοσίευε ποιήματα και μεταφράσεις του αλλά και συνεργασίες άλλων. Κυκλοφόρησαν οκτώ συνολικά τεύχη.
Υπήρξε συνδημιουργός και υπεύθυνος ύλης του λογοτεχνικού περιοδικού «Πανδώρα» (Αθήνα, 1997-2008), που για χρόνια κατείχε ευδιάκριτη θέση στην πνευματική ζωή, συσπειρώνοντας αρκετούς νέους λογοτέχνες. Ύστερα από την κυκλοφορία του όγδοου τεύχους, που κάλυπτε τα χρόνια 2000-2001, εξαιτίας διαφωνιών, αποστασιοποιήθηκε από την εκδοτική πρωτοβουλία.
Ωστόσο, δεν έμεινε αδρανής. Προχώρησε, μαζί με τον Γιάννη Μπασκόζο, στην έκδοση ενός καινούργιου λογοτεχνικού περιοδικού, με τον τίτλο «Οι φίλοι». Το έντυπο αποδείχτηκε βραχύβιο αφού εκδόθηκαν μόνο δύο τεύχη.
Την ίδια περίπου περίοδο είχε δημιουργήσει και τις προσωπικές Εκδόσεις «Ποιήματα των φίλων». Σε αυτές τύπωνε τις ποιητικές συλλογές του αλλά και άλλων φίλων του.

Σχεδόν όλη η πλούσια ποιητική παραγωγή του εκείνης της περιόδου είναι συγκεντρωμένη στις συλλογές του: «Φωτισμένο εργοστάσιο» (1996, δεύτερη έκδοση 2012), «Πουλιά και ψίχουλα» (2001), «Η βραχνή φωνή» (2003) και «151 ποιήματα» (2011). Και οι τέσσερις εκδόθηκαν από τα «Ποιήματα των φίλων».
Ακόμη, τύπωσε τη συλλογή «Τσίλιες και άλλα μικρά πεζά» («Τα τραμάκια», 1991). Γρήγορα εξαντλήθηκε και κυκλοφόρησε σε δεύτερη, βελτιωμένη έκδοση, το 2001 από «Ποιήματα των φίλων». Με το συγκεκριμένο βιβλίο, από τα σημαντικότερα της δουλειάς του, συνέχισε ουσιαστικά την παράδοση της Θεσσαλονίκης στη μικρή πεζογραφική φόρμα.
Στα ποιήματά του όλων αυτών των δεκαετιών αλλά και στα μικρά πεζά του κυριαρχούν αγαπημένα του θέματα. Ανέδειξε με διαφόρους τρόπους τη μοναξιά των ανθρώπων στις αφιλόξενες πόλεις. Ποιήματά του μεταφράστηκαν στα αγγλικά από τον Γιάννη Γκούμα και στα πολωνικά από τον Janusz Strasburger.

Αεικίνητος καθώς ήταν, είχε στραφεί από νωρίς στη μετάφραση. Μετέφρασε με επιτυχία αρκετούς γάλλους ποιητές: Σαρλ Μπωντλαίρ, Άρθρουρ Ρεμπώ, Γκιγιώμ Απολλιναίρ, Πωλ Ελυάρ κ.ά. Το 2013 εκδόθηκαν σε ένα τόμο οι «Μεταφράσεις από τα γαλλικά» από τα «Ποιήματα των φίλων».
Ασχολούνταν, όμως, και με τη ζωγραφική. Οι επιρροές του πνευματικού κλίματος της Θεσσαλονίκης ήταν και εδώ εμφανείς. Το ίδιο ισχύει και με τα λαϊκότροπα σχέδιά του. Αν και φέρουν την προσωπική σφραγίδα του, θυμίζουν κάπως Νίκο-Γαβριήλ Πεντζίκη. Αρκετά ποιήματα, που έδινε να δημοσιευτούν σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά, συνοδεύονταν από τέτοιου είδους σχέδια.

Τέλος, έδειχνε μεγάλο ενδιαφέρον για το ρεμπέτικο τραγούδι, άλλη επιρροή από τον κύκλο της Θεσσαλονίκης. Έγραφε στίχους για ρεμπέτικα τραγούδια και έπαιζε μπουζούκι και μπαγλαμά. Το 2013 εκδόθηκαν τα «Τραγούδια από μακάμια», επίσης από τα «Ποιήματα των φίλων».
Στον δίσκο του μουσικοσυνθέτη Σταύρου Κουγιουμτζή «Μικραίνει ο κόσμος», που κυκλοφόρησε το 1982 και περιλάμβανε μελοποιήσεις ποιημάτων διαφόρων ελλήνων ποιητών, συμπεριλήφθησαν δύο ποιήματά του. Το ένα ήταν το «Κάτι παιδιά» και το άλλο το «Τι σημαίνει αγάπη». Και τα δύο ερμηνεύτηκαν ωραία από την Αιμιλία Κουγιουμτζή.
Το «Κάτι παιδιά» γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Χρησιμοποιήθηκε μάλιστα ως γενικός τίτλος στον δίσκο του Σταύρου Κουγιουμτζή ««Κάτι παιδιά που αγαπάνε το τραγούδι», που κυκλοφόρησε το 1993. Ο δίσκος περιλάμβανε επανεκτελέσεις τραγουδιών του από την Αιμιλία Κουγιουμτζή. Στο οπισθόφυλλο του δίσκου, το συγκεκριμένο τραγούδι, αφιερώθηκε από τους συντελεστές του στον τραγουδιστή Στέλιο Καζαντζίδη.
Το «Τι σημαίνει αγάπη» ερμηνεύτηκε και από τον Γιώργο Νταλάρα, στον δίσκο του «Τρελοί και άγγελοι», που κυκλοφόρησε το 1986.

Γνώρισα τον Κώστα Ριτσώνη την άνοιξη του 2010 στον πάντα φιλόξενο χώρο των Εκδόσεων «Στιγμή» του Αιμίλιου Καλιακάτσου. Συζητήσαμε για πολύ ώρα οι τρεις μας για διάφορα λογοτεχνικά θέματα, κυρίως για τη μεταπολεμική ποίηση και τα λογοτεχνικά περιοδικά της μεταπολιτευτικής περιόδου. Έδειξε ενδιαφέρον μόλις του είπα ότι ασχολούμαι με τη βενετική περίοδο της ελληνικής ιστορίας. Φάνηκε να γνωρίζει πολλά. Ανταλλάξαμε τηλέφωνα. Δεν τον ξαναείδα από τότε.
Λίγες μέρες αργότερα, μου τηλεφώνησε για να μου πει ότι είχε αφήσει στον Αιμίλιο ένα μικρό πίνακά του για μένα, όλες τις ποιητικές συλλογές του και ορισμένα τεύχη του χειρόγραφου περιοδικού του. Όπως μου εξήγησε ο Αιμίλιος, που τον ήξερε από χρόνια, την ίδια συμπεριφορά επιδείκνυε σε όποιο πρόσωπο γνώριζε και εκτιμούσε.
Επικοινώνησα μαζί του για να τον ευχαριστήσω και από τότε κουβεντιάζαμε τακτικά από το τηλέφωνο. Στις συνομιλίες μας, μου περιέγραφε με ζωηρά χρώματα τα λογοτεχνικά στέκια της Θεσσαλονίκης αλλά και όσα ο ίδιος είχε φροντίσει να δημιουργήσει στην Αθήνα. Μου ανέφερε λεπτομερώς τους διαρκείς πειραματισμούς του πάνω σε ποιήματα γάλλων ποιητών, τα οποία είχε μεταφράσει και τον γοήτευαν.
Εκτός από την ποίηση, ζητούσε να μάθει από μένα λεπτομέρειες, σχετικά με διάφορα γεγονότα της βενετοκρατίας στον ελληνικό χώρο. Σκόπευε να γράψει κάποια κείμενα, όπως μου είχε πει, εμπνευσμένα από την περίοδο. Αν τα ολοκλήρωσε, δεν το γνωρίζω.
Ένιωθες πως ήταν άνθρωπος ανοικτός και καλόκαρδος. Αφοσιωμένος για χρόνια στην ποίηση. Τον ενδιέφερε πολύ η έκδοση λογοτεχνικών περιοδικών και η δημιουργία ομάδων, που θα συζητούσαν για θέματα κοινού ενδιαφέροντος. Ενθάρρυνε κάθε νέο ποιητή και ποιήτρια και φρόντιζε να διακινεί και να τυπώνει τις δημιουργίες τους.
Δεν είχα καταλάβει ότι αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα υγείας. Δεν μου ανέφερε ο ίδιος κάτι. Διαρκώς όμως εξέφραζε τον προβληματισμό του για το αν τα ποιήματά του αλλά και οι εκδοτικές πρωτοβουλίες του θα αφήσουν κάποιο αποτύπωμα. Φαινόταν ότι τον απασχολούσε έντονα το ζήτημα. Διακρίνεται, άλλωστε, σε ορισμένα ποιήματά του της τελευταίας περιόδου. Λυπήθηκα όταν πληροφορήθηκα τον θάνατό του.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here